Η καταπολέμηση της ύφεσης στον κόσμο

Δημοσιεύτηκε από economia 03/04/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Aπρίλιος 2020, τ. 993

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

Όσο η πανδημία εξαπλώνεται, οι κυβερνήσεις χρειάζεται να αυξάνουν και να ελέγχουν τη στήριξη προς ανθρώπους και επιχειρήσεις

 

 

 

Μέσα σε δύο μόνο μήνες η παγκόσμια οικονομία αναποδογύρισε εντελώς. Τα χρηματιστήρια κατέρρευσαν κατά το 1/3 της αξίας τους και σε πολλές χώρες τα εργοστάσια, τα αεροδρόμια, τα γραφεία, τα καταστήματα και τα σχολεία έχουν κλείσει προκειμένου να συγκρατηθεί η διάδοση του ιού. Οι εργαζόμενοι έχουν άγχος για τις δουλειές τους, οι επενδυτές έχουν τον φόβο ότι οι εταιρείες θα περιέλθουν σε στάση πληρωμών. Όλα αυτά τα στοιχεία δείχνουν προς την κατεύθυνση μιας από τις πιο βίαιες συρρικνώσεις οικονομικής δραστηριότητας των σύγχρονων χρόνων.

 

Το κινεζικό ΑΕΠ ενδέχεται να έχει υποχωρήσει κατά 10-20% τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο σε σύγκριση με τον προηγούμενο χρόνο. Ενόσω η πανδημία του κορονοϊού θα ανεβαίνει, αντίστοιχη πτώση της οικονομικής δραστηριότητας είναι πιθανόν να παρατηρηθεί σε Αμερική και Ευρώπη, ενώ μια πρόσθετη υποχώρηση μπορεί να καταγραφεί και στην Ασία. Προκειμένου αυτό το σοκ να μην καταλήξει σε βαθιά ύφεση απαιτείται μαζική κυβερνητική παρέμβαση. Όμως, δεν αρκεί μόνο το μέγεθος της παρέμβασης: θα απαιτηθεί η εφαρμογή νεών χρηματοπιστωτικών εργαλείων – γρήγορα.

 

Οι αρχές των δυτικών χωρών έχουν ήδη υποσχεθεί την κινητοποίηση πελώριων ποσών. [Στα τέλη της τρίτης εβδομάδας του Μαρτίου] ένας χοντρικός υπολογισμός για Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, ΗΠΑ και Ιταλία –άμα κανείς συμπεριλάβει δεσμεύσεις για δαπάνες, φορολογικές ελαφρύνσεις, ενέσεις ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες και εγγυήσεις δανείων– φθάνει σε ύψος τα 7,4 τρισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή 23% του ΑΕΠ τους. Όμως, πάνω από τα 4/5 αυτού του ποσού αφορούν τη στήριξη που παρέχουν οι κεντρικές τράπεζες, ενώ πολλές κυβερνήσεις δεν προχωρούν σοβαρά. Διαθέσιμα βρίσκονται πολλά και διαφοροποιημένα εργαλεία πολιτικής, από αναστολές πληρωμής τόκων στα ενυπόθηκα δάνεια μέχρι διασώσεις των καφέ στο Παρίσι. Την ίδια στιγμή, τα εργαλεία τόνωσης των οικονομιών που προβλέπει η οικονομική ορθοδοξία μπορεί να μην λειτουργούν πλέον καλά. Τα επιτόκια στις πλούσιες χώρες βρίσκονται κοντά στο μηδέν, πράγμα που στερεί από τις κεντρικές τράπεζες βασικό μοχλό πολιτικής. Σε περιόδους οικονομικής κάμψης, οι κυβερνήσεις παραδοσιακά προσπαθούν να τονώσουν τη ζήτηση – όμως όταν οι άνθρωποι είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους δεν γίνεται να δαπανούν ελεύθερα. Η ιστορία δεν παρέχει εδώ πολλά διδάγματα. Η παγκόσμια πανδημία του 1918 είχε συμπέσει με καταστροφή των οικονομιών από τον πόλεμο. Η Κίνα, τώρα, έζησε υπό συνθήκες lock-down, όμως το κοινωνικό μοντέλο της είναι διαφορετικό από αυτό της Δύσης.

 

Τι πρέπει να γίνει; Ο οικονομικός σχεδιασμός χρειάζεται να έχει δύο στόχους: τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Και χρειάζεται να κινηθεί γρήγορα, με αποτελεσματικότητα και ευελιξία, ώστε, άμα ο ιός υποχωρήσει αλλά επανέλθει πάλι δριμύτερος, οι εργαζόμενοι και οι επιχειρήσεις να έχουν την ασφάλεια ότι οι κυβερνήσεις θα μπορούν να αυξάνουν και να περιορίζουν την ενίσχυση που παρέχουν. Μεγάλες δημόσιες δαπάνες απαιτούνται για τα νοικοκυριά. Ένας στόχος θα είναι να προστατευθούν οι πλέον ευάλωτοι, με την επιδότηση των αδειών για λόγους υγείας και για κάλυψη των ανασφάλιστων. Δαπάνες όμως θα απαιτηθούν και προκειμένου να αποθαρρυνθούν οι απολύσεις στις εταιρείες που θα υπολειτουργούν, με την επιδότηση των μισθών των εργαζομένων: εδώ, τον δρόμο έδειξε η Γερμανία.

 

Επιπλέον, οι κυβερνήσεις θα χρειαστεί να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα ψηφιακά συστήματα ώστε να διανείμουν ρευστό στα νοικοκυριά – όπως ελπίζει ότι θα πράξει το Χονγκ Κονγκ. Εδώ ο στόχος είναι να μπορεί η στήριξη να αυξάνεται και να περιορίζεται γρήγορα. Χώρες όπως οι ΗΠΑ στηρίζονται σε βραδυπορούσες υπηρεσίες, όπως τα ταχυδρομεία ή οι εφορίες, για να κάνουν διανομή χρημάτων. Άμα τα αναγκαία κονδύλια μπορούν να στέλνονται άμεσα με τα κινητά ή τους ψηφιακούς τραπεζικούς λογαριασμούς, τότε ο κόσμος θα αισθάνεται περισσότερη εμπιστοσύνη και δεν θα εξοικονομεί χρήμα – οπότε και δεν θα βραδυπορήσει η ανάκαμψη όταν ο κορονοϊός υποχωρήσει.

 

Όλες αυτές οι δαπάνες θα κοστίσουν πολύ στις κυβερνήσεις. Όμως, η δημοσιονομική τόνωση ενός 1% του ΑΕΠ που προβλέπεται στην Ευρώπη είναι σαφώς ανεπαρκής. Το σχέδιο των ΗΠΑ να δαπανήσουν ένα 5% είναι πλησιέστερο στον στόχο δεδομένου ότι υπάρχει κίνδυνος μιας διπλής, διαδοχικής υποχώρησης του ΑΕΠ.

 

Όσο τα δημοσιονομικά ελλείμματα θα φουσκώνουν, οι κυβερνήσεις θα χρειαστεί να εκδίδουν βουνά από ομόλογα. Οι κεντρικές τράπεζες θα χρειαστεί να προσέλθουν και να αγοράσουν τα ομόλογα αυτά, αν είναι οι αποδόσεις να μείνουν χαμηλά και οι αγορές ήρεμες. Ο πληθωρισμός αποτελεί μέριμνα δεύτερης τάξης και δεν υπάρχουν στον ορίζοντα πολλοί κίνδυνοι να ξεφύγει. Προκειμένου να αποφευχθεί κρίση της Ευρωζώνης, η ΕΚΤ σχεδιάζει να αγοράσει 750 δισ. ευρώ σε στοιχεία ενεργητικού. Τόσο η ίδια η Τράπεζα όσο και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα χρειαστεί να δώσουν σαφή εγγύηση ότι θα στηριχθούν τα ομόλογα της Ιταλίας και άλλων περιφερειακών οικονομιών.

 

Η δεύτερη προτεραιότητα είναι να φθάσει ρευστότητα σε εκατομμύρια επιχειρήσεις, η κατάρρευση των οποίων θα τραυμάτιζε τις οικονομίες. Βρίσκονται αντιμέτωπες με στράγγισμα ρευστότητας όσο θα συσσωρεύονται οι λογαριασμοί τους – όμως, οι αγορές ομολόγων δεν τους είναι ανοιχτές. Πολλές κυβερνήσεις έχουν παρέμβει, αλλά προς λανθασμένες κατευθύνσεις. Η Γαλλία λέει ότι λύση θα ήταν εθνικοποιήσεις – όμως οι επιχειρήσεις θα αντισταθούν. Οι ΗΠΑ στηρίζουν την αγορά των εταιρικών ομολόγων, όμως αυτή αφορά κυρίως τις μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ οι μικρές είναι που απασχολούν τον περισσότερο κόσμο. Η Γερμανία και η Βρετανία προσφέρουν σχήματα εγγυοδοσίας του δανεισμού, δεν είναι όμως εμφανές πώς θα διαχειριστούν τα εκατομμύρια των αιτημάτων. Η καλύτερη προσέγγιση θα ήταν να χρησιμοποιηθεί το τραπεζικό σύστημα – όλες σχεδόν οι επιχειρήσεις έχουν τραπεζικούς λογαριασμούς, ενώ οι τράπεζες γνωρίζουν να χορηγούν δάνεια. Οι κυβερνήσεις θα ‘πρεπε να προσφέρουν φθηνό χρήμα στις τράπεζες, να το περάσουν στους πελάτες τους, με εγγύηση ότι θα καλύψουν τις περισσότερες ενδεχόμενες ζημίες. Στους δανειζόμενους θα ‘πρεπε να δίνεται πριμ για την έγκαιρη αποπληρωμή όσων θα λάβουν.

 

Όλα αυτά, βέβαια, δημιουργούν πελώρια προβλήματα. Το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος θα απογειωθεί. Θα δοθούν ενισχύσεις σε εύπορους ανθρώπους και θα χορηγηθούν δάνεια σε επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν σωστή διαχείριση. Ακόμη όμως και με τόσο επικίνδυνες παρενέργειες, τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας προσέγγισης κυριαρχούν. Θα υπάρξει γρήγορη διανομή ρευστού. Οι ευάλωτες ομάδες θα βοηθηθούν να προχωρήσουν τη ζωή τους. Τα νοικοκυριά θα έχουν εμπιστοσύνη, ώστε να δαπανήσουν όταν θα έχουν βελτιωθεί οι συνθήκες. Και οι επιχειρήσεις θα διατηρήσουν το εργατικό δυναμικό και την παραγωγική τους ικανότητα, έτοιμες να επανέλθουν σε δράση όταν θα έχει προσπεραστεί αυτή η σκοτεινή φάση.

Αφήστε ένα σχόλιο