Πώς στήνεται η σκακιέρα

Δημοσιεύτηκε από economia 11/02/2020 0 Σχόλια άρθρα,

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2020, τ. 991

ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

 

 

 

 

 

 

Από οικονομία σε γεωπολιτική και ενεργειακή παρουσία, ποια θα αποβεί πιο απαιτητική;

 

 

 

Το 2020 όπως διαμορφώνεται –έτος δίσεκτο, όμως αυτά δεν μετρούν στα φωτισμένα χρόνια μας…– ξεκίνησε με σημαντικές θεσμικές μεταβολές. Νέα Πρόεδρο της Δημοκρατίας θα αποκτήσουμε (η επιλογή της Κατερίνας Σακελλαροπούλου δεν αποτελεί τυπικό μόνο βήμα), αλλά και νέο εκλογικό νόμο (εις αντικατάστασιν της απλής αναλογικής πριν καν αυτή εφαρμοσθεί για πρώτη φορά από τη δεκαετία του ‘90 και μετά) θα δούμε να υπαγορεύει μελλοντικές εξελίξεις.

 

Το ίδιο 2020 θα έχει αρκετά νωρίς στο ξεκίνημά του και την προσπάθεια επανατοποθέτησης των σχέσεων της (μεταμνημονιακής) Ελλάδας με τους «εταίρους» της στην ΕΕ, με πρώτη και υψηλότερου προφίλ την προσπάθεια μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2021 ώστε κάτι σαν ανάσα ανάπτυξης να εγκατασταθεί στην οικονομία, η οποία για την ώρα πορεύεται με τις προσδοκίες. Παράλληλα, προχωράει (σε καλύτερη βάση…) η συζήτηση για αξιοποίηση των επόμενων δόσεων από επιστροφή των κερδών των κεντρικών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα για επενδυτικούς σκοπούς (στο πλαίσιο, όμως, εγκρινόμενων από κοινού προγραμμάτων, όπως π.χ. για χρηματοδότηση του Βόρειου Οδικού Άξονα στην Κρήτη). Ακόμη πιο ουσιαστικά, θα πορεύεται η συζήτηση για τη συμμετοχή της Ελλάδας στη γενική πολιτική συνοχής της ΕΕ, τώρα που η Ένωση χάνει τον βηματισμό της (επίπτωση του Brexit, σημάδια κάμψης στη γερμανική και ιταλική οικονομία, νέες προτεραιότητες στην περιφερειακή πολιτική της ΕΕ μετά τα «Κίτρινα Γιλέκα» στη Γαλλία).

 

 

Όταν ξεφεύγει η γεωπολιτική κατάσταση

Όλα αυτά, όμως, μαζί και η ματιά των αγορών στην Ελλάδα, που δείχνει να εγκαθίσταται σταθερότερα στο καλό επίπεδο που διαμορφώθηκε το 2019 με τη συνεχή υποχώρηση των αποδόσεων του ελληνικού χαρτιού, καθώς και με τη βήμα-βήμα αναβάθμιση στις αξιολογήσεις των rating agencies, δεν κατορθώνουν να διώξουν από το κέντρο του προσκηνίου την ανησυχία από τη γεωπολιτική αναταραχή στην ευρύτερη περιοχή. Η οποία –πάλι καλά!– δεν αντικατοπτρίζεται μέχρι στιγμής στο country risk της Ελλάδας.

 

Μετά τη Συρία, η Λιβύη· μετά τη Λιβύη, σε εξέλιξη η εκτροπή σχέσεων των ΗΠΑ με το Ιράν· το κυριότερο, η συνεχής πίεση που ασκεί η τουρκική διεκδικητική/αναθεωρητική/επιθετική συμπεριφορά στην Ανατολική Μεσόγειο (και, βαθμιαία, πάλι στο Αιγαίο). Αυτή υπήρξε η ρίζα της από κοινού επιλογής Αθηνών και Ουάσιγκτον για επίσημη επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού και συνάντηση με τον πρόεδρο Τραμπ και το σύνολο της ηγεσίας των ΗΠΑ (αντιπρόεδρο Μάικ Πενς, ΥΠΕΞ Μάικ Πομπέο, ηγεσία Κογκρέσου και λοιπή νομενκλατούρα της εξωτερικής πολιτικής), με την προσδοκία των Αθηνών να επιτευχθεί κάποια αμερικανική επέμβαση για συγκράτηση των πραγμάτων. Για την ώρα, τα δείγματα αμφίβολα.

 

Αν ένα πράγμα όμως ανέδειξε η επίσκεψη Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον, αυτό είναι η μοναξιά της Ελλάδας τη στιγμή που θεωρούσε ότι είχε πετύχει την απομόνωση της Τουρκίας: όντως, με αφορμή τη συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης για οριοθέτηση ΑΟΖ στα νότια της Ελλάδας/δυτικά της Κύπρου, είχε υπάρξει ευρύτερη εναντίωση του διεθνούς συστήματος. Όπως προκύπτει πάντως από τη συνέχεια, στον Έλληνα πρωθυπουργό ένα πράγμα «προσφέρθηκε» στην Ουάσιγκτον: η δυνατότητα να εξηγήσει στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα ότι η Ελλάδα –όχι ο ίδιος ή η κυβέρνησή του σήμερα, αλλά η Ελλάδα συνολικά– δεν έχει δυνατότητες να υποχωρήσει άλλο σε πιέσεις στο continuum Αιγαίου-Ανατολικής Μεσογείου. Θα μπορούσε, προοπτικά, να υπάρξει απόφανση διεθνούς δικαιοδοτικού μηχανισμού, τύπου Χάγης;

 

Τι εννοούμε; Έρχεται αρχές Φεβρουαρίου σκάφος σεισμικών ερευνών; «Περνάει» την άνοιξη πλωτό γεωτρύπανο; Επιχειρεί να εγκατασταθεί επί διεκδικούμενης ΑΟΖ; Με συνοδεία τουρκικού στόλου ή σε απόσταση; Πλησιάζει «ατύχημα» σε αέρα ή θάλασσα; Πάντως, ενώ προς στιγμήν είχε φανεί ότι θα προχωρούσε κάποιας μορφής αμερικανική πρωτοβουλία –σαν την ήδη διαβόητη διαμεσολαβητική αποστολή Μάθιου Πάλμερ, υφυπουργού Εξωτερικών σε Ελλάδα και Τουρκία– η ως άνω παρέμβαση δεν δείχνει να έχει άμεση προοπτική να προχωρήσει.

 

 

Εν τω μεταξύ, ο EastMed…

Την ίδια πάντως εποχή, έχουμε εν εξελίξει ένα σχέδιο που επιχειρεί να θέσει «αλλιώς» τις ισορροπίες στην περιοχή μας. Ένα σχέδιο με την Ελλάδα σε κεντρικό ρόλο: πρόκειται για τον αγωγό φυσικού αερίου Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας-Ιταλίας EastMed. Αξίζει να τον έχουμε στον νου μας, ρεαλιστικά όμως.

 

Ο EastMed, γεωπολιτικά ιδιαίτερα σημαντικός (γι’ αυτό άλλωστε πρωτοπροτάθηκε από το Ισραήλ πριν από σχεδόν μία δεκαετία, διά στόματος Νετανιάχου· γι’ αυτό επιπλέον είχε εξαρχής τη στήριξη των ΗΠΑ, στήριξη που τώρα τελευταίως έχει ενισχυθεί με την Ουάσιγκτον να προσέρχεται με τον East Med Act), προϋποθέτει: αρκετό αέριο για να «γεμίζει», τεχνική εφικτότητα, οικονομική εφικτότητα και πάντως χρηματοδότηση, καθώς και δικαιώματα/δυνατότητα διέλευσης.

 

Ένας αγωγός 1.900 χιλιομέτρων, 1.300 εξ αυτών υποθαλάσσιας πορείας, ήταν ήδη εφικτός στις αρχές της δεκαετίας του 2010, οπότε και πρωτοπροτάθηκε. Όμως η κατασκευή σε βάθη άνω των 2.500 μέτρων (ή και των 3.000), και μάλιστα με απότομες βυθίσεις, όπως θα επιβάλει η χάραξη και το ανάγλυφο του βυθού στη διαδρομή Κύπρος-Κρήτη-Πελοπόννησος, δημιουργεί προβλήματα. Πάντως, μέχρι να αρχίσει η κατασκευή του EastMed (σε ορίζοντα 5ετίας), η τεχνική εφικτότητα δεν θα δημιουργεί προβλήματα.

 

Ως προς τα δικαιώματα διέλευσης, υπάρχει η πρόσφατη τρικλοποδιά της τουρκολιβυκής επίκλησης ΑΟΖ: άλλωστε, μεταξύ μας, ως απόκρουση αυτού του σεναρίου λειτουργεί κυρίως γεωπολιτικά ο EastMed, έτσι επισπευδόμενος. Κι εδώ, στη διέλευση ενός EastMed, εφόσον αληθινά προχωρήσει, δεν είναι οι όποιες ΑΟΖ που θα σταματήσουν τη συζήτηση.

 

Ως προς τη χρηματοδοτική εφικτότητα, το κόστος έχει ακουστεί από 6 έως 10 δισ. ευρώ: μια τέτοια τάξη μεγέθους δεν είναι αυτή που θα δημιουργούσε καταρχήν πρόβλημα για τον EastMed. Στα χρόνια μας, το διεθνές χρήμα είναι και φθηνό και άφθονο για υποδομές. Μόνο αγκάθι, η στάση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, η οποία πάει να σταματήσει κάθε χρηματοδότηση έργου με άνθρακα στο φόντο (και το φυσικό αέριο μπορεί να θεωρείται καθαρότερο, αλλά παράγει αέρια του θερμοκηπίου η καύση του). Πάντως, ο EastMed έχει ενταχθεί (αρχές της δεκαετίας του 2010), και… ξαναενταχθεί στα Έργα Ευρωπαϊκού Ενδιαφέροντος, λόγω διασύνδεσης με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Φυσικού Αερίου.

 

Όμως, πυρήνας της υπόθεσης είναι η ύπαρξη ικανών ποσοτήτων που να μπορούν να «γεμίσουν», με οικονομικά χρήσιμους όρους, έναν EastMed. Η κυρίαρχη στο παιχνίδι των υδρογονανθράκων Αίγυπτος έχει (από το 2015) το game-changer κοίτασμα Zohr της ΕΝΙ, με 30 τρισ. κυβικά πόδια συν τα Salamat και Atoll-1 της ΒΡ με 5 τρισ. κ.π. έκαστο. Η Αίγυπτος όμως είναι η ίδια πελώρια αγορά, συν ότι έχει δύο σταθμούς υγροποίησης: στη Δαμιέτη (ENI) και στο Ίντκου (Shell, Petronas). Μόνον επειδή το 2018 της προέκυψε το Al Noor, πάλι της ΕΝΙ, με 80-90 τρισ. κ.π., θα μπορούσε να θέλει να στρέψει πόρους «προς Ευρώπη». Στο Ισραήλ, είχαμε ήδη το Leviathan (το 2010) από τη Noble με 22 τρισ. κ.π., λίγο νωρίτερα το Tamar με 8 τρισ. κ.π. και μεταγενέστερα τα Karish και Tannin (3,5 τρισ. κ.π.). Η Κύπρος είχε το 2011 την Αφροδίτη, από τις Noble/Delek, με 4,5 τρισ. κ.π. (ενώ υπήρξαν εκτιμήσεις για διπλάσια ποσότητα), το Καλυψώ με 7 τρισ. κ.π. από την ΕΝΙ, ήδη το Γλαύκος από Exxon Mobil/Qatar με 7-8 τρισ. κ.π.

 

Για να στηθεί και να λειτουργήσει οικονομικά ο EastMed, άμα κανείς δει ότι η Αίγυπτος και το Ισραήλ κατευθύνουν κυρίως φυσικό αέριο σε εσωτερική κατανάλωση και υγροποίηση, χρειάζεται πρακτικά είτε η Αίγυπτος να αλλάξει άποψη/κατεύθυνση εμπορικά· είτε νέα, σημαντικά κοιτάσματα να προκύψουν στην Κύπρο (και να μην ανακοπεί το ερευνητικό πρόγραμμα ΕΝΙ και ENI/Total από τις τουρκικές κινήσεις)· είτε, τέλος, να ξεκολλήσουν ΚΑΙ να αποδώσουν οι έρευνες νοτίως της Κρήτης.

 

Αυτή είναι η σκακιέρα στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου πάει και η Ελλάδα να παίξει.

Αφήστε ένα σχόλιο