Μόλις που συγκλίναμε με τους ουραγούς

Δημοσιεύτηκε από economia 20/02/2020 0 Σχόλια Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2020, τ. 991

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ του Χάρη Σαββίδη

 

 

 

 

Ο μεταρρυθμιστικός οίστρος της εποχής των Μνημονίων πρέπει να διατηρηθεί, προειδοποιούν σε μελέτη τους οι Π. Τσακλόγλου - Μ. Αναστασάτου

 

 

 

Με ένα δύσκολο στοίχημα βρίσκεται αντιμέτωπη η ελληνική οικονομία στην αφετηρία της μεταμνημονιακής εποχής: Να διατηρήσει τον μεταρρυθμιστικό οίστρο, πλέον ως αποτέλεσμα επιλογής και όχι επιβολής. Αυτό υποστηρίζουν τουλάχιστον σε μελέτη τους, που πρόσφατα δημοσιεύτηκε από το Παρατηρητήριο για την Κρίση (ΕΛΙΑΜΕΠ σε συνεργασία με το Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη), ο καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Πάνος Τσακλόγλου και το στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος Μαριάνθη Αναστασάτου.

 

Έχοντας και οι δύο εμπειρίες από την «πρώτη γραμμή» των διαπραγματεύσεων στα χρόνια της κρίσης [μεταξύ άλλων, ο Τσακλόγλου ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στο Euroworking Group και η Αναστασάτου ως συνεργάτιδα του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (ΣΟΕ)], έστρεψαν τη μελέτη τους στα αποτελέσματα των διαρθρωτικών αλλαγών που προωθήθηκαν στο πλαίσιο των Μνημονίων. «Οι μεταρρυθμίσεις ήταν πολλές και δύσκολες», υπογραμμίζει ο καθηγητής Τσακλόγλου. «Ένα μέρος τους αφορούσε την αγορά εργασίας, κάποιες (αν και χρειάζονταν περισσότερες) την αγορά προϊόντων και αρκετές τον δημόσιο τομέα, όπου όμως πρέπει να γίνει ακόμα πολλή δουλειά».

 

Η μελέτη επικεντρώνεται στις τελευταίες, δηλαδή στις μεταρρυθμίσεις με επίπτωση στη δημοσιονομική πολιτική, υιοθετώντας ως κριτήριο το κατά πόσον από την κάθε παρέμβαση προκύπτει δημοσιονομικό αποτύπωμα. Το βασικό ερώτημα που επιδίωξαν να απαντήσουν στη μελέτη τους ήταν «πώς οι αλλαγές αυτές επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζει, υλοποιεί και παρακολουθεί το κράτος τις πολιτικές του». Εξέτασαν, επίσης, δύο τομείς με μεγάλες δαπάνες πέραν του στενού Δημοσίου: τα ασφαλιστικά ταμεία και την υγεία.

 

«Αν και στο ξέσπασμά της η κρίση υπήρξε δημοσιονομική (αδυναμία αναχρηματοδότησης του δανεισμού), νομίζω ότι επί της ουσίας η οικονομία αντιμετώπιζε πρόβλημα ανταγωνιστικότητας», υποστηρίζει ο καθηγητής του ΟΠΑ. «Αυτό που τελικά πυροδότησε την κρίση ήταν το δημοσιονομικό έλλειμμα και η αδυναμία αναχρηματοδότησης του χρέους από τις αγορές. Πλην όμως, την ίδια περίοδο, εκτός από το έλλειμμα στο δημοσιονομικό ισοζύγιο καταγραφόταν και τεράστιο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών – είχαμε, δηλαδή, αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούμε δίδυμα ελλείμματα. Αυτά τα ελλείμματα ήταν πολύ μεγαλύτερα από τα τυπικά δίδυμα ελλείμματα τα οποία βλέπουμε σε μια χώρα σε κρίση, ακόμα και αναπτυσσόμενη. Στα τέλη του 2008 το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ξεπέρασε το 15%! Την επόμενη χρονιά το έλλειμμα του προϋπολογισμού ήταν άνω του 15%».

 

 

Η μεγάλη αυτή ανισορροπία ήταν αποτέλεσμα ενός ελλείμματος ανταγωνιστικότητας, που «με τη σειρά του οφείλεται στην απουσία μεταρρυθμίσεων μετά την είσοδο στην Ευρωζώνη», σύμφωνα πάντα με τον Π. Τσακλόγλου. «Υπενθυμίζω ότι τότε, εξαιτίας της απώλειας του εργαλείου της ισοτιμίας και της ελεύθερης ροής κεφαλαίου, οι οικονομολόγοι προειδοποιούσαν για τη σημασία που πλέον αποκτούσε το μοναδιαίο κόστος εργασίας. Αυτό, αντί να συγκρατηθεί, κινήθηκε σταθερά ανοδικά, κυρίως εξαιτίας της απουσίας μεταρρυθμίσεων». Όταν, το 2010, ξεκίνησαν οι μεταρρυθμίσεις, η Ελλάδα είχε να καλύψει πάρα πολύ έδαφος. Και, σε σημαντικό βαθμό, τα κατάφερε.

 

Ένα από τα βασικότερα συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι «καμία χώρα δεν σημείωσε τόσες μεταρρυθμίσεις όσες η Ελλάδα στην περίοδο των Μνημονίων». Πλην όμως, η εξαιρετικά χαμηλή αφετηρία αλλά και η συνεχής υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων από τις άλλες χώρες όχι μόνο δεν επιτρέπουν τον εφησυχασμό, αλλά προειδοποιούν για την ανάγκη συνέχισης των διαρθρωτικών αλλαγών.

 

Επιλέγοντας να εστιάσει σε κάποιες από τις αλλαγές, η Μ. Αναστασάτου αναφέρει την υιοθέτηση του ενιαίου μισθολογίου και την ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων. Πρόκειται για δύο αλλαγές που συνάντησαν μεγάλες αντιδράσεις και σε μεγάλο βαθμό η δημόσια συζήτηση δεν εστίασε στον δομικό χαρακτήρα τους: «Η αντιπαράθεση αφορούσε τις περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, πλην όμως για πρώτη φορά υιοθετήθηκαν ενιαίοι μισθολογικοί κανόνες στη βάση της ευθύνης που αναλαμβάνουν και της απόδοσης που έχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Στο ασφαλιστικό για πρώτη φορά μπήκαν ίδιοι κανόνες σε όλα τα ταμεία και κατόπιν όλα τα ταμεία ενοποιήθηκαν σε ένα (τον ΕΦΚΑ)». Πραγματική κοσμογονία έγινε στο ΓΛΚ, όπου «οι νέοι κανόνες επέτρεψαν στο αξιόλογο προσωπικό να κάνει πολύ καλύτερα τη δουλειά του, με αποτέλεσμα να έχουμε πλέον αξιόπιστα δημοσιονομικά στοιχεία».

 

Υπάρχει ακόμα σημαντική δουλειά να γίνει προς όλες τις κατευθύνσεις. «Αν θέλουμε να παραμείνουμε μια κοινωνία με υψηλό βιοτικό επίπεδο, θα πρέπει να παραμείνουμε αταλάντευτα στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων», υποστηρίζει ο Π. Τσακλόγλου. Η Μ. Αναστασάτου, από την πλευρά της, προειδοποιεί ότι η δημόσια δαπάνη για το ασφαλιστικό σύστημα παραμένει μακράν η υψηλότερη στην ΕΕ, συνεχίζοντας να αποτελεί μια «δημοσιονομική βόμβα». Μετά την ενοποίηση των… τίτλων και των δομών θα πρέπει να ακολουθήσει και η πραγματική ενοποίηση των Ταμείων.

 

Πρόκειται ασφαλώς για ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, καθώς πάντα υπάρχουν ισχυρές αντιδράσεις. Χαρακτηριστική είναι η εμπειρία από την προσπάθεια Γιαννίτση, προ εικοσαετίας, αλλά και οι δυσκολίες του Μακρόν να προωθήσει αντίστοιχες αλλαγές στη Γαλλία. Πλην όμως, από το 2000 μέχρι σήμερα πάνω από τα δύο τρίτα της αύξησης του δημοσίου χρέους οφείλονται στη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων του συνταξιοδοτικού συστήματος. «Αν μπορούμε να μιλήσουμε για πιστοποιητικό γέννησης της κρίσης, αυτό πάνω του δεν γράφει 2010 αλλά 2001 – τη χρονιά στην οποία η τότε κυβέρνηση ηττάται στο ζήτημα της μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος· κι από κει και μετά εγκαταλείφθηκαν σε μεγάλο βαθμό οι προσπάθειες σημαντικών μεταρρυθμίσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα», αναφέρει ενδεικτικά ο καθηγητής του ΟΠΑ.

 

Στον τομέα της υγείας, το πρόβλημα εντοπίζεται στον νοσοκομειοκεντρικό χαρακτήρα του συστήματος: Στην Ελλάδα ή θα μαντέψεις τι έχεις για να πας στον κατάλληλο γιατρό ή θα επιβαρύνεις τα νοσοκομεία. Ως αποτέλεσμα αυτού, καθώς και λόγω της υπερσυνταγογράφησης, οι δαπάνες για φάρμακα και νοσηλεία ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι υψηλότερες από τις άλλες χώρες της ΕΕ. Αντίθετα, όπως επισημαίνει η Μ. Αναστασάτου, η Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά των χωρών της ΕΕ σε δαπάνες για προληπτική ιατρική, μακροχρόνια φροντίδα και πρωτοβάθμια περίθαλψη. «Απαιτούνται νέες δομές, όπως ο οικογενειακός γιατρός και τα μικρά κέντρα υγείας. Επιπλέον, καθώς αυξάνεται ο μέσος όρος ζωής και οι κοινωνίες γερνούν, απαιτούνται κατάλληλες δομές φροντίδας για τους χρονίως πάσχοντες, ώστε να μην γεμίζουν τα νοσοκομεία και να μην σπαταλώνται πόροι είτε δημόσιοι (η παραμονή στα νοσοκομεία είναι κατά πολύ ακριβότερη από την παραμονή σε μονάδες μακροχρόνιας φροντίδας) είτε ιδιωτικοί (π.χ. να φροντίζει τον ασθενή κάποιος συγγενής, πολύ συχνά με λάθος τρόπο)».

 

 

Πέρα από τα όσα περιλαμβάνονται στη μελέτη, περιθώρια νέων παρεμβάσεων και χρήσιμων αλλαγών υπάρχουν και στο ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας του ιδιωτικού τομέα. Και σ’ αυτή την κατεύθυνση έχουν γίνει βήματα, πλην όμως παραμένουν εκκρεμότητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η υιοθέτηση σύγχρονων κανόνων και πρακτικών εταιρικής διακυβέρνησης, όπου βέβαια ανασταλτικά λειτουργεί το εξαιρετικά μικρό μέγεθος της συντριπτικής πλειονότητας των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Σύμφωνα μάλιστα με τον Π. Τσακλόγλου, αυτή είναι «η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής οικονομίας, που συχνά οδηγεί σε εισφοροδιαφυγή, φοροδιαφυγή, καταπάτηση εργασιακής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας».

 

Ίσως κάποιες λύσεις και ένας νέος δυναμισμός να προκύψουν από τις αλλαγές που φέρνει η 4η βιομηχανική επανάσταση, οι οποίες προσφέρονται για μικρές κλίμακες. Αισιόδοξος είναι, επίσης, ο Π. Τσακλόγλου ως προς τις επιπτώσεις που αυτές οι αλλαγές θα έχουν στην απασχόληση, καθώς «οι αγορές μπορεί να καταστρέφουν δουλειές, πλην όμως μακροχρονίως δημιουργούν νέες, οι οποίες μπορεί να είναι περισσότερες από αυτές που καταστρέφονται». Όσο για τα περιθώρια που υπήρχαν να είχε γίνει κάτι ριζικά διαφορετικά στα χρόνια των Μνημονίων, ο πρώην επικεφαλής του ΣΟΕ εμφανίζεται επιφυλακτικός. Το σίγουρο είναι ότι όσο τα χρόνια περνούσαν, αυτό γινόταν και δυσκολότερο: «Στην πρώτη περίοδο της κρίσης γίνονταν διαδηλώσεις στην Αθήνα και ανέβαιναν π.χ. τα spreads της Πορτογαλίας, ενώ το 2015, παρά το δημοψήφισμα και την αναταραχή στην Ελλάδα, τα πορτογαλικά spreads υποχωρούσαν – πλέον φόβος μετάδοσης δεν υπήρχε και άρα ούτε περιθώρια ελιγμών για την ελληνική πλευρά».

 

Αφήστε ένα σχόλιο