Γηραλέα, πλούσια και διαιρεμένη

Δημοσιεύτηκε από economia 25/02/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2020

τ. 991 από τον Τhe Economist 

 

 

Το σύνολο του πλούσιου κόσμου γερνάει, όμως οι δημογραφικές εξελίξεις

 

θα μπορούσαν να διαλύσουν την Ευρώπη

 

 

Για τους Βούλγαρους επιχειρηματίες, το μέτωπο των προσλήψεων κινδυνεύει να γίνει εφιάλτης. Το να βρει κανείς τορναδόρο –ικανό ή και μέτριο– χρειάζεται πάνω από έξι μήνες, ενώ ενδεχομένως απαιτεί σοβαρή αμοιβή προς εταιρεία εύρεσης προσωπικού. Οι παλιότεροι, καλύτεροι μηχανουργοί συνταξιοδοτούνται (αυτό είναι το παράπονο του Julian Stephanov, που διατηρεί μεταποιητική μονάδα κοντά στη Σόφια), ενώ λίγοι είναι οι νέοι που διαθέτουν τις αναγκαίες δεξιότητες. Ένα πρόβλημα είναι η έλλειψη κατάρτισης. Άλλο όμως είναι ότι στη Βουλγαρία το εργατικό δυναμικό έχει συρρικνωθεί κατά 6% από το 2008. Η αδιάκοπη ισχυρή μετανάστευση και τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων δείχνουν ότι κινδυνεύει να περιορισθεί κατά 1/3 μέχρι το 2050.

Σ’ όλη την Ευρώπη, οι άνθρωποι ζουν περισσότερο και αποκτούν λιγότερα παιδιά. Οι ίδιες τάσεις παρατηρούνται και σε άλλες πλούσιες χώρες, καθώς και σε πολλές αναπτυσσόμενες – όμως, η αντιμετώπισή τους θα είναι δυσκολότερη στην Ευρώπη, όπου η ημιτελής της ένωση σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα και ότι πολλές χώρες μοιράζονται ένα κοινό νόμισμα, πλην όμως δεν υφίσταται κοινή δημοσιονομική πολιτική, ούτε και ενιαία στρατηγική αντιμετώπισης της γήρανσης του πληθυσμού.

 

Οι επενδυτές έχουν συνειδητοποιήσει απόλυτα ορισμένες από τις αδυναμίες της Ευρώπης. Η κρίση του δημοσίου χρέους έδειξε ότι η σύγκλιση των ποσοστών πληθωρισμού και των επιτοκίων δεν εξασφαλίζουν –αφ’ εαυτών– τη λειτουργία μιας βιώσιμης νομισματικής ένωσης ή ενός ενοποιημένου τραπεζικού συστήματος. Θα χρειαζόταν επιπρόσθετη σύγκλιση των μισθολογικών διαπραγματεύσεων, των κανονιστικών ρυθμίσεων κ.ο.κ., αν ήταν να αποφευχθεί η δημιουργία ανισορροπιών μεταξύ χωρών. Όμως, λιγότερο έχει συνειδητοποιηθεί η αντίληψη ότι οι δημογραφικές εξελίξεις μπορούν να σημάνουν και διάλυση της Ένωσης.

 

Μολονότι η μετανάστευση φέρνει στην Ευρώπη περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους φεύγουν απ’ αυτήν, η εκτίμηση του ΟΗΕ είναι ότι μέχρι το 2050 ο πληθυσμός της θα έχει μειωθεί κατά 5%. Μέχρι τότε, η μέση ηλικία των Ευρωπαίων θα είναι 47 ετών – δηλαδή 9 χρόνια μεγαλύτερη απ’ ό,τι στην αρχή του αιώνα και 4 χρόνια μεγαλύτερη από του μέσου Αμερικανού. Το 2015 υπήρχε στην Ευρώπη ένας άνθρωπος ηλικίας άνω των 65 ετών για κάθε 4 που βρίσκονταν σε ηλικία εργασίας (δηλαδή ποσοστό ηλικιακής εξάρτησης γύρω στο 25%). Μέχρι το 2050 θα υπάρχουν 2, έναντι 3 στην Αμερική.

 

Ορισμένες χώρες θα υποφέρουν ακόμη χειρότερα. Ισπανία και Ιταλία αναμένεται να έχουν χάσει περισσότερο από το ¼ του εργατικού τους δυναμικού μέχρι το 2050. Κατά μέσο όρο, οι πληθυσμοί του Νότου και της Ανατολής αναμένεται να συρρικνωθούν κατά 10% περίπου. Με λιγότερους εργαζομένους, οι χώρες αυτές κινδυνεύουν να δουν τους ρυθμούς ανάπτυξής τους να παραμένουν στάσιμοι, τη στιγμή που η αύξηση των συνταξιοδοτικών και υγειονομικών δαπανών θα οξύνει το πρόβλημα του δημοσίου χρέους.

Οι 28 χώρες-μέλη της ΕΕ κατηγοριοποιούνται σε τρεις ευρύτερες ομάδες. Οι γυναίκες στις βόρειες και δυτικές χώρες τείνουν να κάνουν περισσότερα παιδιά σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (εξαίρεση αποτελεί η Γερμανία). Μολονότι οι δείκτες γονιμότητάς τους είναι κάτω του 2,1 (που χρειάζεται για τη διατήρηση του πληθυσμού), η υψηλή μετανάστευση σημαίνει ότι οι χώρες αυτές θα συνεχίσουν να αυξάνονται.

 

Οι νότιες χώρες της Ευρώπης (δηλαδή η δεύτερη ομάδα) παρουσιάζουν πληθυσμιακή στασιμότητα ή και υποχώρηση. Οι δείκτες γονιμότητας είναι εδώ χαμηλότεροι, σε ορισμένες δε χώρες η εξερχόμενη μετανάστευση είναι υψηλότερη από την εισερχόμενη μετά το 2010. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ιταλίας: οι πιο ηλικιωμένοι Ιταλοί τείνουν να φεύγουν από την εργασία προτού βρεθούν σε ηλικία συνταξιοδότησης, ενώ η έλλειψη παιδικών σταθμών σημαίνει ότι πολλές γυναίκες δεν επιστρέφουν στη δουλειά τους όταν γεννήσουν. Μέχρι να φτάσουν στα 50 τους, μόνο λίγο περισσότερες από τις μισές γυναίκες εργάζονται. Σύμφωνα με τον οικονομολόγο Stefano Scarpetta του ΟΟΣΑ, το 2050 θα υπάρχουν στην Ιταλία περισσότεροι άνθρωποι άνω των 50 ετών εκτός αγοράς εργασίας παρά εργαζόμενοι οποιασδήποτε ηλικίας.

Οι πληθυσμοί της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, χωρών που αποτελούν την τρίτη ομάδα, υποχωρούν ταχύτατα επειδή οι χώρες αυτές έχουν υψηλή εξερχόμενη μετανάστευση. Σχεδόν 2,5 εκατομμύρια Ρουμάνοι σε ηλικία εργασίας (δηλαδή περίπου το 1/5 του πληθυσμού) ζουν αλλού εντός ΕΕ. Αυτές οι χώρες έχουν επίσης χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής των ηλικιωμένων και των γυναικών στην αγορά εργασίας (εξαίρεση αποτελούν οι βαλτικές χώρες, που ακολουθούν σκανδιναβικά πρότυπα). Η Πολωνία και η Ουγγαρία δίνουν οικονομικά κίνητρα για τις νέες γεννήσεις – όμως αυτά σπανίως αποδίδουν, σύμφωνα με μελέτες.

 

Αυτές οι δημογραφικές διαφορές επιδεινώνουν τις οικονομικές ανισότητες. Οι Νότιοι εκκινούν από μειονεκτική θέση. Η παραγωγικότητά τους είναι χαμηλή και, έτσι όπως υποχωρεί ο αριθμός των εργαζομένων, το ποσοστό ανάπτυξής τους θα χειροτερεύει. Το ακαθάριστο δημόσιο χρέος τους βρίσκεται ήδη ψηλά –στην Ιταλία είναι άνω του 130% του ΑΕΠ– και κινδυνεύει να επιβαρυνθεί κι άλλο. Η νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης –ίδια για όλους, ανεξαρτήτως διαφορών– μπορεί να φαίνεται όλο και λιγότερο κατάλληλη όσο οι αναπτυξιακές προοπτικές αποκλίνουν. 

 

Η ενδοευρωπαϊκή μετανάστευση στην ΕΕ (όπως και στις ΗΠΑ) έκανε τους εργαζομένους να μετακινούνται προς τις πλέον δυναμικές πόλεις και περιοχές. Μελέτη του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μεταρρυθμίσεων/CER δείχνει ότι οι λιγότερο πετυχημένες περιοχές τείνουν να είναι πιο γερασμένες και λιγότερο πετυχημένες. Η ΕΕ διαθέτει ένα Ταμείο για να ενισχύει τη «συνοχή», όμως οι πόροι του είναι περιορισμένοι και έχει λιγότερες δυνατότητες απ’ ό,τι οι εθνικοί προϋπολογισμοί προκειμένου να προβαίνει σε αναδιανομή από τους νικητές στους χαμένους.

 

Η Ευρώπη χρειάζεται συνεκτικές πολιτικές, αν είναι να παραμείνει ενωμένη όσο θα γερνάει. Θα έπρεπε να ενθαρρύνεται η εργασία των πιο ηλικιωμένων ανδρών και γυναικών, εκείνων δηλαδή που εμφανίζουν χαμηλότερη συμμετοχή στην αγορά εργασίας. Αν οι Ιταλίδες είχαν την τάση να εργάζονται όσο και οι Γερμανίδες, το εργατικό δυναμικό της Ιταλίας θα ήταν κατά 14% μεγαλύτερο. Αν εξασφαλιζόταν και αντίστοιχη συμμετοχή των πιο ηλικιωμένων, θα είχε προστεθεί άλλο ένα 5%.

 

Αν παρατηρήσει κανείς το πρότυπο της Γαλλίας, βλέπει ότι η εξασφάλιση φθηνής φροντίδας για τα παιδιά και ενθαρρύνει τις γυναίκες να μείνουν στην αγορά εργασία και στηρίζει τον δείκτη γονιμότητας. Όσοι εργαζόμενοι υπάρχουν μπορούν να αποκτήσουν καλύτερη κατάρτιση: η αυτοματοποίηση μπορεί να την ενισχύσει. Η βελτίωση της εκπαίδευσης και η επένδυση σε υποδομές μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα. Οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν ότι η ηλικία συνταξιοδότησης θα παρακολουθεί το προσδόκιμο ζωής. Όλες αυτές οι πολιτικές θα είχαν το πρόσθετο ωφέλημα ότι θα προσείλκυαν εισερχόμενη μετανάστευση και θα έπειθαν όσους σκέφτονται να προστεθούν στην εξερχόμενη μετανάστευση να παραμείνουν. […]

 

Όμως, η νομοθέτηση και η συνεχιζόμενη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων έχει αποδειχθεί δύσκολη υπόθεση. Οι μεταρρυθμίσεις που είχαν επιχειρηθεί συχνά ανακλήθησαν. Η μεγαλύτερη ηλικία συνταξιοδότησης που θεσπίστηκε το 2011 στην Ιταλία ανακλήθηκε εν μέρει πέρυσι. Το ίδιο συνέβη και στην Πολωνία, ακόμη και στη Γερμανία. Απεργίες στη Γαλλία εναντίον συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης βρίσκονται στον δεύτερο μήνα τους.

 

Το να δοθεί αποφασιστική απάντηση στο δημογραφικό πρόβλημα της Ευρώπης δεν θα είναι απλή υπόθεση, όμως η ίδια η επιβίωση της ΕΕ μπορεί να εξαρτάται απ’ αυτό.

 

Αφήστε ένα σχόλιο