Τα μαύρα βιβλία

Δημοσιεύτηκε από economia 09/04/2020 0 Σχόλια Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Aπρίλιος 2020, τ. 993

ΠΑΝΔΗΜΙΑ 2020 του Γιώργου Βαϊλάκη

 

 

 

 

Η καταγραφή πραγματικών και φανταστικών επιδημιών στη λογοτεχνία

 

 

 

Σε εποχές απρόσμενης και ακραίας κρίσης σε μια κοινωνία (όπως είναι η ξαφνική εμφάνιση μιας καταστροφικής νόσου), οι αντιδράσεις είναι συνήθως αποκαρδιωτικές: οι άνθρωποι, ζαλισμένοι από το δέος και τον φόβο, συμπεριφέρονται ενστικτωδώς, απομακρυσμένοι από τη λογική, κυρίως με το θυμικό, εγωιστικά, χωρίς να νοιάζονται ιδιαίτερα για τους άλλους – ενδιαφέρονται για την προσωπική τους επιβίωση. Και αυτό συμβαίνει δίχως την παραμικρή ψυχραιμία ώστε να γίνει αντιληπτό ότι ο υστερικός ατομικισμός, καταργώντας τα συλλογικά επιτεύγματα, ακυρώνει και όλα τα αντίστοιχα οφέλη. Κάθε ανατριχιαστική ομοιότητα με τη δική μας συγκυρία δεν είναι τυχαία. Εάν υπάρχει μια μορφή τέχνης που αντικατοπτρίζει ανάγλυφα την εποχή της, ενίοτε με έναν τρόπο καθηλωτικό, ενδεχομένως ανησυχητικά οικείο, κάποτε διαχρονικό, αυτή δεν είναι άλλη από τη λογοτεχνία. Κατά περιόδους, οι ποικίλες επιδημίες που εισέβαλαν στην καθημερινή ζωή σαν την όξινη βροχή, πληγώνοντας ανεπανόρθωτα, καταστρέφοντας, δημιουργώντας ένα ιστορικό κενό, στιγματίζοντας βάναυσα την πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού, έμελλε να αφήσουν και στη συγγραφική τέχνη ανεξίτηλα τα σημάδια τους. Αλλά η ιστορία επαναλαμβάνεται – και, δυστυχώς, δεν είναι πάντοτε μια φάρσα.

 

 

Ο Θουκυδίδης για τον λοιμό των Αθηνών

 

Ήδη η ρεαλιστική περιγραφή του λοιμού από τον Θουκυδίδη, που έπληξε την Αθήνα στην αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου και σκότωσε χιλιάδες πολίτες (μεταξύ των οποίων και τον Περικλή), έχει κάποιες τρομακτικές λεπτομέρειες που κάτι μας θυμίζουν. Οι γιατροί της εποχής αγνοούσαν, αρχικά, τη «φύση της ασθένειας». Ήταν πρωτόγνωρη γι’ αυτούς, με συνέπεια να μην μπορούν να προφυλαχθούν και να προσβάλλονται και οι ίδιοι. Ο εξωτικός λοιμός, λέει ο Θουκυδίδης, μάλλον ξεκίνησε από την Αιθιοπία, επεκτάθηκε στη Λιβύη και την Αίγυπτο, καθώς και στο μεγαλύτερο τμήμα της περσικής αυτοκρατορίας. Στην Αθήνα εμφανίστηκε ξαφνικά. Έτσι γίνεται, συνήθως.

 

 

Ο «Μαύρος Θάνατος»

 

Το κατά πόσο η τέχνη αντιγράφει τη ζωή ή η ζωή την τέχνη, αυτό παραμένει –στο πέρασμα του χρόνου– ένα σαγηνευτικό ερώτημα προς διευκρίνιση. Αλλά εδώ η ζωή προηγήθηκε με μια ευφάνταστη, νοσηρή βαναυσότητα άνευ προηγουμένου, που θα επηρέαζε στο εξής βαθύτατα την τέχνη: η πανούκλα, ή αλλιώς ο «Μαύρος Θάνατος», που ξεκίνησε το 1347 στην Ευρώπη και θα αφάνιζε το ένα τρίτο του πληθυσμού της, υπήρξε μια πανδημία αδιανόητης σφοδρότητας, που θα εκλαμβανόταν ως το απόλυτο μεταφυσικό κακό. Οι ιδιαιτερότητες αυτής της επιθετικής, αλλοπρόσαλλης νόσου θα χαράσσονταν στο συλλογικό υποσυνείδητο των ανθρώπων για αιώνες, υπενθυμίζοντας την ασημαντότητα μπροστά στο επέκεινα. Αρχικά, η πανώλη προκάλεσε μεγάλα δεινά στους περισσότερους από όσους επέζησαν από αυτή την πανδημία. Πανικοβλημένοι οι άνθρωποι αγωνιούσαν και προσπαθούσαν να αποφύγουν με κάθε τρόπο τη μόλυνση: πολλοί εγκατέλειπαν τις εργασίες τους, αναζητώντας την απομόνωση. Οι κάτοικοι των πόλεων έφευγαν στην ύπαιθρο και οι κάτοικοι της υπαίθρου απομακρύνονταν ο ένας από τον άλλον! Ακόμα και ο πάπας είχε απομονωθεί στο εσωτερικό του ανάκτορο και δεν επέτρεπε σε κανέναν την είσοδο. Πάρα πολλοί εγκατέλειψαν τις δουλειές τους με αποτέλεσμα να σαπίζουν οι σοδειές στα χωράφια, να διαταραχθεί το εμπόριο και να εγκαταλειφθούν οι μεταφορές. Κατά συνέπεια, τα βασικά αγαθά γίνονταν όλο και πιο σπάνια, ενώ οι τιμές ανέβαιναν. Αυτό συνέβη στην αρχή. Και προκάλεσε ένδεια και κατάθλιψη.

 

Στη συνέχεια, ωστόσο, η οικονομική πραγματικότητα θα άλλαζε θεαματικά: ήταν πιο συμφέρουσα η στροφή σε εξειδικευμένα προϊόντα – ανάλογα με τις κατά τόπους συνθήκες. Το αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση ειδικευμένων οικονομιών κατά περιοχές: σε πόλεις της Αγγλίας οι άνθρωποι προσανατολίστηκαν στην εκτροφή προβάτων ή στην παραγωγή μπίρας, στη Γαλλία εξειδικεύθηκαν στην οινοπαραγωγή, ενώ η Σουηδία αντάλλασσε βούτυρο με φτηνό γερμανικό σιτάρι. Αλλά, δυστυχώς, μαζί με την οικονομική προσαρμογή –όπως θα τη λέγαμε σήμερα– θα ακολουθούσαν η ψυχολογική κατάρρευση και ένας πολιτισμός που έμοιαζε να γίνεται ταχύτατα μια ανάμνηση. Η νόσος δεν έλεγε να εξαλειφθεί. Ο Βοκκάκιος (1313-1375) περιγράφει σπαρακτικά στο Δεκαήμερο τις αφόρητες επιπτώσεις της πανούκλας, αυτής της φρικτής ασθένειας, στη Φλωρεντία της εποχής εκείνης: «Η συμφορά είχε τόσο πολύ κατατρομάξει άντρες και γυναίκες που ο αδελφός παρατούσε τον αδελφό, ο θείος τον ανιψιό, η αδελφή τον αδελφό, συχνά μάλιστα η γυναίκα τον άντρα της. Ορίστε ακόμα κάτι φοβερό και σχεδόν απίστευτο: οι πατέρες και οι μητέρες, σαν να μην ήταν πια δικά τους τα ίδια τους τα παιδιά, απέφευγαν να πηγαίνουν να τα δουν και να τα βοηθήσουν». Όπως θα το έθετε μερικούς αιώνες αργότερα ο Λάιμπνιτς: «Τίποτα δεν είναι πιο αληθινό από το τίποτα». Κι όμως. Είναι στη φύση μας να αναζητούμε μικρά ή μεγαλύτερα νοήματα, ακόμη και όταν οι χαραμάδες της αισιοδοξίας μοιάζουν να στενεύουν επικίνδυνα.

 

 

Επιδημίες στην ελληνική λογοτεχνία

 

Σε κάθε περίπτωση, οι επιδημίες ανιχνεύονται και στην ελληνική λογοτεχνία. Στο διήγημά του Βαρδιάνος στα σπόρκα (1893), ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης μιλά για την ιστορία μιας γυναίκας που μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (μολυσμένα καράβια) με σκοπό να σώσει τον γιο της από τη χολέρα, η οποία έπληξε την Ευρώπη το 1865. Πολλά χρόνια αργότερα, με το μυθιστόρημα Λοιμός (1972), ο Αντρέας Φραγκιάς θα επινοήσει μια μεταδοτική ασθένεια για να δείξει τις καταπιεστικές συνθήκες στη μεταπολεμική Μακρόνησο και τα βάσανα των κρατουμένων. Η ασθένεια και οι ψυχολογικές της συνέπειες παρέμεναν ζωντανές.

 

 

Ο Θάνατος στη Βενετία

 

 

Πάντως, είναι ο Γερμανός συγγραφέας Τόμας Μαν που σε ένα από τα πλέον εμβληματικά ευρωπαϊκά μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα, τον Θάνατο στη Βενετία (1921) με ήρωα τον μεσήλικα Γουσταύο φον Άσενμπαχ, αντιλαμβάνεται μια επιδημία χολέρας ως την ιδανική συνθήκη για να αποδώσει με αδρές γραμμές μια απαράμιλλη ελεγεία της παρακμής, όπου κυριαρχεί η αποσύνθεση και η κατάρρευση, με την απόλυτη φθορά να είναι διαρκώς παρούσα. Ο πρωταγωνιστής αποφασίζει να ταξιδέψει, παρακινούμενος από μια ανάγκη για προσωπική ολοκλήρωση, και θα βρεθεί στη Βενετία. Στο ξενοδοχείο, αντικρίζει ένα όμορφο νεαρό αγόρι που θα του αναστατώσει την καθημερινότητα, με τον μεσήλικα Άσενμπαχ να δυσκολεύεται να διαχειριστεί την πρωτοφανή για εκείνον ερωτική του διάθεση – η οποία ξεπερνάει τη λογική του. Σταδιακά, παρακολουθούμε να συντελείται ο προσωπικός του ξεπεσμός, με σκηνικό τη Βενετία, η οποία εδώ παρουσιάζεται ως μια πόλη σε παρακμή, αισθησιακή και θανάσιμη, προκαλώντας μια διαπεραστική θλίψη. Οι εποχές ήταν και τότε δυσοίωνες.

 

 

 

 

 

 

Η Πανούκλα

 

Oι συμπεριφορές σε περιόδους εγκλεισμού, ασθένειας και απειλής δεν αποτελούν μόνο μια εξαιρετική πρώτη ύλη για τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες: αναδύουν στην επιφάνεια μερικά από τα χειρότερα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου είδους – όλα εκείνα που ο πολιτισμός πάσχιζε σε βάθος χρόνου να εξευγενίσει. Ο Αλμπέρ Καμύ, όταν έγραφε την αριστουργηματική Πανούκλα (1947), θα κατέγραφε υποδειγματικά όλες τις στάσεις και τις αντιδράσεις που μπορεί να προκαλέσει η επιδημία: την αγωνία και τον τρόμο, τις προσπάθειες κάποιων να αποκομίσουν κέρδη από την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Με την πρώτη ευκαιρία οι άνθρωποι βυθίζονται στον πανικό και σπέρνουν μεταξύ τους τον διχασμό και τη μοχθηρία, χωρίζονται σε μέτωπα και επιδεικνύουν μια έπαρση κι έναν προσβλητικό εγωκεντρισμό. Από την άλλη, ο Καμύ μάς παροτρύνει να αναλογιστούμε ότι ακόμα και αν υποχωρήσει η επιδημία, ο φόβος για μια πανούκλα πάντα θα μας απειλεί. Αλλά υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε όλοι μαζί: να είμαστε προετοιμασμένοι να αντιδράσουμε, να πειθαρχήσουμε, να μην ηττηθούμε ως κοινωνία, να αντισταθούμε και –παρά την οδύνη από τις, βέβαιες, απώλειες– να νικήσουμε. Και, ακολούθως, να συνεχίσουμε…

Αφήστε ένα σχόλιο