Από τη διαμαρτυρία στην εξουσία

Δημοσιεύτηκε από economia 12/02/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2020, τ. 991

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

 

Φτάνει η ώρα των Πρασίνων στο πολιτικό σύστημα

 

 

Η ιστορία των Πρασίνων στη Γερμανία είναι μια σειρά εκρήξεων ανά δεκαετία. Πριν από 40 χρόνια μια εκκεντρική παρέα περιβαλλοντιστών, ειρηνιστών και ακτιβιστών του αντιπυρηνικού κινήματος συγκεντρώθηκαν στην Καρλσρούη για να δημιουργήσουν ένα πολιτικό κόμμα. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 το κόμμα σκόνταψε, καθώς δεν κατόρθωσε να στηρίξει την επανένωση της Γερμανίας, εν συνεχεία συγχωνεύθηκε με σχηματισμούς της κοινωνίας των πολιτών στην πρώην Ανατολική Γερμανία και κληρονόμησε ένα δύσχρηστο όνομα, που ακόμη και σήμερα επιβιώνει: Συμμαχία 90/Πράσινοι. Το 1998 το κόμμα συμμετέσχε στον σχηματισμό της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, όπου παρέμεινε επί 7 χρόνια ως το μικρότερο κόμμα του συνασπισμού με τους Σοσιαλδημοκράτες/SPD του Γκέρχαρντ Σρέντερ. Το 2011, έχοντας απογειωθεί στις δημοσκοπήσεις μετά την πυρηνική καταστροφή της Φουκουσίμα, πήρε στα χέρια του τον έλεγχο του πρώτου τους γερμανικού κρατιδίου: της Βάδης-Βυρτεμέργης, στα πλούσια νοτιοδυτικά της χώρας. Εκεί, ο Βίνφριντ Κρέτσμαν –άλλοτε κομμουνιστής, τώρα κεντρώος– παραμένει έως σήμερα πρωθυπουργός εκ μέρους των Πρασίνων. Τώρα, όμως, διαφαίνεται μια πέμπτη έκρηξη.

 

Τη στιγμή που οι Πράσινοι γιόρτασαν (στις 13 Ιανουαρίου) τα 40ά γενέθλιά τους, είχαν γίνει σταθερά το δεύτερο δημοφιλέστερο κόμμα στη Γερμανία (πίσω από τους Συντηρητικούς Χριστιανοδημοκράτες/CDU της Άνγκελα Μέρκελ) και δείχνουν μια όρεξη για εξουσία που θα είχε σοκάρει τους, με μια χίπικη διάθεση, προηγούμενους οπαδούς τους. Οι επόμενες γερμανικές εκλογές είναι για το φθινόπωρο του 2021 – αν, δηλαδή, ο χωλαίνων «Μεγάλος Συνασπισμός» μεταξύ CDU (και του αδελφού κόμματος της Βαυαρίας, του CSU) και SPD παραμείνει έως τότε ζωντανός. Ό,τι κι αν γίνει πάντως, μάλλον θα επαναφέρει τους Πρασίνους στην εξουσία, το πιθανότερο σε συμμαχία με CDU/CSU. Δεν είναι δε αδιανόητο να δούμε τη Γερμανία να αναδεικνύει για πρώτη φορά στον κόσμο Πράσινο ηγέτη (πλην μιας βραχύβιας πρωθυπουργίας, το 2004, στη Λετονία).

 

Την επιτυχία των Πρασίνων στη Γερμανία εξηγεί η σύγκλιση πολλών παραγόντων. Η ομοσπονδιακή δομή της χώρας προσφέρει στα μικρότερα κόμματα την ευκαιρία να κερδίσουν την εξουσία –και γενικό σεβασμό– στα Laender/τα κρατίδια. Η πολυδιάσπαση του πολιτικού σκηνικού και η ευλυγισία των ίδιων των Πρασίνων –συμμαχία με συντηρητικούς εδώ, με πρώην κομμουνιστές εκεί– τους έχει φέρει στην τοπική κυβέρνηση σε 11 από τα 16 κρατίδια, δηλαδή σε όσα είναι η SPD. Αυτό έδωσε σε στελέχη των Πρασίνων πρακτική εμπειρία στην τέχνη της διακυβέρνησης, έδωσε στο ίδιο το κόμμα ρίζες ανά τη Γερμανία και έθρεψε την όρεξη για εξουσία. Παράλληλα, οι Πράσινοι εξασφάλισαν de facto βέτο στο Bundestag (στην Άνω Βουλή της Γερμανίας), απ’ όπου συνέβαλαν στην αυστηροποίηση της νομοθεσίας για την ενέργεια και το κλίμα.

 

Αλλά και το ίδιο το κόμμα έχει κερδίσει σε συγκρότηση. Τα τελευταία χρόνια οι Πράσινοι είχαν επικεφαλής τον Ρόμπερτ Χάμπεκ και την Αναλένα Μπέρμποκ – ένα λαμπερό και χαρωπό δίδυμο που προσωποποιεί την πτέρυγα «Realo» (πραγματιστές) του κόμματος, απέναντι στους «Fundis» (φονταμενταλιστές, ριζοσπάστες). Ο Ρ. Χάμπεκ, 50 ετών, μονίμως ημιαξύριστος και πρώην υπουργός στο βόρειο κρατίδιο Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν, με χαλαρή διάθεση, δεν άργησε να βρεθεί στις πρώτες θέσεις δημοφιλίας στη Γερμανία. Η Αν. Μπέρμποκ, στα 39 της, είναι βουλευτίνα, ιδιαίτερα γρήγορης ευφυΐας και με πολύ καλή γνώση του κόμματος. Ενώ προηγούμενα ηγετικά δίδυμα (ένας από κάθε πτέρυγα) λειτουργούσαν με χωριστά κομματικά τιμάρια προκειμένου να παραμένει σε ειρήνη το κόμμα, το τωρινό ζευγάρι μοιράζεται στελέχη και φιλοσοφία – ακόμη και κοινό γραφείο διατηρούν. Οι Πράσινοι εμφανίζονται συνήθως ενωμένοι και η όρεξη της ηγεσίας τους για εξουσία διαχέεται ευρύτερα στην κομματική δομή: πρόσφατο συνέδριο του κόμματος τους επανεξέλεξε στην ηγεσία με πλειοψηφίες που θύμιζαν Βόρεια Κορέα. Αυτό τους δίνει κατάλληλη στήριξη ώστε να βρεθούν πολιτικά κερδισμένοι από την εμμονή των Γερμανών ψηφοφόρων με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

 

 

Όταν οι Πράσινοι αναπτύσσουν μυς

Κυρίως, όμως, οι Πράσινοι διευρύνουν τις πολιτικές που προωθούν. «Προσπαθούμε σκληρά να μην θεωρούμαστε μονοθεματικό κόμμα», λέει ο Ρ. Χάμπεκ. Δείτε για παράδειγμα τις δημόσιες επενδύσεις, όπου ο σχεδιασμός των Πρασίνων αποτελεί ευχάριστη αντίθεση σε σχέση με τη δογματική λιτότητα του CDU και άλλων. Οι Πράσινοι επιθυμούν να κερδίσουν το χαμένο λόγω υποεπένδυσης έδαφος στη Γερμανία, με δανεισμό 35 δισ. ευρώ τον χρόνο, προκειμένου να αναβαθμίσουν τις μεταφορές, την ψηφιακή και ενεργειακή υποδομή και άλλους τομείς. Για να το πράξουν, θα χαλαρώσουν το συνταγματικά θεσπισμένο «φρένο χρέους» που περιορίζει τα ελλείμματα – και τούτο με την αξιοποίηση πιο γενναιόδωρων ήδη κανόνων σε επίπεδο ΕΕ. (Δύσκολο, πλην εφικτό, σύμφωνα με τον Ρ. Χάμπεκ.) Μια δεύτερη πτυχή είναι μια κοινωνική πολιτική που ευθέως απευθύνεται στους απογοητευμένους ψηφοφόρους του SPD. Οι Πράσινοι ζητούν μεγαλύτερο κατώτατο μισθό, θέσπιση πλαφόν στα ενοίκια, καθώς και ένα πιο γενναιόδωρο κράτος πρόνοιας στη Γερμανία (με τη χαλάρωση προηγούμενων μεταρρυθμίσεων).

 

Η εξωτερική πολιτική παρουσιάζει περισσότερες δυσκολίες. Πολλοί Πράσινοι έχουν αφήσει πίσω τον παλιό τους πασιφισμό. Έχουν υιοθετήσει σκληρή γραμμή απέναντι στην Κίνα (είναι αντίθετοι με την πρόσκληση προς τη Huawei να χτίσει το δίκτυο 5G στη Γερμανία) και στη Ρωσία (είναι εναντίον του αγωγού φυσικού αερίου NordStream 2, που κατασκευάζεται με στήριξη του Κρεμλίνου). Όμως, αυτές οι θέσεις δεν αποτελούν και ευρύτερη στρατηγική. Από το 1999, οπότε το κόμμα διχάστηκε γύρω από τη στήριξη ή μη της επέμβασης στο Κόσοβο, δεν έπαψε να εντείνεται η καχυποψία έναντι των στρατιωτικών επεμβάσεων στο εξωτερικό. Το κόμμα είναι αντίθετο με εκείνο που ο Ρ. Χάμπεκ αποκαλεί «συμβολικό» στόχο του ΝΑΤΟ για διάθεση 2% του ΑΕΠ στην άμυνα. Αντιθέτως, ζητούν μια κάπως ομιχλώδη ενίσχυση κοινών αμυντικών δυνατοτήτων και συνεργασία με τους Ευρωπαίους συμμάχους. Όμως η Γαλλία, ο πιο σημαντικός εταίρος της Γερμανίας, θέλει να αναβαθμίσει την αμυντική βοήθεια σε τόπους όπως το Σαχέλ [στην υποσαχάρια Αφρική]. «Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, Ευρωπαίοι στρατιώτες –συμπεριλαμβανομένων Γερμανών– θα πρέπει να είναι έτοιμοι να αναπτυχθούν», λέει ο Ρ. Χάμπεκ, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι το θέμα αυτό αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση για το κόμμα του.

 

Δύσκολοι συμβιβασμοί χτίζονται και στα θέματα του κλίματος, που αποτελεί για τους Πρασίνους εμβληματική υπόθεση. Μολονότι χρειάστηκε να πολεμήσουν προκειμένου να απαλλαγούν από την εικόνα συνοφρυωμένων ηθικολόγων της οικολογίας που επιτίθενται με απαγορεύσεις εναντίον όσων οδηγούν ή έστω τρώνε κρέας, οι Πράσινοι μιλούν και πάλι για απαγορεύσεις, με τον Ρ. Χάμπεκ να τις αποκαλεί «προϋπόθεση της ελευθερίας». Οι Πράσινοι ζητούν τη σταδιακή κατάργηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα και της λειτουργίας μηχανών εσωτερικής καύσης (σε νέα αυτοκίνητα) μέχρι το 2030. Ζητούν επίσης φθηνότερα τρένα, ακριβότερα αεροπλάνα, ευρωπαϊκούς δασμούς επί εκείνων των εισαγωγών που δεν είναι φιλικές προς το κλίμα, καθώς και υψηλότερα τέλη επί των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (μαζί και με αποζημίωση προς όσους επιβαρύνονται από τις εκπομπές αυτές). Συνολικά όμως, το κόμμα επιδιώκει να αξιοποιήσει τη δύναμη των αγορών και της καινοτομίας, όχι να φοβίσει τους εκλογείς με ριζοσπαστικές προτάσεις που παραπέμπουν σε στέρηση. Οι Πράσινοι επιδιώκουν προσεκτικά να έχουν σχέσεις με τον επιχειρηματικό τομέα. Ο Β. Κρέτσμαν, ο πλέον πετυχημένος πολιτικός των Πρασίνων, βρίσκεται στοργικά κοντά στις αυτοκινητοβιομηχανίες, οι οποίες απασχολούν χιλιάδες κόσμο στο Land του. Οι Πράσινοι, πάντως, δεν έχουν απομακρυνθεί από την ιδρυτική τους αντίθεση προς την πυρηνική ενέργεια – κι ας έχει μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα.

 

Το κοινό νήμα που συνδέει τους Πρασίνους είναι το λίγο απ’ όλα: φιλική προς το κλίμα ανάπτυξη, που δεν θα θίγει τις εταιρείες αλλά ούτε και τους φτωχούς· επενδύσεις αλλά και δημοσιονομική υπευθυνότητα· εξωτερική πολιτική που συνδυάζει ηθική με ρεαλισμό – όλα αυτά τυλιγμένα σε σημαία της ΕΕ. Η στήριξη αυτών των στοιχείων είναι το πλησιέστερο που προσφέρει το κόμμα στην πολιτική φιλοσοφία, κατά τον Ρ. Χάμπεκ. «Η κοινωνία έχει αλλάξει και η λογική του μονοδιάστατου κόμματος δεν είναι πια λειτουργική», εξηγεί. «Αν θεωρείτε ότι οι Πράσινοι δίνουν απαντήσεις, τότε μπορείτε να μας ψηφίσετε – είτε είστε ηλικιωμένη νοικοκυρά, είτε πανκ στο Βερολίνο».

 

Τα στοιχεία που υπάρχουν στηρίζουν μέχρις ενός σημείου τον ισχυρισμό του κόμματος ότι υπερβαίνει τον διαχωρισμό Δεξιάς-Αριστεράς. Στις Ευρωεκλογές του Μαΐου 2019, όπου οι Πράσινοι βρέθηκαν στη δεύτερη θέση με 20,5%, είχαν πάρει τον ίδιο περίπου αριθμό ψήφων από το CDU όσο και από την SPD. (Πήραν σχεδόν το σύνολο των ψήφων πολιτών ηλικίας κάτω των 60). Καθώς δε οι Γερμανοί υιοθετούν έναν πιο «πράσινο» τρόπο ζωής, το κόμμα τούς ανταποδίδει τη θετική προαίρεση υιοθετώντας τοπικά έθιμα και παραδόσεις: «Μου αρέσουν τα φεστιβάλ μπίρας, χαίρομαι το Dirndl μου [το παραδοσιακό γυναικείο ένδυμα της Βαυαρίας]», εξομολογείται χαμογελαστή η Καταρίνα Σούλτζε, που ηγήθηκε των Πρασίνων στη Βαυαρία το 2018, πετυχαίνοντας το καλύτερο αποτέλεσμα όλων των εποχών μετά από μιαν ανάλογη καμπάνια.

 

Πρόσφατη δημοσκόπηση αποκάλυψε ότι οι ψηφοφόροι τάσσονται υπέρ ενός Συνασπισμού CDU/CSU-Πρασίνων μετά τις επόμενες εκλογές. Άλλοτε μια τέτοια συνεργασία «μαύρο (συντηρητικοί)-πράσινο» ήταν αδιανόητη, τώρα όμως η ιδέα αυτή διαδίδεται. Ο Β. Κρέτσμαν ηγείται παρόμοιου συνασπισμού από το 2016, ενώ και στην Έσση (άλλο πλούσιο κρατίδιο) υπάρχει ανάλογο σχήμα, με επικεφαλής όμως συντηρητικό. (Στην Αυστρία, άλλωστε, οι Πράσινοι συμφώνησαν να συμμετάσχουν με το Λαϊκό Κόμμα του Σεμπάστιαν Κουρτς σε συνασπισμό.) Υπήρξε μια αδιέξοδη προσπάθεια μετά τις εκλογές του 2017 στη Γερμανία, όταν CDU/CSU, Πράσινοι και οι Φιλελεύθεροι/FDP επιχείρησαν χωρίς αποτέλεσμα να συμπήξουν τρίχρωμο/“Jamaica” συνασπισμό. Την επόμενη όμως φορά, το να βρεθεί δυνατότητα συμφωνίας για τα θέματα Ευρωζώνης, κοινωνικής πολιτικής, παροχής ασύλου και κλιματικής αλλαγής θα μπορούσε να αποδειχθεί προβληματική υπόθεση, με τους CDU/CSU να απαιτούν παραχωρήσεις των Πρασίνων στα θέματα αμύνης, τις οποίες η κομματική τους βάση δύσκολα θα κατάπινε. […]

 

Συνασπισμός με Πρασίνους επικεφαλής μαζί με το SPD και τη σκληροπυρηνική Αριστερά/Die Linke αποτελεί μια άλλη εναλλακτική, αλλά εδώ οι αριθμοί δεν αρκούν ακόμη. Όμως, οι πιθανότητες Πράσινου Καγκελάριου σημαίνει ότι οι Μπέρμποκ και Χάμπεκ θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν τα δύσκολο ερώτημα ποιος από τους δύο θα αναλάβει. Πολλοί εσωτερικοί παράγοντες παραδέχονται διακριτικά ότι θα προτιμούσαν την Αν. Μπέρμποκ, όμως ο χαρισματικός και υψηλού προφίλ Ρ. Χάμπεκ προηγείται.

 

Αυτού του είδους οι σκέψεις κρύβουν την ανησυχία πολλών Πρασίνων μήπως οι τωρινές επιτυχίες στις δημοσκοπήσεις αποβούν φευγαλέες όσο και οι προηγούμενες – ιδίως άμα η αποεπιτάχυνση της οικονομίας εκτοπίσει την κλιματική αλλαγή στις προτεραιότητες του εκλογικού σώματος. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί (όμως για την ώρα κανένα από τα κόμματα που σήμερα κυβερνούν δεν δείχνει να ανακάμπτει), ενώ οι ήδη ευρύτερες πολιτικές των Πρασίνων αποτελούν εγγύηση για τους ψηφοφόρους. Για την ώρα, το κόμμα δείχνει να πορεύεται σταθερά προς την κυβέρνηση.

Αφήστε ένα σχόλιο