Μπούντεσμπανκ και ΕΚΤ

Δημοσιεύτηκε από economia 10/03/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Mάρτιος 2020, τ. 992

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

Πώς οι δύο ισχυροί πόλοι της Ευρωζώνης ψυχράνθηκαν – και πώς χρειάζεται να φιλιώσουν προς την επόμενη ύφεση

 

 

 

Λίγοι οικονομικοί θεσμοί σημείωσαν στη μεταπολεμική περίοδο τόση επιτυχία όση είχε η Μπούντεσμπανκ. Η σκληρή της στάση έναντι του πληθωρισμού τη δεκαετία του ‘70 εξασφάλισε στη Γερμανία σχετικά συγκρατημένο πληθωρισμό, τη στιγμή που ανά τον κόσμο η μάχη ήταν να συγκρατηθούν διψήφιες αυξήσεις τιμών. Η αξιοπιστία της στην κοινή γνώμη και στις αγορές ήταν τόσο ισχυρή, ώστε και άλλες χώρες έδειξαν προθυμία να αξιοποιήσουν την ισχύ της προκειμένου να επιτευχθεί η δημιουργία (το 1999) του ενιαίου νομίσματος. Ο Ζακ Ντελόρ κάποτε είχε αστειευτεί λέγοντας ότι μπορεί μεν να μην πιστεύουν όλοι οι Γερμανοί στον Θεό, πιστεύουν όμως όλοι τους στην Μπούντεσμπανκ. Άλλοι πάλι στην Ευρώπη υπήρξαν πρόθυμοι προσήλυτοι, δεχόμενοι να εκχωρηθεί η νομισματική κυριαρχία στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα/ΕΚΤ, με έδρα τη Φρανκφούρτη, η οποία αρχικά ήταν βαρύτατα επηρεασμένη από τη γερμανική οικονομική ορθοδοξία.

 

Η Μπούντεσμπανκ διαθέτει διακριτό ρόλο και ταυτότητα – αντιπροσωπεύει τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης στην ΕΚΤ, διαχειρίζεται τα συστήματα πληρωμών, λειτουργεί στις αγορές ομολόγων – και συνεχίζει να έχει τον θαυμασμό των περισσότερων Γερμανών. Οι σχέσεις της όμως με την ΕΚΤ έχουν στραβώσει, εν μέρει λόγω της κρίσης δημοσίου χρέους της Ευρωζώνης. Μετά το 2011 η επιρροή άρχισε να φεύγει από την Μπούντεσμπανκ και συγκεντρώθηκε σταδιακά στον Μάριο Ντράγκι, τον τότε πρόεδρο της ΕΚΤ. Η διάδοχός του Κριστίν Λαγκάρντ θέλει να υπάρξει μια νέα αρχή. Και οι δύο πλευρές χρειάζονται τη συμφιλίωση. Αλλιώς, η ανταπόκριση της Ευρωζώνης στην επόμενη κρίση κινδυνεύει να είναι αποτυχημένη – και η πίστη των Γερμανών ψηφοφόρων στο ευρώ να κλονιστεί.

 

Όπως οι περισσότεροι Γερμανοί, έτσι και η Μπούντεσμπανκ νιώθει φρίκη στην ιδέα νομισματικής χρηματοδότησης του χρέους, καθώς και αποστροφή προς τον πληθωρισμό. Η φιλοσοφία της υπέρ της λιτότητας βρέθηκε σε σύγκρουση με τις προσπάθειες της ΕΚΤ να συγκρατήσει την ενότητα του ευρώ και να στηρίξει την ανάπτυξη στην Ευρωζώνη. Σε δικαστική διαδικασία το 2013, ο διοικητής της Μπούντεσμπανκ Γενς Βάιντμαν προσήλθε ως μάρτυς εναντίον της δέσμευσης που είχε αναλάβει ο Μάριο Ντράγκι να κάνει «οτιδήποτε χρειαστεί» προκειμένου να διασωθεί το ευρώ, μέσα από απεριόριστες αγορές ομολόγων. Μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας Ντράγκι, ο καυγάς φαινόταν να έχει προσλάβει και προσωπικά χαρακτηριστικά. Το περασμένο φθινόπωρο, μειώσεις των επιτοκίων και επανάληψη της ποσοτικής χαλάρωσης/QE δημιούργησαν νέο κύμα αντιδράσεων στον γερμανικό Τύπο: η λαϊκή Bild απεικόνισε τον Μ. Ντράγκι ως βρικόλακα που τρέφεται με τις αποταμιεύσεις των Γερμανών.

 

Όλες οι κεντρικές τράπεζες ευνοούνται από την αντιθετική συζήτηση. Όμως, η συνέχιση των διαφωνιών θα μπορούσε να βλάψει την ΕΚΤ. […] Καθώς τα επιτόκια είναι πλέον αρνητικά, η βέλτιστη μορφή τόνωσης των οικονομιών θα ήταν μεγαλύτερες αγορές ομολόγων. Αυτό όμως, εν τέλει, θα απαιτούσε αύξηση των ορίων που έχει θέσει η ίδια η ΕΚΤ στο μερίδιο του χρέους κάθε χώρας το οποίο θα μπορεί να έχει στα βιβλία της. Η Μπούντεσμπανκ είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα προέβαλλε εδώ αντίσταση. Μια πιο αδιόρατη διακινδύνευση είναι να υπάρξει έκπτωση της εμπιστοσύνης προς το ενιαίο νόμισμα από μέρους της μεγαλύτερης χώρας-μέλους του. Κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφή, καθώς θα υπονόμευε τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ευρώ, ενώ θα δημιουργούσε θανάσιμο κίνδυνο και για την ΕΚΤ και για την Μπούντεσμπανκ.

 

Και οι δύο πλευρές έχουν δουλειά να κάνουν. Η Μπούντεσμπανκ έχει το δικαίωμα να διαθέτει τη δική της φιλοσοφία. Χρειάζεται όμως να παραδεχθεί ότι τα γεγονότα έχουν μεταβληθεί. Οι φόβοι της ότι μια χαλαρή νομισματική πολιτική θα προξενούσε απότομη άνοδο του πληθωρισμού δεν δικαιώθηκαν. […] Η ΕΚΤ θα χρειαστεί να φέρει την Μπούντεσμπανκ πίσω στην ομάδα. Στα χαρτιά, οι αποφάσεις λαμβάνονται με συναίνεση: όμως, στο τέλος της θητείας Ντράγκι, οι διαφωνούντες παραμερίζονταν.

 

Τα πρώτα νέα δείγματα γραφής είναι θετικά. Η άφιξη της Κριστίν Λαγκάρντ βοηθά να παραμεριστούν οι ψυχολογικές διαφορές της εποχής Ντράγκι. Η Μπούντεσμπανκ δεν παύει να είναι μια ισχυρή διανοητική και θεσμική δύναμη. Όμως αυτό δεν θα βοηθήσει και πολύ, αν η αδιαλλαξία της αδυνατίσει χωρίς λόγο την ευρωπαϊκή οικονομία. Άμα το ενιαίο νόμισμα κλονιστεί, το πείσμα θα γίνει αυτοκαταστροφικό.

Αφήστε ένα σχόλιο