Διαπραγματεύσεις ΕΕ-Βρετανίας

Δημοσιεύτηκε από economia 05/03/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Mάρτιος 2020, τ. 992

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

Μπορεί να επιτευχθεί συμβιβασμός, όμως ο κίνδυνος να μην υπάρξει συμφωνία στο τέλος του 2020 είναι ακόμη υψηλός

 

 

 

Αν οι κουρασμένοι από τη συζήτηση για το Brexit Βρετανοί ήλπιζαν ότι θα διάβαζαν κάτι άλλο αντί για τα αδιέξοδα των διαπραγματεύσεων για την αποχώρησή τους από την ΕΕ, δεν άργησαν να απογοητευτούν. Η μεταβατική περίοδος που έχει συμφωνηθεί διαρκεί μόνο μέχρι το τέλος της φετινής χρονιάς· μέχρι τότε, θα πρέπει να έχει υπάρξει εμπορική συμφωνία: όταν όμως (στις 3 Φεβρουαρίου) ξεκίνησαν οι σχετικές διαπραγματεύσεις, οι διαφωνίες μεταξύ των δύο πλευρών φάνηκαν να είναι το ίδιο μεγάλες όσο και πριν.

 

Ο κεντρικός διαπραγματευτής της ΕΕ, ο Μισέλ Μπαρνιέ, εξηγεί ότι αποτέλεσε επιλογή των Βρετανών να διατηρήσουν μια πιο αποστασιοποιημένη σχέση από εκείνη που επεδίωκε η ΕΕ. Πάντως, η ευρωπαϊκή πλευρά ήταν έτοιμη να δεχτεί συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, με μηδενικούς δασμούς και μηδενικές ποσοστώσεις, δηλαδή ακόμη πιο ευνοϊκή κι από εκείνη με τον Καναδά – υπό όρους. Ο πλέον αμφιλεγόμενος όρος είναι η εξασφάλιση «ίσων όρων παιχνιδιού», που στόχο έχει να αποθαρρύνει τη Βρετανία από το να υποσκάπτει αύριο τον μεγαλύτερο εμπορικό της εταίρο. Αυτό –λέει η θέση της ΕΕ– σημαίνει ότι η Βρετανία θα πρέπει να σέβεται τους ενωσιακούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις, καθώς και τους κανόνες προστασίας περιβαλλοντικού και εργασιακού χαρακτήρα. Η ΕΕ επιθυμεί επιπλέον να διατηρήσει την πρόσβαση που έχει στις βρετανικές περιοχές αλιείας. Επιμένει δε να υφίσταται ένα σύστημα αντιμετώπισης των διαφορών που προκύπτουν, με συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σ’ αυτό.

 

Μιλώντας ενώπιον του Royal Naval College στο Γκρίνουιτς (μνημείου της εποχής ναυτιλιακής ακμής της Μεγάλης Βρετανίας), ο Μπόρις Τζόνσον απέκρουσε εμφατικά αυτά τα αιτήματα. Θέλει μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, όπως του Καναδά. Όμως, όπως ο Καναδάς, δεν περιορίζεται από αυστηρούς «ίσους όρους παιχνιδιού», έτσι και η Βρετανία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται αναλόγως. Δεν υπάρχει λόγος η όποια συμφωνία να περιλάβει αποδοχή των κανόνων ανταγωνισμού, κρατικών ενισχύσεων, κοινωνικής προστασίας ή περιβάλλοντος που ισχύουν στην ΕΕ. Οι Βρυξέλλες θα πρέπει να πιστέψουν τις δικές της υποσχέσεις [της Βρετανίας] ότι θα τηρηθούν οι υψηλότερες προδιαγραφές προστασίας. Η ΕΕ, η οποία ήδη εμφανίζεται καχύποπτη ότι η Βρετανία θα μπορούσε να μην τηρήσει τις υποχρεώσεις της –που απορρέουν από τη συνθήκη αποχώρησης από την ΕΕ– ως προς την επιβολή ελέγχων στα σύνορα μεταξύ Βόρειας Ιρλανδίας και Μεγάλης Βρετανίας, διστάζει να επαφεθεί στην εμπιστοσύνη και μόνο.

 

Όσον αφορά την αλιεία, ο Μπ. Τζόνσον είπε ότι η ΕΕ θα πρέπει να αποδεχτεί τον έλεγχο που ασκεί η Βρετανία στα δικά της ύδατα. Αλλά ούτε και τη δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου θα μπορούσε να δεχτεί μια μετά-το-Brexit Βρετανία σε θέματα του δικού της δικαίου. Αν, λοιπόν, δεν μπορέσει να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2020 μια συμφωνία τύπου Καναδά, τότε η Βρετανία δεν θα είχε πρόβλημα να συναλλάσσεται όπως η Αυστραλία. Πρόκειται στην ουσία για ευφημισμό που αναφέρεται σε μια κατάσταση χωρίς συμφωνία, με λειτουργία υπό τους όρους Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (αν και, στην πραγματικότητα, και η Αυστραλία προσπαθεί να πετύχει δική της συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με την ΕΕ…).

 

Ο χρόνος για να γεφυρωθούν παρόμοιες διαφορές απόψεων είναι περιορισμένος. Και τούτο επειδή, σε αντίθεση με τη συμβουλή που του έχει δώσει η ΕΕ, ο Μπόρις Τζόνσον αρνείται ακόμη και να σκεφτεί παράταση της μεταβατικής περιόδου πέραν του τέλους της χρονιάς. […] Ούτως ή άλλως, μια συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών που θα συμπεριλάβει πέραν των εμπορευμάτων πρόσθετα στοιχεία, όπως οι υπηρεσίες, οι κρατικές προμήθειες, οι κανόνες προστασίας δεδομένων, οι αεροπορικές μεταφορές και άλλες συγκοινωνίες, η ασφάλεια κ.ο.κ., κανονικά χρειάζεται πολλά χρόνια διαπραγμάτευσης – κι ακόμη περισσότερα προκειμένου να επικυρωθούν.

 

Το βασικό ερώτημα, τώρα, είναι κατά πόσον ακόμη και μια απλουστευμένη συμφωνία που θα καλύπτει μόνο τις συναλλαγές επί αγαθών θα προλάβει να συναφθεί μέσα στους μήνες που απομένουν. Πολλοί απαισιόδοξοι σχολιαστές αμφιβάλλουν: υπάρχουν όμως και πιθανότητες επιτυχίας. Ούτως ή άλλως, και οι δύο πλευρές προτιμούν να υπάρξει μια συμφωνία. Και η ελαστικότητα που έδειξε την περασμένη χρονιά ο Μπ. Τζόνσον ώστε να προκύψει η συμφωνία αποχώρησης, δείχνει την προθυμία του να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις προκειμένου να βρεθεί κοινός τόπος συμφωνίας. Σε αντίθεση με την προκάτοχό του Τερέζα Μέι, ο Τζόνσον διαθέτει επιπλέον πελώρια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, πράγμα που σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να ανησυχεί μήπως η Βουλή των Κοινοτήτων γίνει απορριπτική. Ακόμη και στα θέματα αλιείας, η από μέρους του προσφορά ετήσιας συμφωνίας για ποσοστώσεις αλιευμάτων δείχνει ότι υπάρχει χώρος για συμβιβασμούς.

 

Όσο για την ΕΕ, η σκληρή γραμμή που κρατά στο θέμα των «ίσων όρων παιχνιδιού» δεν αποκλείεται να ελαστικοποιηθεί. Εκείνο που προέχει, εξηγεί ένας διπλωμάτης, δεν είναι τόσο να πιεστούν οι Βρετανοί να ακολουθήσουν με θρησκευτική ευλάβεια τους κανόνες της ΕΕ, αλλά να υπάρχει αξιόπιστος μηχανισμός επιβολής στην περίπτωση που εκτρέπονται. Κάτι σαν να υπάρχει ένα πιστόλι πάνω στο τραπέζι, που να μπορεί να το σηκώσει κανείς και να πυροβολήσει – αν χρειαστεί. Ακόμη και ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στη συνολική διακυβέρνηση των σχέσεων θα μπορούσε να συγκαλυφθεί: οφείλει ασφαλώς να έχει το αποκλειστικό δικαίωμα ερμηνείας των κανόνων ΕΕ (και ως εκ τούτου να αστυνομεύει αυτή την πλευρά της συμφωνίας), χωρίς όμως να παρεμβαίνει στο βρετανικό σύστημα κανόνων.

 

Πάντως, και γεωπολιτικοί λόγοι θα πίεζαν προς τη σύναψη συμφωνίας. Κανείς στην ΕΕ δεν θέλει να δει τη Βρετανία να σαλπάρει προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ή προς την Ασία. Ούτε φαίνεται ο Μπ. Τζόνσον να ευνοεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως του πόσο θα επιθυμούσε μια εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ. […] Μεγάλη ανησυχία υπάρχει όμως με το ενδεχόμενο ότι οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να βγάλουν το λάθος συμπέρασμα από τις δαιδαλώδεις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν στη συμφωνία αποχώρησης. Η ΕΕ θεωρεί ότι κέρδισε επειδή φάνηκε σταθερή και ενωμένη, καθώς και με την αξιοποίηση του μεγαλύτερου βάρους της για να πετύχει παραχωρήσεις από διαδοχικούς Βρετανούς πρωθυπουργούς. Ο Μπόρις Τζόνσον πιστεύει ότι η Τ. Μέι απέτυχε επειδή δεν ήταν έτοιμη να φύγει από τις διαπραγματεύσεις χωρίς συμφωνία, αλλά και επειδή οι δικοί της βουλευτές δεν θα την άφηναν να το πράξει.

 

Και για τις δύο πλευρές το κόστος μιας μη συμφωνίας έχει πλέον μειωθεί. Η συμφωνία αποχώρησης θα παραμείνει σε ισχύ και θα καλύπτει τα ζητήματα πρώτης γραμμής: χρήματα, πολίτες της ΕΕ και αποφυγή «σκληρού συνόρου» με την Ιρλανδία. Με εξαίρεση μερικούς ευαίσθητους τομείς, οι απώλειες σε επίπεδο εμπορικών συναλλαγών –που θα προέκυπταν από τη μετάβαση από απεριόριστη πρόσβαση στην ενιαία αγορά σε μια απλή συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών για τα εμπορεύματα– δεν είναι τόσο σημαντικότερες απ’ ό,τι αν ισχύσουν απλώς οι κανόνες ΠΟΕ. Αν το πολιτικό τίμημα –για αμφότερες τις πλευρές– προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία αρχίσει να φαίνεται υπερβολικά μεγάλο, τότε μια πορεία χωρίς συμφωνία μπορεί να αρχίσει να φαίνεται ανεκτή. Γι’ αυτό τον λόγο, μπορεί κάλλιστα κάτι τέτοιο να συμβεί.

Αφήστε ένα σχόλιο