4η Βιομηχανική Επανάσταση

Δημοσιεύτηκε από economia 10/02/2020 0 Σχόλια Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2020, τ. 991

ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ της Ρίτας Ζαχαριάδου

 

 

 

 

 

«Παράθυρο ευκαιρίας» ή ακόμα ένα «χαμένο τρένο»;

 

 

Τεχνολογική επιβράδυνση και έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού στοιχειώνουν την ελληνική βιομηχανία, που υποδέχεται τη νέα δεκαετία απροετοίμαστη σε ένα έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον. Σε μια περίοδο σκληρής οικονομικής δοκιμασίας για την Ελλάδα, όπου οι επιχειρηματίες αναζητούσαν απελπισμένα οικονομικούς πόρους ώστε να διασφαλίσουν πρωτίστως την κάλυψη του κόστους εργασίας, καλούνται σήμερα να αντιμετωπίσουν τη σύγχρονη τεχνολογία της Βιομηχανίας 4.0 με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

 

Σύμφωνα με στοιχεία του ΣΕΒ σχετικά με την ελληνική μεταποίηση, το 60% περίπου των βιομηχανικών επιχειρήσεων εμφανίζει σημαντική τεχνολογική επιβράδυνση. Χρησιμοποιεί δηλαδή συστήματα μειωμένης καινοτομίας και δυσκολεύεται να  παραγάγει νέα προϊόντα για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό και τις νέες ανάγκες των πελατών. Ως συνέπεια, το 80% των επιχειρήσεων δεν διευρύνει το πελατολόγιο και τους προμηθευτές. Δεδομένου ότι η πλειονότητα των επιχειρήσεων είναι μικρομεσαίες παραγωγικές μονάδες, το ερώτημα που ανακύπτει είναι σε ποιο βαθμό μπορεί η αυτοματοποίηση να προσελκύσει ελληνικές εταιρείες, ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές και ταυτόχρονα να αποσβέσουν το κόστος σε ικανό χρόνο;

 

Με εξαίρεση ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις μεταποίησης στον τομέα διατροφής, οι οποίες έχουν υλοποιήσει επενδύσεις σε σύγχρονα συστήματα αυτοματισμού, σε πολλούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας καταγράφεται υψηλό ποσοστό μικρών μονάδων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν οικονομίες κλίμακας και να δυσχεραίνεται ο έλεγχος της ποιότητας και η προώθηση premium προϊόντων.

 

Σημαντικές είναι οι ελλείψεις που παρατηρούνται σε υποδομές, καθώς οι μισές επιχειρήσεις δηλώνουν σε έρευνες αδυναμίες σε ό,τι αφορά τα τοπικά δίκτυα μεταφορών, ενέργειας και τηλεπικοινωνιών, ενώ ΕΣΠΑ και Αναπτυξιακός Νόμος, σύμφωνα με τον ΣΕΒ, δεν καλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες της βιομηχανίας.

 

Ακόμα κι αν η γραφειοκρατία μειωθεί στο ελάχιστο, τα αναπτυξιακά εργαλεία εστιάζουν στη συνεργασία τοπικών επιχειρήσεων για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας – μια προσέγγιση γνωστή ως περιφερειακή εξειδίκευση. Όμως, οι τοπικές συνεργασίες είναι περιορισμένες σε μια μικρή γεωγραφικά χώρα όπως η Ελλάδα (το outsourcing εντός περιφέρειας στην παραγωγή προϊόντων δεν ξεπερνά το 3,6%, έναντι 4,2% εκτός περιφέρειας). Η χρηματοδότηση της έρευνας, επίσης, δεν συμβαδίζει με τις ανάγκες της βιομηχανίας (μόλις το 12,5% των επιχειρήσεων συνεργάζεται με ερευνητικά κέντρα εντός περιφέρειας). Η επίδοση αυτή θέτει ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της έξυπνης εξειδίκευσης, όπως εφαρμόζεται σήμερα, δηλαδή της χρηματοδότησης έρευνας εστιασμένης στις ανάγκες της κάθε περιφέρειας.

 

 

 

Περιφερειακή ανάπτυξη

Η Βιομηχανία 4.0 φέρνει μία νέα λογική στον παραγωγικό τομέα. Οι νέες τεχνολογίες μπορούν και διασυνδέουν απομακρυσμένες εγκαταστάσεις σε πραγματικό χρόνο, με αδιάκοπη ροή πληροφορίας, ώστε να διευκολύνεται η παραγωγή, ανεξαρτήτως της φυσικής θέσης προμηθευτών, πελατών, υπεργολάβων και του σημείου της τελικής συναρμολόγησης.

 

Υπό αυτό το πρίσμα, πρόσφατη έρευνα του ΙΟΒΕ και του ΕΜΠ για τον ΣΕΒ θέτει εύλογα ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα των πολιτικών περιφερειακής ανάπτυξης και των εργαλείων που διαθέτουν σημαντικούς πόρους προς τις επιχειρήσεις της περιφέρειας (άνω των 7 δισ. ευρώ τα τελευταία 10 χρόνια μέσω αναπτυξιακών νόμων και ΕΣΠΑ), αποτιμώντας τις πολιτικές αυτές στη βάση κάλυψης των αναγκών της Βιομηχανίας 4.0.

 

Προκειμένου να μην σπαταλώνται πόροι χωρίς αντίκρισμα προτείνεται:

 

  • ενίσχυση των διαπεριφερειακών σχέσεων στην παραγωγή με ψηφιακές τεχνολογίες, επιλογή που διαφαίνεται κρισιμότερη από την τοπική εξειδίκευση
  • ταχεία διείσδυση σε νέες αγορές, μιας και οι περισσότερες τοπικές επιχειρήσεις παραμένουν εστιασμένες στην τοπική αγορά
  • διευκόλυνση της κινητικότητας των ερευνητών, ώστε οι τεχνολογικές ανάγκες της βιομηχανίας να καλύπτονται από ερευνητικά κέντρα ανεξάρτητα της γεωγραφικής θέσης
  • άρση της οικονομικής στασιμότητας με επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας στις γραμμές παραγωγής αλλά και καλύτερες τοπικές υποδομές

 

 

Οι πληγές της κρίσης

Στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης τα προβλήματα όχι μόνο παρέμειναν αλλά διογκώθηκαν. Σύμφωνα με τον ΣΕΒ, τα τελευταία χρόνια αυξήθηκαν υπέρμετρα οι φορολογικές επιβαρύνσεις: ΦΠΑ 24%, έναντι 20,1% κατά μέσο όρο στην Ευρώπη, φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων 29% έναντι 19,5% φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, ανώτατος οριακός συντελεστής 45% έναντι 34,9%, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης 16% για τον εργαζόμενο και 24,1% για τον εργοδότη έναντι 12,8% και 21,7% αντιστοίχως. Ο ΣΕΒ υποστηρίζει ότι η υπερφορολόγηση μεγεθύνει τη φοροδιαφυγή και σκοτώνει την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

 

Τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες επαγγελματίες έχουν μετρήσει την απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας με το κλείσιμο παραγωγικών εγκαταστάσεων παντού στη χώρα. Μεταξύ 15% και 30% υπολογίζεται η μείωση της απασχόλησης, σύμφωνα με την ΕΣΥΕ, σε κλάδους μεταποίησης όπως ξυλεία / βιομηχανία επίπλων, τρόφιμα-ποτά και καπνός – σε μια χώρα που δημιούργησε σημαντική υποδομή σε βαμβακουργίες, βιομηχανίες τροφίμων, σαπωνοποιίες, ελαιουργίες, οινοποιίες, βυρσοδεψεία και μηχανουργεία. Οι νομοί Αχαΐας, Ημαθίας, Μαγνησίας, αλλά και η ευρύτερη περιοχή της Θράκης έχουν πληγεί βαθύτατα από την αποβιομηχάνιση των τελευταίων κυρίως είκοσι χρόνων.

 

 

Ο ρόλος του κράτους

Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, στην οποία οι δραστηριότητες του δημόσιου τομέα καλύπτουν το 40% του ΑΕΠ, κλάδοι όπως η ενέργεια, οι επικοινωνίες, οι μεταφορές, η μεταποίηση και ο τουρισμός αποτελούν «εξαρτήματα» του κυβερνητικού οικονομικού μοντέλου, που καθοδηγείται επί δεκαετίες από συντεχνιακά συμφέροντα, πνίγοντας κάθε άλλη επιχειρηματική πρωτοβουλία. Σε τεντωμένο σχοινί παραμένουν οι σχέσεις κράτους και βιομηχανίας, την ώρα που ο κρατικός τομέας εξακολουθεί ασφυκτικά μέσω του πανίσχυρου γραφειοκρατικού μηχανισμού να ελέγχει κάθε επενδυτική δραστηριότητα με όποιο τίμημα. Σε κατάσταση βιομηχανικού κραχ έχουν περάσει –είτε περνούν σταδιακά– πολλές βιομηχανικές ζώνες της χώρας, μεταξύ των οποίων της Πάτρας, του Βόλου και πολλών περιοχών της Βορείου Ελλάδας.

 

 

Η πορεία της ελληνικής αποβιομηχάνισης

Ο 21ος αιώνας ξεκίνησε με πολλές φιλοδοξίες για την Ελλάδα, που ανέλαβε να σηκώσει το βάρος της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, μια περίοδος που έκανε πολλούς να αναθαρρήσουν για καλύτερες μέρες: δημόσια έργα, επενδύσεις σε νέες βιομηχανίες και πρωτίστως ελπίδα για έναν ανερχόμενο τουρισμό, με ό,τι αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται για τους κατοίκους του τόπου.

 

Οι χρόνοι παρήλθαν και οι προσδοκίες διαψεύστηκαν. Μετά την ολοκλήρωση της Ολυμπιάδας τα φώτα για την Ελλάδα έσβησαν μαζί με τις προσδοκίες. Αν κάποιος θέλει να είναι αντικειμενικός, θα πρέπει να κάνει μια αναδρομή στο χρόνο, έναν απολογισμό έως και την οικονομική κατάρρευση της χώρας. Είναι εύκολο να διαπιστώσει ο καθένας πως προηγήθηκε μία τουλάχιστον εικοσαετής διαδρομή συστηματικής και αδιάλειπτης αποβιομηχάνισης της Ελλάδας.

 

Πρωτοπόροι ωστόσο Έλληνες στον τομέα της ελληνικής βιομηχανίας υπήρξαν όλες τις εποχές, καθώς υπήρξε ένας σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων που επένδυσε στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, στην ποιότητα και στην καινοτομία, προσφέροντας νέα προϊόντα με μεγάλη αποδοχή και δυνατότητες εξωστρέφειας, όπως τσιμέντα, χαλυβουργία, πλαστικά, μέταλλα κ.λπ. Εντούτοις, κατά περιόδους, υπήρξε μια διάχυτη καχυποψία απέναντι στις επιχειρήσεις και δαιμονοποίηση του κέρδους εξαιτίας των ανατροπών και των ανακατατάξεων που προκαλούσε μερίδα της επιχειρηματικής κοινότητας. Ακόμη και σήμερα το επιχειρείν εξακολουθεί να μην γίνεται εύκολα αποδεκτό, τόσο από τις κοινωνίες όσο και από σημαντικό αριθμό πολιτικών που διαχειρίζονται την τύχη του τόπου.

 

Από την πλευρά του ελληνικού κράτους καταγραφόταν έντονη η αδυναμία προγραμματισμού και η κατασπατάληση των τεράστιων πόρων που εισέρρευσαν την τελευταία 20ετία στο πλαίσιο της ΕΕ, προκαλώντας την έλλειψη κοινωνικής εμπιστοσύνης.

 

Οι σχέσεις κράτους και βιομηχανίας, η αδυναμία εξεύρεσης ισορροπίας μεταξύ κρατικής ρύθμισης και οικονομίας της αγοράς και η υψηλή κρατική παρεμβατικότητα στην οικονομία εξακολουθούν και παραμένουν μερικά από τα μεγάλα στοιχήματα της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που όχι μόνο στερείται το κατάλληλο επιχειρηματικό και φορολογικό περιβάλλον αλλά και βιομηχανική παράδοση, κατάρτιση και τεχνογνωσία, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Η Πολιτεία, χωρίς σχεδιασμό, επί σειρά ετών αρκέστηκε να προωθεί απανωτές μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν κυρίως την εργατική νομοθεσία. Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν, καθώς οι κρατικές επιδοτήσεις για παραγωγικές επενδύσεις σπαταλήθηκαν στη μετεγκατάσταση των παραγωγικών μονάδων σε χαμηλού κόστους περιοχές, κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη. Τα τελευταία χρόνια τα εναπομείναντα κουφάρια άλλοτε ζωντανών κυττάρων της ελληνικής οικονομίας αποτελούν βασικό μάρτυρα της ανυπαρξίας σχεδιασμού από μέρους της Πολιτείας για επενδύσεις με όραμα.

 

 

Επανασχεδιασμός

Η ασφυκτική πίεση που δέχεται τα τελευταία χρόνια η Πολιτεία προκειμένου να συμβάλει στη δημιουργία ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης τη βρίσκει αντιμέτωπη με το καθεστώς δεκαετιών. Υπό την πίεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αλλά και με τους χρυσοκάνθαρους του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών κλήθηκαν να εφαρμόσουν πολιτικές που άλλοτε φάνταζαν αδιανόητες.

 

Σε μια νέα περίοδο έντονης επιχειρηματικής ανασφάλειας, η αρνητική στάση των κάθε μορφής συνδικαλιστικών φορέων απέναντι σε νέες ρυθμίσεις στα εργασιακά προκαλεί αρρυθμία στην αγορά και υπονομεύει την προσπάθεια εξόδου από την ύφεση, καθώς οι ξένοι επενδυτές επιθυμούν καθαρές εργασιακές σχέσεις.

 

Η ελληνική βιομηχανία αναπτύχθηκε στη σκιά ενός βουλιμικά παρεμβατικού κράτους, την προστασία του οποίου ωστόσο διεκδίκησε ενίοτε και η ίδια σε περιόδους κρίσης. Την ώρα που η Ελλάδα παραμένει ουραγός όχι μόνο στην «Οικονομική Αποδοτικότητα» αλλά και στον τομέα της «Επιχειρηματικής Αποτελεσματικότητας» και η ελληνική βιομηχανία καταγράφει σημαντικές απώλειες σε όλους τους κλάδους μεταποίησης, όπως υποδήματα, καπνά, τρόφιμα, χαρτοβιομηχανία, καπνός, ξύλο, το ασταθές περιβάλλον αποθαρρύνει κάθε νέα προσπάθεια επενδυτικής δραστηριότητας στην Ελλάδα.

 

Θλίψη προκαλεί η καταμέτρηση τόσων παραγωγικών απωλειών, σε έμψυχο και άψυχο υλικό, που συνεχίζονται και επί των ημερών μας. Σε μια χώρα που κατάφερε στο παρελθόν να αποδείξει το απόθεμά της, όχι μόνο σε παραγωγικό επίπεδο αλλά και σε ανθρώπινο δυναμικό, κατορθώνοντας όχι μόνο να αναμετρηθεί με πολυεθνικές εταιρείες αλλά και να τις προσελκύσει να επενδύσουν στον τόπο.

 

Αφήστε ένα σχόλιο