Ένας καινούριος κόσμος για τις μεγάλες φίρμες

Δημοσιεύτηκε από economia 03/03/2020 0 Σχόλια The Economist,

ποτέ δεν ήταν ευκολότερη η δημιουργία μίας φίρμας

 

όμως, ενδεχομένως, να γίνεται ολοένα και δυσκολότερη η δημιουργία μίας φίρμας παγκοσμίου εμβέλειας

 

του Economist, τ. 25/1/2020

 

Γύρω στο 2013, ο Jeff Raider και ο Andy Katz-Mayfield εντόπισαν ένα κενό στην αγορά. Παρατήρησαν ότι πολλοί άνδρες ήταν αγανακτισμένοι από τις υπερτιμημένες ξυριστικές μηχανές που έχουν πολλαπλές λεπίδες. Η τεχνολογία και το παγκοσμιοποιημένο εμπόριο τους επέτρεψαν να βρουν έναν φθηνό προμηθευτή ξυριστικών ειδών ικανοποιητικής ποιότητας, να αναθέσουν σε τρίτους τις υποστηρικτικές εργασίες του γραφείου τους, να διαφημίσουν με ένα τραγούδι τα προϊόντα τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να τα πουλήσουν απευθείας στους καταναλωτές χάρη σε εμπορικές πλατφόρμες όπως η Shopify και επεξεργαστές πληρωμών όπως ο Stripe. Σε έξι χρόνια, η φίρμα τους, η Harry’s κατέκτησε το 4,3% από τα 2,2 δισ. δολάρια της αγοράς ξυριστικών ειδών για άνδρες στις ΗΠΑ σε σχέση με τη Gillette, της οποίας το μερίδιο έχει μειωθεί από 73% σε 53% από το 2009, σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών αγοράς Euromonitor International.

 

Τέτοιες ιστορίες επιτυχίας αναφέρουν τα αφεντικά των αμερικανικών πολυεθνικών, των οποίων το αντικείμενο συνδέεται με την κατανάλωση. Το σημαντικότερο είναι ότι αυτή η επιτυχία ήρθε δίχως αγωνία και άγχος. Το προηγούμενο έτος, η Procter & Gamble (p&g) παραδέχτηκε ότι η Gillette ίσως να μην ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να αποκτήσει, αφού η αξία της εταιρείας, την οποία εξαγόρασε το 2005 για 57 δισ. δολάρια, είχε μειωθεί κατά 8 δισ. δολάρια. Από τομέα σε τομέα, οι αναδυόμενες μάρκες φαίνεται να αποσπούν μερίδιο της πίτας των προκατόχων τους. Η Chobani, μία εταιρεία 15 ετών, πουλάει ένα στα πέντε γιαούρτια στις ΗΠΑ. To Halo Top, ένα παγωτό με λιγότερες θερμίδες, που δημιουργήθηκε το 2012, ερχόταν πρώτο σε πωλήσεις πέντε χρόνια αργότερα και προηγείτο από τα παγωτά Häagen-Dazs και Ben & Jerry’s. Η εταιρεία Rodan + Fields επανήλθε από την αφάνεια το 2008 και για τρία χρόνια ήταν η πρώτη σε πωλήσεις μάρκα προϊόντων για τη φροντίδα του δέρματος στις ΗΠΑ. Κατά μέσο όρο, 19.000 νέα μη διατροφικά προϊόντα εισήχθησαν στην αμερικανική αγορά ετησίως για μία δεκαετία έως το 2015, από 11.000 ανά έτος κατά την προηγούμενη δεκαετία και 3.500 κατά την αμέσως προηγούμενη. Σύμφωνα με τον όμιλο Boston Consulting Group και την εταιρεία ερευνών IRI, μεταξύ των ετών 2013 και 2018, οι πολύ μικρές ή μικρές φίρμες και τα καταστήματα λιανικής ιδιωτικής επωνυμίας απέσπασαν περίπου 20 δισ. δολάρια από τις πωλήσεις έναντι των μεγάλων αντιπάλων τους.

 

Η επιτυχία των «διεκδικητών» αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της επιτυχούς προώθησης του εμπορικού ονόματος. Οι φίρμες συνήθιζαν να δίνουν σημασία στην προέλευση, καθώς και στη συνέπεια ως προς την ποιότητα, συνδράμοντας έτσι τις επιχειρήσεις στην οικοδόμηση της εμπιστοσύνης, ενώ χρέωναν ασφάλιστρο εγγύησης για την αξιοπιστία, ενθαρρύνοντας ταυτόχρονα τις επαναλαμβανόμενες καταναλωτικές συνήθειες. Σήμερα, πολλά ανταγωνιζόμενα προϊόντα, παρότι δεν είναι απολύτως όμοια, δείχνουν αρκετά παρόμοια. Αυτό που αλλάζει είναι η ιστορία που έχει ειπωθεί σχετικά με αυτά, καθώς η εξύφανση ενός μυθεύματος είναι ευκολότερη από την εφεύρεση ενός καινοτόμου προϊόντος. Οι εταιρικοί μέτοχοι που έχουν στην ιδιοκτησία τους πασίγνωστες φίρμες, όπως η Adidas και η Zara, ευλόγως ανησύχησαν. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι το λανσάρισμα μίας νέας μάρκας δεν ήταν ποτέ ευκολότερο, η δημιουργία μιας μεγάλης φίρμας παγκόσμιας κλίμακος, ίσως στην πραγματικότητα να είναι δυσκολότερη, αν και η ταχεία κατάκτηση μεριδίου της αγοράς από τις νεοφυείς επιχειρήσεις αποτελεί πραγματικό γεγονός. Όμως, οι ήδη καθιερωμένες εταιρείες διαθέτουν πλεονεκτήματα που ανάγονται στη δομή τους.

 

Ας αρχίσουμε από τους «αντάρτες» επί παραδείγματι. Οι κύριοι Raider και Katz-Mayfield προσέγγισαν τη Mythology, μία εταιρεία δημιουργίας εμπορικού σήματος στο NoHo, μία μοντέρνα συνοικία του Μανχάταν για να ζητήσουν τη συνδρομή της στη δημιουργία του δικού τους αφηγήματος. Έτσι, η Mythology πρόσφερε στη Harry’s την εμπορική ονομασία, το λογότυπο, τη γνήσια συσκευασία και την εκφώνηση του διαφημιστικού, όπως αναφέρει ο Anthony Sperduti, ιδιοκτήτης της Mythology, προσθέτοντας ότι «είναι φανερό ότι πρόκειται για συλλογική εργασία». Ως αποτέλεσμα, η Harry’s δεν πουλάει απλά και μόνο ξυριστικά είδη. Πουλάει την απλότητα (εγγράφεσαι διαδικτυακά και παραλαμβάνεις τα ξυραφάκια ξυρίσματος) και τη θετική ενέργεια (η εταιρεία δωρίζει το 1% εσόδων της σε μη κερδοσκοπικές οργανώσεις για την ψυχική υγεία των ανδρών). Ενδεχομένως, η σημαντικότερη και πιο διορατική ενέργεια της Mythology να ήταν το γεγονός ότι προέβλεψε ότι «για να πιστέψουν οι άνθρωποι στη Harry’s, θα πρέπει να πιστέψουν σε εμάς προσωπικά ως ιδρυτές», όπως αναφέρει ο κύριος Raider. Έτσι, η πρώτη διαφήμιση της Harry’s περιστρεφόταν γύρω από εκείνον και τον συνεταίρο του.

 

 

Η δημιουργία της αυθεντικότητας για νέες φίρμες έχει γίνει μία ανθηρή τοπική βιομηχανία στη Νέα Υόρκη. Στην Chinatown, σε μικρή απόσταση από τα γραφεία της Mythology, ένα γραφείο που ονομάζεται Gin Lane συνεργάστηκε με τη Sweetgreen, μία μοντέρνα αλυσίδα εστίασης με αντικείμενο τις σαλάτες, καθώς και με την Everlane, μία εταιρεία παραγωγής ενδυμάτων που υπόσχεται «ριζική διαφάνεια», καθώς και με τη Harry’s. Κατά μήκους του East River στο Brooklyn, η Red Antler έχει δεκάδες νεοφυείς πελάτες, συμπεριλαμβανομένης της φίρμας στρωμάτων Casper, της Allbirds που κάνει δημοφιλείς (έστω και με τρόπο αδέξιο) τους γυμναστές και της Brandless, ενός διαδικτυακού καταστήματος που προφανώς η φίρμα του εδράζεται στο γεγονός ότι δεν είναι φίρμα.

 

Τρέλα για τους διαφημιστές

Ο κύριος Sperduti αναφέρει ότι λαμβάνει μηνιαίως 100 αναθέσεις από τις οποίες η εταιρεία του ενδέχεται να επιλέξει να αναλάβει δύο. Ο J.B. Osborne, επικεφαλής της Red Antler, αναφέρει ότι πιθανόν να δέχεται τέσσερις από συνολικά 150 υποψήφιους πελάτες κάθε μήνα. Οι νεοφυείς επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται ότι οι υπηρεσίες της Red Antler είναι τόσο κρίσιμης σημασίας για εκείνες, που είναι ευτυχείς όταν αποχωρίζονται τη Red Antler, αφού έχει αποκτήσει αξία η επωνυμία τους ως αντάλλαγμα. Η φίρμα Pattern Brands, όπως λανσάρεται εκ νέου η Gin Lane, δημιουργεί τις δικές της ετικέτες. Η πρώτη της είναι η Equal Parts, της οποίας το λανσάρισμα ξεκίνησε τον Αύγουστο και πουλάει μαγειρικά σκεύη «για να βοηθήσει τους ανθρώπους να βρουν την αίσθηση της άνεσης και της ενστικτώδους αντίληψης στην κουζίνα». Φυσικά, πρόκειται να επιστρέψει το 1% των εσόδων της στις οργανώσεις των τοπικών κοινοτήτων.

 

Οι καταναλωτές ολοένα και περισσότερο ενδιαφέρονται για τέτοιους «κοινωνικούς σκοπούς». Πολλές φίρμες διεκδικώντας την αναγνώριση, επιδεικνύουν τους δικούς τους, όπως η Equal Parts, η οποία δωρίζει ένα ποσοστό των εσόδων της για καλούς σκοπούς. Η Warby Parker, μία εταιρεία παραγωγής θεαμάτων, δωρίζει προϊόντα σε φτωχούς ανθρώπους. Άλλες φίρμες ελαχιστοποιούν το δικό τους αποτύπωμα του άνθρακα ή αγοράζουν μόνον από τοπικούς προμηθευτές. Στην αλλαγή του αιώνα, οι φίρμες είχαν γίνει στόχος κριτικής από ακτιβιστές και πολέμιους. Σήμερα, οι φίρμες έχουν πάρει τη θέση των ακτιβιστών και των πολεμίων. Άλλοτε, η Ναόμι Κλάιν κήρυττε ως ευαγγέλιο το έργο της “No Logo” «Χωρίς Λογότυπο». Τώρα, μπορεί κανείς να αγοράσει ένα «fixed gear» ποδήλατο μάρκας “No Logo” (δέχονται κάρτες American Express).

 

Μία έρευνα της Endelman, μίας εταιρείας δημοσίων σχέσεων και μάρκετινγκ, κατέληξε στο ότι τα δύο τρίτα των συμμετεχόντων σε οχτώ χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας, της Κίνας και της Ινδίας, αποφασίζουν να εξαγοράσουν κάποια εταιρεία με βάση τη στάση της απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα. Περισσότεροι από τους μισούς είπαν ότι πίστευαν ότι οι εταιρείες μπορούν να κάνουν περισσότερα για την επίλυση των δεινών της κοινωνίας από ότι οι κυβερνήσεις, οι οποίες συχνά θεωρούνται δυσλειτουργικές. Μία ξεχωριστή μελέτη από την Cone Communications, μία άλλη εταιρεία δημοσίων σχέσεων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα τρία τέταρτα των Αμερικανών θα εγκατέλειπαν τις μάρκες με τις οποίες διαφωνούν ως προς τα ζητήματα που διχάζουν την κοινωνία, όπως η μετανάστευση, ο έλεγχος των όπλων και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων.

 

Τόσο ο σκοπός όσο και η αυθεντικότητα ευκολότερα κατασκευάζονται για τις νέες μάρκες που είναι ελεύθερες από το ιστορικό φορτίο της μόλυνσης του περιβάλλοντος και της κακομεταχείρισης των εργατών, ενώ αποτελούν πρόκληση για τις μεγάλες, καθιερωμένες εταιρείες που πασχίζουν για παγκόσμια απήχηση. Για τις μεγάλες φίρμες, το διαφημιστικό μήνυμα που περιστρέφεται γύρω από τον σκοπό δεν αφορά την αύξηση των πωλήσεων, αλλά τη διατήρησή τους, όπως αναφέρει η Jill Avery από τη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Χάρβαρντ, λέγοντας ότι «προσπαθείς να διατηρήσεις τη σχέση σου με το αντικείμενο.»

 

Τα ανωτέρω εξακολουθούν να περιλαμβάνουν την πώληση ενός τρόπου ζωής – όμως με λιγότερα καουμπόικα καπέλα και περισσότερη συναίσθηση. «Οι φίρμες χωρίς σκοπό δεν θα έχουν μακροπρόθεσμο μέλλον με τη Unilever», τόνισε ο Alan Jope, ο τελευταίος επικεφαλής της πολυεθνικής καταναλωτικών αγαθών (που έχει στην ιδιοκτησία της τα σαπούνια Dove, το τσάι Lipton και τη Ben & Jerry’s, μεταξύ άλλων εμπορικών ονομάτων οικιακής χρήσης) τον περασμένο χρόνο. Ο κύριος Jope επίσης προειδοποίησε για την ιδιοποίηση ηθικών ή προοδευτικών αξιών με σκοπό τη διαφήμιση, κάτι που αμέσως αναγνωρίζουν οι καταναλωτές. Το 2017, η Pepsi αναγκάστηκε να αποσύρει ένα διαφημιστικό που απεικόνιζε μία ρομαντική εκδοχή μίας διαμαρτυρίας της οργάνωσης Black Lives Matter κατά των φυλετικών διακρίσεων, σχεδόν αμέσως μετά από την προβολή του.

 

Προκειμένου να είναι αποτελεσματικές, οι ηθικές διαφημίσεις πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν ένα κόστος. Ορισμένες παραδοσιακές μάρκες φαίνεται να το καταλαβαίνουν καλύτερα από ότι άλλες. Μέρος του ποσού των 15 δολαρίων ημερησίως, που η αλυσίδα καταστημάτων Walmart αμείβει κατά μέσο όρο τους υπαλλήλους των καταστημάτων της, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως δολάρια που δίνονται για σκοπούς μάρκετινγκ. Το ίδιο ισχύει και για τα περίπου 30 εκ. δολάρια που η Easyjet δαπανά ετησίως για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Το 2018, η Delta, μία άλλη αεροπορική εταιρεία και η εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων Hertz, μεταξύ άλλων, ανακάλεσαν τις εκπτώσεις για τα μέλη της Αμερικανικής Εθνικής Ένωσης Φίλων των Όπλων, κατόπιν μιας φρικώδους επίθεσης με πυροβολισμούς σε σχολείο της Φλόριντα, διακινδυνεύοντας το μποϋκοτάζ από εκατομμύρια υποστηρικτές της οπλοκατοχής.

 

Οι μεγάλες φίρμες έχουν άλλους τρόπους αντιμετώπισης των σύγχρονων διλημμάτων αναφορικά με την προώθηση των προϊόντων τους. Ένας εκ των οποίων είναι να έχουν ξεκάθαρη άποψη για την καταναλωτική τους βάση (βλ. θεωρία Σουμπέτερ). Η πρόσληψη από τη Nike του Κόλιν Κάπερνικ, ενός αφροαμερικανού αθλητή που έχασε την εργασία του επειδή διαμαρτυρήθηκε εναντίον του ρατσισμού, θεωρήθηκε ως κίνηση υψηλού ρίσκου, υψηλών προσόδων, διότι οι ηλικιωμένοι συντηρητικοί λευκοί φορούν αθλητικά παπούτσια επίσης. Όμως, πιθανόν οι αγοραστές της Nike να έχουν προτίμηση στους νέους και μη λευκούς και, ως εκ τούτου, είναι αντιρατσιστές και υπέρ του Κάπερνικ.

 

Μία άλλη τακτική είναι να βιαστείς να εξαγοράσεις τους νεοεισερχόμενους αντιπάλους και να τους αφήσεις να κάνουν αυτοί τη σκληρή δουλειά προκειμένου να εδραιώσουν την πεποίθηση ότι τους χαρακτηρίζει η αυθεντικότητα. Κατά το περασμένο έτος, η Edgewell, η οποία κατασκευάζει τα ξυραφάκια Schick στις Ηνωμένες Πολιτείες και τα ξυραφάκια Wilkinson Sword στη Μεγάλη Βρετανία, απέκτησε τη Harry’s για 1,4 δισ. δολάρια, αναφέροντάς την ως «πρώτης τάξεως δημιουργία επωνυμίας» και έχρισε επικεφαλής των υπό κατάρρευση αμερικανικών επιχειρήσεών της τους κυρίους Raider και Katz-Mayfield. Η Unilever εξαγόρασε τη Dollar Shave Club, μία αντίπαλο εταιρεία της Harry’s για 1 δισ. δολάρια το 2016. Η ζυθοποιία Home Craft Brews, όπως η Camden Town Brewery και η Goose Island, ανήκουν πλέον στην Anheuser-Busch InBev, τη μεγαλύτερη ζυθοποιία παγκοσμίως.

 

Σε μία νεότερη εκδοχή για τις ιδιωτικές ετικέτες, ορισμένες πολυεθνικές δημιουργούν οι ίδιες φίρμες που εμφανίζονται ως ανεξάρτητες (και που ορισμένες φορές επιχειρούν ανεξάρτητα). Η Amazon έχει περισσότερες από δώδεκα, όπως η Goodthreads (ρουχισμός) και η Solimo (οικιακά είδη). Η Walmart έχει την Allswell, μία εταιρεία στρωμάτων στο πνεύμα της Casper, όμως οι πωλήσεις γίνονται μέσω ενός δικτυακού τόπου που φέρει την επωνυμία της Allswell και όχι στις υπεραγορές Walmart.

 

Ο κίνδυνος του Instagram

Οι μεγάλες φίρμες με τις «μεγάλες τσέπες» εργάζονται εναντίον των νεοφυών επιχειρήσεων και με αυτόν τον τρόπο διαιωνίζουν την κυριαρχία τους στα παραδοσιακά κανάλια της διαφήμισης και των πωλήσεων. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δύνανται να αποτελέσουν θείο δώρο για τις νεοφυείς επιχειρήσεις που πένονται για να διαφημιστούν στις τηλεοπτικές εκπομπές ή στις διαφημιστικές πινακίδες. Όμως, η υπέρμετρη εξάρτηση από μη προβλέψιμους διαδικτυακούς “influencers” μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα. Αυτόν το μήνα, σε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο εν όψει μίας προγραμματισμένης δημόσιας προσφοράς, η Casper απαρίθμησε τη «χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των influencers» ως παράγοντα κινδύνου που «ενδέχεται να επηρεάσει υλικά και αρνητικά τη φήμη μας». Επιπλέον, στις ΗΠΑ περίπου το 85% εκ των 3,7 τρισ. δολαρίων που αντιστοιχούν στις λιανικές πωλήσεις, δαπανώνται εκτός διαδικτύου. Ο David Taylor, Διευθύνων Σύμβουλος της Procter & Gamble, παραδέχθηκε ότι η ταχεία ανάπτυξη δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με γρήγορα κέρδη για τις νεοφυείς επιχειρήσεις που εξαγοράστηκαν από τις επιχειρήσεις του, όπως η Native Deodorant. Ιδιαίτερα για τα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, η δημιουργία πλούτου συχνά σημαίνει ακόμη ότι τα προϊόντα θα πρέπει να τίθενται σε σημείο ορατό από τους πελάτες στα ράφια των σουπερμάρκετ. Η Procter & Gamble πουλάει τα προϊόντα Native στις αλυσίδες καταστημάτων Walmart και Walgreens, ενώ τα Harry’s πωλούνται στα καταστήματα Target από το 2016.

 

Για τις νεότερες φίρμες η διάκριση ενδεχομένως να είναι δύσκολη. Ο κύριος Sperduti παραδέχεται ότι εν μέρει η στρατηγική που περιστρέφεται γύρω από το σκοπό και χρησιμοποιήθηκε από τη φίρμα Harry’s το 2013, όπως οι δωρεές, συναντούν δυσκολίες στην υλοποίηση. Επιπλέον, το ενδιαφέρον των καταναλωτών έχει εξαντληθεί από την επέλαση των επώνυμων προϊόντων.

Ταυτόχρονα, οι μεγαλύτερες φίρμες του κόσμου φαίνεται ότι βρίσκονται σε τέλμα. Από τις 100 εταιρείες με τη μεγαλύτερη αξία παγκοσμίως κατά το 2001, σύμφωνα με την κατάταξη της Interband, μίας συμβουλευτικής εταιρείας, έως το 2010 οι 37 υποχώρησαν στην κατάταξη. Από τις 100 πρώτες στην κατάταξη κατά το 2010, μόνο οι 24 δεν βρίσκονταν στη λίστα το 2019. Άπαξ και καθιερωθούν, οι μεγάλες φίρμες δύνανται να αποσυρθούν με αρκετά χρήματα. Παρά τα μυριάδες προβλήματα που κατατρέχουν τη δημόσια εικόνα του Facebook, αυτό παραμένει 14ο στην κατάταξη της Interbrand. Παρά την οικονομική κρίση των ετών 2007-09, το κύρος των μεγάλων τραπεζών επενδύσεων όπως η JPMorgan Chase (25η στην παγκόσμια κατάταξη), η Goldman Sachs (53η σε παγκόσμια κατάταξη) και η Morgan Stanley (69η στην παγκόσμια κατάταξη) παραμένει αλώβητο.

 

Οι ιδιοκτήτες των πιο δημοφιλών παγκοσμίως εταιρειών έχουν έναν τελευταίο λόγο συγκρατημένης αισιοδοξίας, καθώς αποκρούουν τους «επαναστάτες» αντιπάλους τους. Οι ετικέτες και τα λογότυπα δύνανται να έχουν μικρότερη σημασία από ότι στο παρελθόν, τουλάχιστον στα μάτια των επενδυτών. Μεταξύ των ετών 2008-10, η αξία που είχαν οι δέκα πρώτες σε κατάταξη φίρμες (με βάση τα τρέχοντα ή τα προβλεπόμενα έσοδα από τα προϊόντα που αποδίδονται στη φίρμα και όχι από παράγοντες όπως η τιμή) ήταν ίση κατά προσέγγιση με το ένα τρίτον της χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης των ιδιοκτητών τους. Από το 2017, ο αριθμός προσέγγιζε το ένα πέμπτο (βλ. κατάταξη). Από το 2017, η General Electric κατέστρεψε το 60% της αξίας του μετόχου της, αλλά μόνο το 40% της καθαρής αξίας της επωνυμίας της. Το 2000, ενώ η φίρμα της Coca Cola βρισκόταν στην πρώτη θέση τον καιρό εκείνο, η αξία της λίγο υπερέβαινε τη μισή από τη χρηματιστηριακή της κεφαλαιοποίηση. Τον περασμένο χρόνο, το εμπορικό σήμα της Apple, που κατέχει ηγετική θέση σήμερα, κοστολογήθηκε σε 234 δισ. δολάρια, μόλις το ένα τέταρτο της αξίας των μετοχών της.

 

Τέτοιου είδους διαπιστώσεις θα μπορούσαν να αντικατοπτρίζουν προβλήματα σχετικά με την αποτίμηση της αξίας της φίρμας, η οποία βασίζεται περισσότερο στην φαντασία παρά στη λογική. Όμως, οι διαπιστώσεις αυτές υπονοούν ότι ακόμη και στην εποχή της κυριαρχίας των άυλων στοιχείων του ενεργητικού, οι μέτοχοι είναι δυνατόν να εκτιμήσουν το μέγεθος και την κυριαρχία στην αγορά έναντι της νεφελώδους γοητείας της ετικέτας. Οι φίρμες-«αντάρτες» δύνανται να βοηθήσουν ώστε να παραμείνουν οι καθιερωμένες επιχειρήσεις σε εγρήγορση. Εάν οι γίγαντες χάσουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, αυτό είναι άλλο ζήτημα.

Αφήστε ένα σχόλιο