Αν είχα ένα σπίτι!...

Δημοσιεύτηκε από economia 16/03/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση

Mάρτιος 2020, τ. 992

από τον Τhe Economist

 

Η Φινλανδία μπόρεσε να περιορίσει το φαινόμενο των αστέγων,

σε άλλα όμως μέρη της Ευρώπης συνεχίζει να αυξάνεται

 

Οι αδυναμίες της Τούγια, το αλκοόλ και τα χάπια, την είχαν υποχρεώσει να μείνει σε καταφύγιο αστέγων στο Ελσίνκι επί 3 χρόνια. Το 2018, όμως, μπόρεσε να αποκτήσει ένα δικό της μικρό διαμέρισμα – στο πλαίσιο ενός προγράμματος που λέγεται «Κατοικία πρώτα απ’ όλα!», με το οποίο η Φινλανδία έχει σχεδόν εξαλείψει το φαινόμενο των αστέγων.

Ο Ακμπάρ δεν είχε τέτοια τύχη. Στις αρχές του χρόνου ο Αφγανός μετανάστης στεκόταν στο μέσο ενός καταυλισμού στα περίχωρα του Παρισιού, βουρτσίζοντας τα δόντια του με νερό από ένα λάστιχο του ποτίσματος που λειτουργούσε σαν κοινό ντους. Εδώ και δύο μήνες ο Ακμπάρ ζει σε σκηνή ανάμεσα σε άλλους 3.500 Ασιάτες και Αφρικανούς μετανάστες, με την ελπίδα να πετύχει καθεστώς πρόσφυγα.

 

 

Η Τούγια και ο Ακμπάρ αποτελούν τα δύο άκρα του προβλήματος των αστέγων στη σημερινή Ευρώπη. Η Φινλανδία είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα όπου οι αριθμοί τους δεν αυξάνονται. Σε άλλες χώρες, ακόμη και με πλούσιο κοινωνικό κράτος, το εκρηκτικό κόστος της κατοικίας ωθεί όλο και περισσότερους σε καταφύγια αστέγων. Στις χώρες δε όπου οι κοινωνικές υπηρεσίες είναι αδύναμες, πολλοί κατοικούν έξω στον δρόμο. Αλλού, οι μετανάστες που δεν έχουν τα σωστά χαρτιά κινδυνεύουν να χαθούν σε κάποια χαραμάδα.

 

Οι στατιστικές για τον αριθμό των αστέγων δεν είναι πλήρεις – αρκούν όμως για να σπείρουν απογοήτευση. Το 2010-18 η γαλλική κυβέρνηση διπλασίασε τις διαθέσιμες θέσεις σε καταφύγια ανάγκης, οι οποίες έφτασαν τις 196.000: και πάλι όμως δεν μπορεί να ανταποκριθεί στη ζήτηση. Στην Ισπανία, ο αριθμός των ανθρώπων σε καταφύγια αστέγων σημείωσε αύξηση κατά 20,5% μεταξύ 2014 και 2016. Στην Ολλανδία, ο αντίστοιχος αριθμός διπλασιάστηκε μέσα στην τελευταία δεκαετία. Στην Ιρλανδία τριπλασιάστηκε. Η γερμανική κυβέρνηση εκτιμά ότι το 2018 ο αριθμός των αστέγων στη χώρα έφτασε τους 678.000, σημειώνοντας αύξηση 4% – με τους περισσότερους να είναι μετανάστες. Όλα αυτά έχουν εκτροχιάσει τους σχεδιασμούς των κυβερνήσεων. Εδώ και χρόνια προσπαθούν να περάσουν από την εξασφάλιση κρεβατιών σε καταφύγια μίας νύχτας στην προώθηση μιας στρατηγικής στέγασης, όπως γίνεται στη Φινλανδία. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκαν να παλεύουν για να κρατήσουν τους ανθρώπους μακριά από τον δρόμο.

 

Η λογική του «Κατοικία πρώτα απ’ όλα» ξεκίνησε τη δεκαετία του ‘90 στη Βόρεια Αμερική. Μέχρι τότε, οι κοινωνικές υπηρεσίες χρησιμοποιούσαν μια πολιτική «κλιμακοστασίου»: προκειμένου οι άστεγοι να διεκδικήσουν επιδοτούμενο διαμέρισμα, υποχρεούνταν να θέσουν πρώτα υπό έλεγχο τα προβλήματα συμπεριφοράς τους (παράδειγμα: εξάρτηση, μικροπαραβατικότητα, νοητικές ασθένειες). Μέχρι τότε, χρειαζόταν να κοιμούνται σε καταφύγια.

 

Όταν όμως είσαι άστεγος, είναι πιο δύσκολο να απεξαρτηθείς από τα ναρκωτικά ή να ξεφύγεις από το έγκλημα. Τα δε καταφύγια συχνά καταλήγουν να είναι επικίνδυνα, έτσι όπως είναι γεμάτα με απεγνωσμένους ανθρώπους. Ορισμένοι άστεγοι προτιμούν να κοιμούνται έξω, μολονότι κι αυτό είναι επικίνδυνο. Πολλές φορές πέφτουν θύματα ληστείας – αλλά και αρρωσταίνουν. Όταν πόλεις στις ΗΠΑ και τον Καναδά προσπάθησαν να δώσουν πρώτα στους αστέγους κάπου να μείνουν και ύστερα να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα συμπεριφοράς τους, είδαν ότι η προσέγγιση αυτή εξοικονομούσε περισσότερα χρήματα (σε αστυνομικές δαπάνες, σε φυλακές, σε κόστος καταφυγίων και υγειονομική περίθαλψη) απ’ ό,τι κόστιζε.

 

Το 2008 η Φινλανδία υπήρξε η πρώτη χώρα που υιοθέτησε την προσέγγιση του «Κατοικία πρώτα απ’ όλα». Έκτοτε, ο αριθμός των αστέγων υποχώρησε κατά 21%, για να φτάσει πλέον τις 5.500 (ας σημειωθεί ότι αυτός ο αριθμός περιλαμβάνει όσους μένουν σε καταφύγια: ο αριθμός εκείνων που ζουν έξω είναι αμελητέος στη Φινλανδία – θα πέθαιναν από το κρύο). Χρόνια άστεγοι μετακινήθηκαν από συλλογικά καταφύγια σε διαμερίσματα, με μισθωτήρια στο όνομά τους. Πληρώνουν το νοίκι τους με τη βοήθεια κρατικών επιδομάτων. Για κάθε άστεγο που στεγάζεται έτσι, υπολογίζεται ότι η κυβέρνηση εξοικονομεί 15.000 ευρώ τον χρόνο. Η φιλοξενία σε καταφύγια, αντιθέτως, είναι αντιπαραγωγική σύμφωνα με τον Γιούχα Κιακίναν, του Ιδρύματος Υ (του μεγαλύτερου φορέα κοινωνικής στέγης στη χώρα), καθώς «προκαλεί» ένα είδος κουλτούρας του αστέγου!

 

 

Το συγκρότημα όπου μένει η Τούγια, που το διαχειρίζεται ο Στρατός Σωτηρίας, θεωρείται «υποστηριζόμενης κατοικίας» υπό την έννοια ότι υπάρχουν 20 άτομα προσωπικό για τους 87 συνολικά ενοίκους. Κάθε μικρό διαμέρισμα διαθέτει κουζίνα, ενώ υπάρχει κι ένα συμπαθητικό κοινό καφέ. Κοινωνικοί λειτουργοί παρακολουθούν τα προβλήματα των ενοίκων και ρυθμίζουν τα της εργασίας τους.

 

Σύμφωνα με τον Μπρινό Μορέλ της οργάνωσης στέγασης Emmaüs Solidarité, οι φτωχοί είναι αντιμέτωποι με την αύξηση των ενοικίων και την ανασφαλή απασχόληση. Η Γαλλία, κάθε χρόνο, απαγορεύει στους ιδιοκτήτες τις εξώσεις ενοικιαστών από 1 Νοεμβρίου μέχρι 31 Μαρτίου, ενώ φέτος στο Παρίσι δημιουργήθηκαν 7.000 πρόσθετες θέσεις σε καταφύγια αστέγων. Σύμφωνα με τον Μ. Μορέλ, θα χρειάζονταν 10.000. Πρόσθετο πρόβλημα είναι η διαφοροποίηση μεταξύ των εγχώριων αστέγων, για τους οποίους η ευθύνη ανήκει στις δημοτικές αρχές, και των μεταναστών, που υπάγονται στην κεντρική κυβέρνηση. Η Ντομινίκ Βερσανό, αντιδήμαρχος αλληλεγγύης, κατηγορεί την κυβέρνηση για την αδιέξοδη κατάσταση των καταυλισμών μεταναστών: όταν ο δήμος επιχείρησε να δημιουργήσει κέντρο υποδοχής γι’ αυτούς, η κυβέρνηση το μπλόκαρε (τον Νοέμβριο έκλεισε τους καταυλισμούς και μετακίνησε τον κόσμο σε καταφύγια πιο μακριά από την πόλη).

 

Η Αν Ινταλγκό, σοσιαλίστρια δήμαρχος Παρισίων, μετέτρεψε την αίθουσα δεξιώσεων του Δημαρχείου σε καταφύγιο για 39 άστεγες γυναίκες. Οι επίσημοι προσκεκλημένοι περνούν ανάμεσα από γυναίκες που συνέρχονται από τον εθισμό σε ναρκωτικά ή από την ενδοοικογενειακή βία. Παράλληλα, η Ινταλγκό αυστηροποίησε τους ελέγχους στις μισθώσεις: το αποτέλεσμα είναι οι τρέχουσες μισθώσεις να μένουν χαμηλά, αυτό όμως ενδεχομένως αποθαρρύνει τις νέες κατασκευές διαμερισμάτων. Ο Δήμος χτίζει 7.500 νέες μονάδες κατοικίας τον χρόνο για κοινωνική στέγη, αλλά κατά τον Μπ. Μορέλ εκείνες που απευθύνονται στους πολύ φτωχούς δεν είναι αρκετές.

 

Η Γερμανία είναι πιο ενεργητική στα θέματα στέγασης των μεταναστών. Όμως, οι διαθέσιμες κοινωνικές κατοικίες έχουν σημειώσει δραματική μείωση: οι κατοικίες που κατασκευάζονται με κρατική επιδότηση επιτρέπεται να πωλούνται ή να νοικιάζονται ελεύθερα μετά από 30 χρόνια. Στο Βερολίνο, που διέθετε τη δεκαετία του ‘90 περίπου 360.000 μονάδες κοινωνικής κατοικίας, σήμερα υπάρχουν μόλις 100.000. Το ύψος των ενοικίων έχει διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία. Όπως και στο Παρίσι, έτσι και εδώ η δημοτική αρχή έθεσε οροφή στις αυξήσεις των ενοικίων.

 

Το πρόβλημα των αστέγων στην Ευρώπη συνδυάζει δύο προβλήματα. Η οικοδόμηση δημόσιας στέγης έχει επιβραδυνθεί και τα ενοίκια ανεβαίνουν πολύ γρήγορα καθώς οι γραφειοκρατικές διαδικασίες δυσχεραίνουν την ανοικοδόμηση σε πολλές πόλεις. Ταυτόχρονα, η παράνομη μετανάστευση δημιουργεί έναν πληθυσμό αστέγων, που πολλές χώρες είναι απρόθυμες να στεγάσουν. Αυτό υπονομεύει τη λογική του «Η κατοικία πρώτα απ’ όλα!» Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ολλανδία και άλλες χώρες έχουν αυτοδεσμευτεί σ’ αυτή την πολιτική. Όμως τα προγράμματά τους είναι διάσπαρτα, ή πάλι πιλοτικά. «Γιατί όμως να κάνεις πιλοτικές πρωτοβουλίες, όταν ξέρεις τι είναι αυτό που δουλεύει;» ρωτάει ο υπεύθυνος του συγκροτήματος της Τούγια στο Ελσίνκι. Στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, αυτό δεν είναι και τόσο απλό.

Αφήστε ένα σχόλιο