Η εθνική κουλτούρα δεν ενθαρρύνει την ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου

Δημοσιεύτηκε από economia 26/02/2020 0 Σχόλια Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, τ. 991, Φεβρουάριος 2020

 

του Άγγελου Τσακανίκα,

επίκουρου καθηγητή ΕΜΠ

επιστημονικού υπεύθυνου Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας ΙΟΒΕ

 

 

 

 

 

 

Πρόσφατα παρουσιάστηκε από το ΙΟΒΕ η Ετήσια Έκθεση για την Επιχειρηματικότητας, που βασίζεται στο ερευνητικό πρόγραμμα Global Entrepreneurship Monitor (GEM). Το GEM αποτελεί μια ερευνητική κοινοπραξία από ινστιτούτα και πανεπιστήμια από όλο τον κόσμο, η οποία ξεκίνησε το 1999, και πλέον σε αυτήν συμμετέχουν πάνω από 60 χώρες. Στο πλαίσιο του έργου συλλέγονται εμπειρικά στοιχεία μέσω ερευνών στον πληθυσμό κάθε χώρας, καθώς και σε ειδικούς (experts) της επιχειρηματικότητας, με στόχο να αποτυπωθούν βασικοί δείκτες για την επιχειρηματικότητα αρχικών σταδίων. Τα αποτελέσματα της έρευνας που αφορά τις απόψεις των ειδικών της επιχειρηματικότητας παρουσιάζονται εδώ. Στην Ελλάδα ένα σύνολο 36 εμπειρογνωμόνων, πανεπιστημιακών, επιχειρηματιών, επενδυτών, διαμορφωτών πολιτικής κ.ά. επιλέγονται λόγω της εμπειρίας τους σε διάφορες διαστάσεις του επιχειρηματικού περιβάλλοντος (χρηματοδοτική υποστήριξη, εκπαίδευση, μεταφορά τεχνολογίας, κ.τ.λ.). Οι εμπειρογνώμονες καλούνται να απαντήσουν κυρίως κατά πόσο συμφωνούν με μια θέση, με βάση μια εννεαβάθμια κλίμακα Likert (1: απόλυτα λάθος … 9: απόλυτα σωστό).

 

Με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας το 2018, η Ελλάδα υστερεί σε σχέση με τις ευρωπαϊκές χώρες ως προς την επάρκεια πηγών για τη χρηματοδότηση επιχειρηματικών εγχειρημάτων, αν και εμφανίζει βελτίωση σε σύγκριση με το 2017. Παρά τη σχετική πύκνωση των χρηματοδοτικών εργαλείων στη χώρα με νέα funds, venture capital και τα παρόμοια, η διαθεσιμότητα και η πρόσβαση σε αυτά κρίνεται από τους εμπειρογνώμονες περιορισμένη. Αναφορικά με την αξιολόγηση πολιτικών για την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας, φαίνεται πως αυτές δεν είναι επαρκείς σε σύγκριση με επιλεγμένες ευρωπαϊκές χώρες, που τις αναφέρουμε εδώ ως «χώρες καινοτομίας». Αρκετά χαμηλά κατατάσσεται η Ελλάδα και σε θέματα επάρκειας πολιτικών για τη μείωση της γραφειοκρατίας και τη συνεκτικότητα της φορολογικής πολιτικής για τις νέες επιχειρήσεις[1], παρόλο που οι περισσότερες χώρες χαρακτηρίζουν τη γραφειοκρατία ως βασικό ανασταλτικό παράγοντα της επιχειρηματικότητας.

 

Οι εμπειρογνώμονες αξιολογούν δυσμενώς την εφαρμογή κυβερνητικών προγραμμάτων στήριξης της νέας επιχειρηματικότητας, όπως π.χ. υπηρεσίες μιας στάσης, θερμοκοιτίδες κ.τ.λ., παρά τη βελτίωση σε σύγκριση με το 2017. Αδυναμίες εντοπίζονται αναφορικά με το πλήθος και τη στόχευση των κρατικών προγραμμάτων, αλλά και την αποτελεσματική διαχείρισή τους[2]. Η ίδια εικόνα παρουσιάζεται και στα θέματα εκπαίδευσης, με την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση να θεωρείται ότι δεν προάγουν επαρκώς την επιχειρηματικότητα, όπως και η συμβολή της μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και κατάρτισης στην επιχειρηματικότητα[3], παρά τη βελτίωση του δείκτη τα τελευταία χρόνια. Συνοψίζοντας, οι επιδόσεις της Ελλάδας σε σχέση με ευρωπαϊκές χώρες καινοτομίας υστερούν σε όλες αυτές τις διαστάσεις του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Οι μεγαλύτερες υστερήσεις εντοπίζονται στα ασθενή προγράμματα στήριξης νέας επιχειρηματικότητας, ενώ σχετική σύγκλιση στον ευρωπαϊκό μέσο όρο σημειώνεται το 2018 στον τομέα της χρηματοδοτικής στήριξης.

 

Διάγραμμα 1: Διαστάσεις επιχειρηματικού περιβάλλοντος Ι (2018)

1: Φτωχή στήριξη … .9: Ισχυρή στήριξη στη νέα επιχειρηματικότητα

Πηγή: Έκθεση Επιχειρηματικότητας ΙΟΒΕ

 

Αναφορικά με τη δεύτερη ενότητα ερωτήσεων, στο πεδίο μεταφοράς/διάχυσης της γνώσης στις νέες επιχειρήσεις, η Ελλάδα συγκλίνει στον μέσο όρο. Το ίδιο συμβαίνει και ως προς την επάρκεια των υποδομών και υπηρεσιών στήριξης της επιχειρηματικότητας, με την έννοια της διαθεσιμότητας καλών βοηθητικών υπηρεσιών που χρειάζονται οι επιχειρήσεις για τη λειτουργία τους (consulting, τραπεζικές, νομικές, λογιστικές υπηρεσίες, κ.τ.λ.). Ακόμα καλύτερη εικόνα καταγράφεται, λόγω ενδεχομένως και της διαδικασίας αναδιάρθρωσης που λαμβάνει χώρα σε επιμέρους αγορές προϊόντων/υπηρεσιών, στην εγχώρια αγορά, καθώς φαίνεται να δημιουργούνται ευκαιρίες σε βαθμό μεγαλύτερο απ’ ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με πιο ώριμες ίσως αγορές. Από την άλλη πλευρά, σημαντικές δυσχέρειες εξακολουθούν να υφίστανται στην Ελλάδα όσον αφορά την είσοδο νέων επιχειρήσεων στην αγορά. Σε ό,τι αφορά την πρόσβαση των νέων επιχειρήσεων σε υποδομές, όπως είναι τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, το νερό, το ρεύμα, αλλά και το κόστος αυτών, εδώ η εικόνα είναι σημαντικά καλύτερη σε σχέση με άλλες διαστάσεις, αλλά και πάλι δυσμενέστερη σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Τέλος, ως προς τα πολιτισμικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά της χώρας, δηλαδή το κατά πόσον η εθνική κουλτούρα ενθαρρύνει την ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου, τη δημιουργικότητα και την καινοτομία, οι εκτιμήσεις των εμπειρογνωμόνων είναι αρνητικές και δυσμενέστερες συγκριτικά με την πλειοψηφία άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Συνεπώς, σε αυτές τις διαστάσεις του περιβάλλοντος καταγράφεται σύγκλιση σχεδόν σε όλους, παρόλο που υστερούμε ακόμα σε όλους. Οι εμπειρογνώμονες εκτιμούν ότι η εγχώρια αγορά παρουσιάζει μια δυναμική, γεγονός που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως θετικό, εφόσον εκδηλωνόταν αντίστοιχο ενδιαφέρον για την επιχειρηματικότητα και διευκολύνονταν οι νέοι επιχειρηματίες να εισέλθουν σε αυτήν. Επίσης, οι επιδόσεις της Ελλάδας συγκλίνουν στις χώρες καινοτομίας σε θέματα έρευνας και ανάπτυξης, δηλαδή στη δυνατότητα πρόσβασης των νέων σε επιστημονική/τεχνολογική γνώση και στην υποστήριξη των επιχειρηματικών εγχειρημάτων που βασίζονται σε υψηλή τεχνολογία, αλλά και στην πρόσβαση σε υλικές υποδομές. Αντίθετα, παραμένουν έντονες ακόμα οι υστερήσεις του επιχειρηματικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα σε θέματα επιχειρηματικής κουλτούρας και διευκόλυνσης εισόδου στην εγχώρια αγορά (Διάγραμμα 2).

 

Από τη συνολική ανάλυση των αποτελεσμάτων της έρευνας αναδεικνύεται η χαμηλή δυναμική της ελληνικής επιχειρηματικότητας, που εξακολουθεί να οφείλεται κυρίως σε διαρθρωτικές αδυναμίες της χώρας, οι οποίες λόγω της μακροχρόνιας κρίσης έγιναν εντονότερες. Παράγοντες που επιδρούν ανασταλτικά στην τόνωση της επιχειρηματικότητας σχετίζονται με τη γραφειοκρατία, το ασταθές φορολογικό πλαίσιο, αλλά και την αναποτελεσματική λειτουργία των όποιων μηχανισμών υποστήριξης της νέας επιχειρηματικότητας. Οι βασικές αδυναμίες στήριξης της επιχειρηματικής δραστηριοποίησης στην Ελλάδα πηγάζουν σε σημαντικό βαθμό από την έλλειψη ενός γενικότερου πλαισίου εθνικών πολιτικών για την επιχειρηματικότητα. Σημαντικά προσκόμματα, τα οποία όμως παρουσιάζουν τάση βελτίωσης σε σχέση με το 2017, προκύπτουν και από τη δυσκολία χρηματοδότησης του επιχειρηματικού εγχειρήματος, τα υψηλά εμπόδια εισόδου στην αγορά, αλλά και την επικρατούσα κουλτούρα για θέματα επιχειρηματικότητας που είναι μάλλον αμφίσημη. Συνεπώς, η κρίση ναι μεν επηρέασε δυσμενώς το επιχειρηματικό περιβάλλον, ουσιαστικά όμως ανέδειξε και μεγιστοποίησε την επίδραση των βασικών διαρθρωτικών ζητημάτων και προβλημάτων που ήδη ενυπήρχαν στο ελληνικό περιβάλλον.

 

Διάγραμμα 2: Διαστάσεις επιχειρηματικού περιβάλλοντος ΙΙ (2018)

1: Φτωχή στήριξη … 9: Ισχυρή στήριξη στη νέα επιχειρηματικότητα 

Πηγή: Έκθεση Επιχειρηματικότητας ΙΟΒΕ

 

Με βάση την έρευνα, οι παράγοντες που οι εμπειρογνώμονες εκτιμούν ότι δυσχεραίνουν την προώθηση της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα σχετίζονται με την έλλειψη ολοκληρωμένου θεσμικού πλαισίου και πολιτικών φορολόγησης των νέων επιχειρήσεων, τη γραφειοκρατία και τους ισχύοντες κανονισμούς, αλλά και τον ρόλο των δημόσιων φορέων που εποπτεύουν την ίδρυση των νέων επιχειρήσεων. Προσκόμματα δημιουργούνται και από τη λειτουργία του ευρύτερου πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Οι βασικότεροι τρόποι προώθησης της επιχειρηματικότητας στη χώρα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν:

  • Τη βελτίωση του επιπέδου εκπαίδευσης και κατάρτισης, ώστε να παρέχονται οι απαραίτητες γνώσεις και τα απαραίτητα εφόδια στα άτομα για ανάπτυξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων
  • Τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος μέσα από δράσεις που ενθαρρύνουν την επιχειρηματικότητα και παρέχουν κίνητρα για την υλοποίηση νέων εγχειρημάτων
  • Τον εκσυγχρονισμό των φυσικών υποδομών (οδικοί άξονες, δίκτυα παροχών, ευρυζωνικές υποδομές, αλλά και οργανωμένοι χώροι για εγκατάσταση επιχειρήσεων που διευκολύνουν την ίδρυση και ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών εγχειρημάτων)

 


[1] Οι ερωτήσεις αφορούν π.χ. εάν το ύψος της φορολογίας είναι εμπόδιο στη δημιουργία και ανάπτυξη των επιχειρήσεων, αν μπορούν οι νέες επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν τη γραφειοκρατία, τις απαιτήσεις αδειοδότησης, κ.τ.λ.

[2] Για παράδειγμα, αν τα επιστημονικά πάρκα και οι επιχειρηματικές θερμοκοιτίδες παρέχουν αποτελεσματική υποστήριξη στις νέες επιχειρήσεις, αν υπάρχει ικανοποιητικός αριθμός προγραμμάτων για νέες επιχειρήσεις κ.τ.λ.

[3] Για παράδειγμα, αν η διδασκαλία στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση παρέχει επαρκή εκπαίδευση σχετικά με τις αρχές της αγοράς, αν προάγει τη δημιουργικότητα και την πρωτοβουλία, αν τα ΑΕΙ/ΤΕΙ παρέχουν επαρκή προετοιμασία για τη δημιουργία και ανάπτυξη νέων επιχειρήσεων κ.τ.λ.

Αφήστε ένα σχόλιο