Πετρέλαιο: Πολιτική καμένης γης

Δημοσιεύτηκε από economia 07/04/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Aπρίλιος 2020, τ. 993

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

Κανείς δεν θα βγει κερδισμένος απ’ αυτόν τον πόλεμο τιμών στην αγορά του αργού

 

 

 

Η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία την έχουν τη συνήθεια να διεξάγουν τους πολέμους τους δι’ αντιπροσώπων. Όμως, ο πόλεμος τιμών του αργού που ξεκίνησε ανάμεσά τους είναι πλέον μετωπικός και κλιμακώθηκε ταχύτατα. Ξεκίνησε όταν η Ρωσία αρνήθηκε να περικόψει σοβαρά την παραγωγή της στο πλαίσιο συνάντησης της Οργάνωσης Πετρελαιοπαραγωγικών Κρατών στη Βιέννη, στις 6 Μαρτίου. Η Σαουδική Αραβία, που λειτουργεί ως de facto ηγέτης του ΟΠΕΚ, αντεπιτέθηκε με εκπτώσεις προς τους αγοραστές, καθώς και με υπόσχεση να αυξήσει την άντληση αργού. Λίγο αργότερα δήλωσε ότι θα παρέχει στους πελάτες της 1,23 εκατομμύρια βαρέλια/ημέρα τον Απρίλιο, δηλαδή περίπου 25% περισσότερα απ’ όσα τον περασμένο μήνα – το υψηλότερο επίπεδο παραγωγής απ’ όσο είχε ποτέ φθάσει. Η Ρωσία ανήγγειλε ότι και αυτή θα αυξήσει την παραγωγή της, προσθέτοντας άλλα 500.000 βαρέλια/ημέρα στα 11,2 που παρήγε έως τώρα. Η τιμή του αργού Brent σημείωσε βουτιά κατά 24%, στα 34 δολάρια στις 9 Μαρτίου: πρόκειται για τη μεγαλύτερη πτώση εντός μίας ημέρας μέσα σε 30 σχεδόν χρόνια.

 

Μέσα στον σάλο που προκλήθηκε στις παγκόσμιες αγορές μετά την κατάρρευση των τιμών του αργού, λόγω και του πανικού για τις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, η Σαουδική Αραβία ανέβασε την πρόκληση ακόμη περισσότερο: στις 11 Μαρτίου έδωσε την εντολή στην Saudi Aramco (τον κρατικό γίγαντα πετρελαιοπαραγωγής) να αυξήσει την παραγωγική ικανότητα σε εθνικό επίπεδο κατά ένα επιπρόσθετο εκατομμύριο βαρέλια/ημέρα. Ισχυροποιεί έτσι το βασίλειο τη διαπραγματευτική του θέση προκειμένου να σύρει τη Ρωσία πίσω στο τραπέζι των συζητήσεων ή ξεκινά άγριο πόλεμο τιμών που –αντιθέτως– θα εξασφαλίσει εκείνο που οι αναλυτές της επενδυτικής Bernstein χαρακτήριζαν «αμοιβαίως εξασφαλισμένη καταστροφή»; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα καθορίσει πόσο θα διαρκέσει η διατάραξη την οποία ζούμε.

 

Οι συνέπειες αυτής της διατάραξης έρχονται να συμπληρώσουν μία δεκαετία που ήδη ταρακούνησε τους πετρελαιάδες. Η ισχύς μετακινήθηκε ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία, τη Ρωσία και τις ΗΠΑ (βλέπε Διάγραμμα). Το 2014 η Σαουδική Αραβία επεδίωξε να ανακόψει την άνοδο της παραγωγής σχιστολιθικών υδρογονανθράκων, πνίγοντας την αγορά με πετρέλαιο. Αποτέλεσμα: κατακλυσμός για όλους τους παραγωγούς. Δύο χρόνια αργότερα ο ΟΠΕΚ κατόρθωσε να επανελέγξει την παραγωγή, χτίζοντας συμμαχία με τη Ρωσία και άλλους.

 

Τα τελευταία όμως χρόνια η Ρωσία άρχισε να παραβαίνει τη συμφωνία με ΟΠΕΚ. Οι εταιρείες πετρελαιοειδών της, με οδηγό τη Rosneft, δυσανασχετούσαν με την απώλεια μεριδίου αγοράς, προς όφελος των Αμερικανών παραγωγών σχιστολιθικού fracking. Το ίδιο απειλητικό για τη Ρωσία είναι το γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον και τόσο διστακτικές να πιέζουν τους άλλους. Τον Δεκέμβριο ανακοίνωσαν κυρώσεις προκειμένου να καθυστερήσει ο ρωσικός αγωγός φυσικού αερίου Nord Stream-2, που φέρνει αέριο στην Ευρώπη. Τον Φεβρουάριο, αμερικανικές κυρώσεις επιβλήθηκαν στη Rosneft ως τιμωρία για τις συναλλαγές της με Βενεζουέλα.

 

Η συμμαχία της Ρωσίας με τον ΟΠΕΚ τής προσπόρισε νέα επιρροή στη Μέση Ανατολή, όπου η Σαουδική Αραβία σήκωνε το κύριο φορτίο από τον περιορισμό της παραγωγής. Οι Σαουδάραβες άρχισαν να κουράζονται με τον ρόλο του παραγωγού-ρυθμιστή. Ο ρόλος αυτός έγινε ακόμη πιο δύσκολος αφότου –με το ξέσπασμα του κορονοϊού Covid-19 στην Κίνα, η οποία είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας παγκοσμίως– υπήρξε συνολικά καθοδική πίεση στις τιμές του αργού.

 

Πάντως, η απόφαση των Σαουδαράβων να ανοίξουν τις κάνουλες είναι εξαιρετικά παράτολμη. Με τον κορονοϊό σε έξαρση, η όρεξη της διεθνούς αγοράς για πετρέλαιο μπορεί να μειωθεί το 2020 – για μόλις τρίτη φορά μέσα σε μία 30ετία. Το να αυξηθεί η προσφορά σε μια φάση πτωτικής ζήτησης μπορεί να εγκαταστήσει την τιμή του αργού Brent κάτω από τα 30 δολάρια στο δεύτερο 3μηνο της χρονιάς, κατά τη Citi.

 

Το πρόβλημα μπορεί να είναι ακραίο για τις μικρότερες, ασταθείς χώρες που εξαρτώνται από τα πετρελαϊκά τους έσοδα, όπως η Νιγηρία. Ήδη, η κυβέρνηση του Ιράκ τρεκλίζει, οπότε μια κατάρρευση των τιμών του αργού θα μπορούσε να οδηγήσει και σε ανατροπή της. Η κίνηση των συμβολαίων μελλοντικής παράδοσης τα οποία είναι εκφρασμένα σε νομίσματα που έχουν σύνδεση με το δολάριο (για παράδειγμα, το ρεάλ του Ομάν) αφήνουν να διαφανεί μια απαρχή αμφιβολιών για το αν η σύνδεση αυτή θα μπορέσει να διατηρηθεί, άμα τα δολαριακά έσοδα από το αργό συνεχίσουν να παραμένουν για πολύ καιρό χαμηλά.

 

Όμως και οι ΗΠΑ θα υποστούν ισχυρή πίεση. Το φθηνό πετρέλαιο λειτούργησε ως δώρο για την αμερικανική οικονομία. Αυτό δεν ισχύει πλέον. Υπό συνθήκες επιδημίας κορονοϊού, η εξοικονόμηση που θα προκύψει από το πετρέλαιο είναι απίθανο να μεταφρασθεί σε μεγαλύτερες δαπάνες σε άλλους τομείς, ιδίως σε δράσεις που να αφορούν μεγάλα σύνολα ανθρώπων. Ακόμη κι αν κάτι τέτοιο επιτυγχανόταν, η οποιαδήποτε τόνωση της οικονομίας από τους καταναλωτές θα υπεραντισταθμιστεί από τη ζημιά που θα υποστούν οι Πολιτείες παραγωγής σχιστολιθικών υδρογονανθράκων, όπως είναι το Τέξας ή η Βόρεια Ντακότα. Οι τιμές που χρειάζεται η κερδοφορία της παραγωγής αυτής για να ισορροπεί κινούνται μεταξύ 23 και 75 δολαρίων το βαρέλι. Πιθανολογούνται περικοπές παραγωγής και απολύσεις προσωπικού.

 

Όσο για τη Ρωσία, μπορεί να αποτύχει να διαλύσει τελικά την αμερικανική βιομηχανία παραγωγής σχιστολιθικών υδρογονανθράκων. Πέραν τούτου, οι αναιμικές τιμές του αργού θα πλήξουν και τη δική της οικονομία. Πάντως, στις 10 Μαρτίου ο Ρώσος υπουργός Οικονομικών ανέφερε ότι η χώρα διαθέτει αρκετά συναλλαγματικά αποθεματικά, ώστε να αντέξει μία δεκαετία τιμών αργού μεταξύ 25 και 30 δολαρίων, και δεν βιάζεται να επανέλθει στις διαπραγματεύσεις με ΟΠΕΚ.

 

Διαθέτοντας από τα φθηνότερα πετρέλαια στον κόσμο, η Σαουδική Αραβία μπορεί να κατορθώσει να πιέσει πολύ περισσότερο τη Ρωσία. Και πάλι όμως, η σαουδαραβική παραγωγή δεν θα είναι εύκολο να διατηρηθεί σταθερή – ακόμη και για τα 12,3 εκατ. βαρέλια/ημέρα, θα χρειαστεί να αντληθούν ποσότητες από τα μεγάλα δικά της αποθέματα. Επιπλέον, ο Προϋπολογισμός του βασιλείου απαιτεί τιμή του αργού άνω των 80 δολαρίων/βαρέλι. Άμα η επιδημία του κορονοϊού συνεχιστεί και η ζήτηση δεν πάψει να πέφτει, μπορεί να υπάρξει μακροπρόθεσμη ζημιά.

 

Έχουμε έναν πόλεμο τιμών, που κανείς δεν φαίνεται πιθανό να κερδίσει.

Αφήστε ένα σχόλιο