Οι τράπεζες αντιμέτωπες με τον κορονοϊό

Δημοσιεύτηκε από economia 07/04/2020 0 Σχόλια Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Aπρίλιος 2020, τ. 993

ΠΑΝΔΗΜΙΑ 2020 της Βάσως Αγγελέτου

 

 

 

 

Από τον αγώνα της εξυγίανσης, πίσω στον αγώνα της επιβίωσης

 

 

 

Μέσα σε λίγες εβδομάδες από το ξέσπασμα του κορονοϊού στην Ευρώπη τα δεδομένα ανατράπηκαν για τις οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρά την άμεση και, ομολογουμένως, γενναιόδωρη ανταπόκριση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με το «έκτακτο QE» των 750 δισ. ευρώ, οι ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με μια πρωτοφανή πρόκληση. Από τη μία, καλούνται να σταθούν όρθιες εν μέσω της πανδημίας, αναπροσαρμόζοντας το λειτουργικό τους μοντέλο. Από την άλλη, έχουν την αποστολή να «υποβαστάξουν» τις παραπαίουσες επιχειρήσεις χρηματοδοτώντας την ανάκαμψη της οικονομίας στη μετα-κορονοϊό εποχή.

 

Στη χώρα μας, όπου το 40% των συνολικών χορηγήσεων αντιστοιχούν σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια, οι προοπτικές είναι ακόμη πιο δυσοίωνες για τον τραπεζικό κλάδο. Οι τιτλοποιήσεις ύψους 30 δισ. ευρώ που είχαν δρομολογηθεί το 2020, με στόχο τη μείωση των NPEs περίπου στο μισό (από 68 δισ. ευρώ στο τέλος του 2019), παγώνουν. Στο «ψυγείο» μπαίνει και ο Ηρακλής, η συστημική λύση που αποτελεί το όχημα για την υλοποίηση των τιτλοποιήσεων με βιώσιμους όρους μέσω κρατικών εγγυήσεων.

 

 

Η άφθονη ρευστότητα της EKT

 

Έτσι, από τον αγώνα της εξυγίανσης, οι ελληνικές τράπεζες περνούν στον αγώνα της επιβίωσης. Η ένταξή τους στο έκτακτο QE της EKT αποτελεί αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη για την αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας, γεγονός που αποτυπώθηκε στην άμεση αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού. «Το σημαντικό με την εξασφάλιση του waiver είναι ότι πλέον η χώρα μας αντιμετωπίζεται ισότιμα στην Ευρώπη, έστω και κάτω από τις παρούσες έκτακτες συνθήκες», σχολιάζει στην Οικονομική Επιθεώρηση ανώτατη εποπτική πηγή.

 

Εκτός από «ψήφο εμπιστοσύνης» όμως, η πλεονάζουσα ρευστότητα της ΕΚΤ είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Από επίσημα κυβερνητικά χείλη διατυπώθηκε η εκτίμηση για απορρόφηση ρευστότητας έως 12 δισ. ευρώ από τις ελληνικές τράπεζες. Ανώτατες πηγές του τραπεζικού κλάδου, ωστόσο, τοποθετούν τον πήχη στα 6-6,5 δισ. ευρώ (εκ των οποίων τα 3 δισ. ευρώ over collateral), αν και όλα θα εξαρτηθούν από το appetite των επιχειρήσεων για δανεισμό. «Οι ελληνικές τράπεζες αντιμετωπίζουν σήμερα πρόβλημα ρευστότητας, το νέο “whatever it takes” της EKT έχει αντίκρισμα κυρίως σε επίπεδο αξιοπιστίας», παραδέχεται ανώτατη πηγή του κλάδου. Εκτιμά δε ότι είναι αμφίβολο το κατά πόσο οι εγχώριες τράπεζες θα θελήσουν να προσκομίσουν τα κρατικά ομόλογα ως collateral για δανεισμό μέσω του QE, ιδίως στις συνθήκες φθηνού δανεισμού στη διατραπεζική αγορά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, εξάλλου, ότι με το ράλι των ομολόγων τους τελευταίους μήνες οι τράπεζες αποκόμισαν σημαντικά κέρδη από τη διακράτηση των ομολόγων ελληνικού Δημοσίου.

 

 

«Χαλαρή» εποπτεία

 

Στα μέσα Μαρτίου ο SSM ανακοίνωσε μια σειρά από μέτρα «χαλάρωσης» της τραπεζικής εποπτείας, δίνοντας στις συστημικές τράπεζες μια ανάσα σε κεφαλαιακό και κανονιστικό επίπεδο, διευκολύνοντας έτσι το χρηματοδοτικό τους έργο. Το πρώτο μέτρο αφορά την αναβολή των stress tests κατά ένα έτος. Ένα δεύτερο μέτρο είναι η μείωση των κριτηρίων κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών (Pillar II) κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες, στο 12% για τις ελληνικές τράπεζες. Επιπλέον, άμεσα θα συνυπολογίζονται στα κεφάλαια των τραπεζών τα ομόλογα Tier II – ένα μέτρο που είχε αρχικά προγραμματιστεί για τις αρχές του 2021. Σε επίπεδο ελέγχων, όποιος λειτουργικός έλεγχος on site δεν έχει ανακοινωθεί αναστέλλεται, γεγονός που προκαλεί μεγάλη ανακούφιση στον εγχώριο κλάδο. Τέλος, νέα λιγότερο «βαριά» πρότυπα αναμένεται να εφαρμοστούν και σε επίπεδο reporting των τραπεζών.

 

  

Το «φειδωλό αγαθό» της ευελιξίας

 

Αυτό, όμως, που έχουν περισσότερο ανάγκη οι ελληνικές τράπεζες είναι η εξυγίανση των ισολογισμών τους και, το σημαντικότερο, η ανάσχεση ενός νέου τσουνάμι «κόκκινων» δανείων. Παρά τις εισηγήσεις των κρατών του Νότου, η Γερμανία δεν φαίνεται να υποχωρεί στις πιέσεις για οριζόντιο, πιο ευνοϊκό χειρισμό των NPEs. Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχει βγει «λευκός καπνός» από τις συνεδριάσεις της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΒΑ) για το θέμα αυτό. «Αυτή είναι μια γκρίζα ζώνη στα μέτρα στήριξης των τραπεζών έναντι της πανδημίας», εξηγεί η ίδια πηγή. Ο Εποπτικός Μηχανισμός της ΕΚΤ (SSM) αρνείται να κάνει το δικό του «whatever it takes», τροποποιώντας καθολικά τον ορισμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Θυμίζεται ότι, σύμφωνα με τον υφιστάμενο κανόνα, ένα δάνειο θεωρείται μη εξυπηρετούμενο μετά από καθυστέρηση 90 ημερών, ενώ ένα ρυθμισμένο δάνειο καθίσταται ξανά ληξιπρόθεσμο (forborne) μετά από 30 ημέρες καθυστέρησης. Αυτό σημαίνει ότι, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, ο Επόπτης απορρίπτει τη λήψη καθολικών μέτρων που θα απέτρεπε μια νέα χιονοστιβάδα κόκκινων δανείων – σενάριο που θεωρείται βέβαιο εν μέσω ζοφερών προβλέψεων για την ελληνική οικονομία το τρέχον έτος.

 

Η απάντηση την οποία αρκέστηκε να δώσει ο SSM έναντι των φόβων για «παύση πληρωμών» σε μια σημαντική μερίδα δανείων είναι η ευελιξία των τραπεζών να αντιμετωπίσουν μεμονωμένα κάθε απαίτηση. Η παραχώρηση αυτή ουσιαστικά προβλέπεται ήδη στα πρότυπα IRFS 9: κάθε τράπεζα μπορεί, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, να κρίνει εάν η καθυστέρηση μιας απαίτησης αποτελεί «μόνιμο» πρόβλημα και να λάβει προβλέψεις ή, στην περίπτωση που το πρόβλημα θεωρείται «προσωρινό», να μην το κάνει. Αυτό που ουσιαστικά αλλάζει στην τρέχουσα συγκυρία είναι η «χαλάρωση» των κριτηρίων με τα οποία ο Επόπτης θα ελέγχει τα ιδρύματα ως προς τις προβλέψεις που λαμβάνουν και κατά πόσο θα κάνει αποδεκτές τις παραδοχές αυτές σε μια πιο ελαστική βάση – κάτι για το οποίο η Φρανκφούρτη έχει διατυπώσει τη βούλησή της να κάνει.

 

Η δυνατότητα αυτή δημιουργεί νέες λειτουργικές απαιτήσεις για τις συστημικές τράπεζες, οι οποίες καλούνται να καταρτίσουν εσωτερικές διαδικασίες scoring των ληξιπρόθεσμων δανείων σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει η καθεμιά από αυτές. Η πρόταση που εξετάζεται είναι η κατάταξη κάθε απαίτησης να γίνεται είτε αυτόματα είτε με γνωμοδότηση επιτροπής με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. Η διαδικασία αυτή, βέβαια, προϋποθέτει νέους πόρους και οργανωτικές δομές, τις οποίες οι τράπεζες καλούνται να αναπτύξουν – και μάλιστα υπό τις εξαιρετικά δύσκολες σημερινές συνθήκες που αντιμετωπίζουν σε λειτουργικό επίπεδο.

 

 

 

Οι κρατικές εγγυήσεις και το risk sharing

 

Ο «άγνωστος x» στην εξίσωση της απάντησης στον κορoνοϊό είναι, δίχως αμφιβολία, οι κρατικές εγγυήσεις. Το δίλημμα της διάσωσης των επιχειρήσεων εις βάρος του Δημοσίου είναι αναπόφευκτο – όχι μόνο για την ελληνική αλλά και για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ήδη, καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, συζητείται έντονα η παροχή κρατικών εγγυήσεων, τόσο έναντι των κόκκινων δανείων όσο και έναντι της εκταμίευσης δανείων στις επιχειρήσεις που χρειάζονται στήριξη κατά τη διάρκεια της πανδημίας και, οπωσδήποτε, για να ορθοποδήσουν μετά από αυτήν. Η χαλάρωση των κανόνων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κρατική βοήθεια (state aid) ανοίγει ένα παράθυρο στις κυβερνήσεις να εγγυηθούν τα χρέη του ιδιωτικού τομέα, όπως το Δημόσιο εγγυάται τα senior bonds στις τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων.

 

Ανώτατες εποπτικές πηγές, ωστόσο, διατυπώνουν έντονες ανησυχίες για το τι θα σημαίνει το risk sharing για το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, ιδίως στη χώρα μας, όπου η βιωσιμότητα του χρέους ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί. Το ίδιο πρόβλημα, όμως, αντιμετωπίζουν και άλλες οικονομίες του Νότου, όπως η Ιταλία που έχει πληγεί σφόδρα από την πανδημία. Ως αντίδοτο για τις ανησυχίες αυτές έχει πέσει στο τραπέζι η έκδοση ενός ειδικού ευρωομολόγου, αποκαλούμενου ως «coronavirus bond», η υλοποίηση του οποίου όμως προϋποθέτει την κατάρριψη ενός διαχρονικού ταμπού για τον ευρωπαϊκό Βορρά, και ιδίως για τη Γερμανία: του διαμερισμού του κινδύνου μεταξύ των κρατών της Ευρωζώνης. Η διαφορά, όμως, σήμερα σε σύγκριση με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 είναι ότι αντιμετωπίζουμε μια αμιγώς εξωγενή κρίση, γεγονός που καταρρίπτει το βασικό επιχείρημα των «γερακιών» του Βορρά: τον ηθικό κίνδυνο.

Αφήστε ένα σχόλιο