Το κεφάλαιο τον 14ο αιώνα

Δημοσιεύτηκε από economia 19/02/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2020, τ. 991

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

 

Νέες έρευνες δείχνουν ότι η έννοια της μακράς στασιμότητας υπήρχε ανάμεσά μας εδώ και αιώνες

 

 

 

Πόσο χαμηλά μπορούν να πέσουν τα επιτόκια; Πρόκειται για ένα ερώτημα που προκαλεί ανησυχία στους κεντρικούς τραπεζίτες ανά τον κόσμο. Από τις μέρες της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-08, τα επιτόκια έχουν πιεσθεί προς τα κάτω σε επίπεδα άνευ προηγουμένου προκειμένου να στηριχθεί στις οικονομίες η ανάπτυξη. Με τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών να βρίσκονται κοντά στο μηδέν ή και κάτω απ’ αυτό σε μεγάλο μέρος του κόσμου, έχουμε περιορισμένο χώρο για πρόσθετες μειώσεις και καταπολέμηση της επόμενης ύφεσης. Σε συνέδριο της Ένωσης Αμερικανών Οικονομολόγων/ΑΕΑ, στις 4 Ιανουαρίου, ο πρώην πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ/της Fed, Μπεν Μπερνάνκι, διερωτήθηκε κατά πόσον η Fed μπορεί να κρατήσει μακροπρόθεσμα τα ονομαστικά επιτόκια στο 2% ή και παραπάνω, οπότε θα μπορούσε να ανταποκρίνεται με τη βοήθεια μορφών πολιτικής όπως η ποσοτική χαλάρωση. Δυστυχώς, κείμενο εργασίας(*) που είχε δημοσιεύσει μόλις μία μέρα νωρίτερα η Τράπεζα της Αγγλίας δείχνει ότι τα επιτόκια μπορεί να χρειαστεί να υποχωρήσουν ακόμη περισσότερο.

 

Οι περισσότερες έρευνες σχετικά με τις μακροπρόθεσμες τάσεις των επιτοκίων έχουν στηριχθεί σε στοιχεία του περασμένου αιώνα. Όμως, ο Paul Schmelzing, της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Γέιλ, έχει συγκεντρώσει στοιχεία για τα πραγματικά επιτόκια (δηλαδή μετά από διόρθωση, ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο πληθωρισμός), τα οποία καλύπτουν το 78% του ΑΕΠ των ανεπτυγμένων χωρών της υφηλίου μέχρι και από τις αρχές του 14ου αιώνα – δηλαδή τότε που άρχισε να αναδύεται ο καπιταλισμός και οι ελεύθερες αγορές του. Εκείνο που διαπίστωσε είναι ότι τα πραγματικά επιτόκια υποχωρούν κατά 0,006-0,016 εκατοστιαίες μονάδες ετησίως, από τα τέλη του Μεσαίωνα και μετά (βλέπε Διάγραμμα). Το μέγεθος αυτό μπορεί να φαίνεται μικρό, όμως σημαίνει ότι τα πραγματικά επιτόκια έχουν πέσει από ένα μέσο επίπεδο 10% τον 15ο αιώνα σε μόλις 0,4% το 2018.

 

Αυτό το συμπέρασμα υπονομεύει τον ισχυρισμό ότι η έννοια της «μακράς στασιμότητας»/secular stagnation αποτελεί μια πρόσφατη δυσλειτουργία των οικονομιών. Η έννοια αυτή βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων αφότου, το 2013, τη χρησιμοποίησε ο Larry Summers του Χάρβαρντ προκειμένου να περιγράφει τις πτωτικές αποδόσεις των επενδύσεων και των ρυθμών ανάπτυξης στην αμερικανική οικονομία μετά τη δεκαετία του ‘70. Αντιθέτως, τα στοιχεία του. P. Schmelzing δείχνουν ότι αυτή η μακρά στασιμότητα, στο μέτρο που σημαίνει πτωτικά επιτόκια, υπήρξε χαρακτηριστικό στοιχείο του καπιταλισμού από γενέσεώς του. Η υποχώρηση των επιτοκίων από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 μπορεί να μην είναι τόσο συνέπεια οξύτερων προβλημάτων (όπως, π.χ., της γήρανσης του πληθυσμού), αλλά η επιστροφή των αγορών σε μια μακροχρόνια τάση αιώνων.

 

Τα ίδια στοιχεία αντιτίθενται και προς ορισμένα από τα επιχειρήματα του Κεφαλαίου τον 21ο αιώνα του Thomas Piketty, ενός από τα μεγαλύτερα μπεστ-σέλερ των Οικονομικών όλων των εποχών. Σύμφωνα με τον Piketty, η απόδοση του κεφαλαίου παραμένει σταθερή και είναι μονίμως υψηλότερη από το ποσοστό της οικονομικής ανάπτυξης. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο καπιταλισμός οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα, καθώς κατά Piketty δεν υπάρχουν δυνάμεις που να αντιτίθενται στη σταθερή συγκέντρωση του πλούτου. Αν τα πραγματικά επιτόκια –και, συνεπώς, οι αποδόσεις του κεφαλαίου– είναι πτωτικά εδώ και αιώνες, μπορεί μια τέτοια δύναμη να υπάρχει.

 

Τα συμπεράσματα του P. Schmelzing δημιουργούν μια ακόμη πιο απειλητική πρόκληση για τους κεντρικούς τραπεζίτες. Αν αυτή η ιστορική τάση συνεχισθεί, τότε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2020 τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια θα έχουν φθάσει παγκοσμίως σε μονίμως αρνητικό έδαφος. Μέχρι τα τέλη του 21ου αιώνα, θα τα έχουν ακολουθήσει και τα μακροπρόθεσμα επιτόκια. Τότε, ακόμη και οι αντισυμβατικές νομισματικές πολιτικές, που στηρίζονται στη συμπίεση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων, θα πάψουν να έχουν αποτέλεσμα. Οι δε ελπίδες για ονομαστικά επιτόκια της τάξεως του 2% ή και παραπάνω –σε μακροπρόθεσμη βάση– θα αποδειχθούν όνειρα θερινής νυκτός.

 

 

 

 

 

(*) P. Schmelzing, “Eight centuries of global real interest rates, R-G, and the ‘suprasecular’ decline, 1311-2018”, Bank of England Staff Working Paper No. 845, January 2020.

Αφήστε ένα σχόλιο