Θύμα του Covid-19 και η Ευρωζώνη;

Δημοσιεύτηκε από economia 14/04/2020 0 Σχόλια Μελέτες / αναλύσεις,

 

του Χάρη Σαββίδη

 

Ένα από αυτά που μας δίδαξε η προηγούμενη δεκαετία με τη δημοσιονομική κρίση είναι ότι η κυοφορία των αποφάσεων στην Ευρωζώνη παίρνει καιρό. Υπό αυτό πρίσμα, οι αποφάσεις του πρόσφατου Eurogroup σχετικά με την οικονομική απάντηση στην πανδημία δεν είναι παρά το συμπέρασμα από τον πρώτο γύρο μιας μακράς πορείας διαπραγματεύσεων.

 

Καταγράφηκε η αυτονόητη δόση αλληλεγγύης: ότι στη διάρκεια της μάχης με την πανδημία, τα έξοδα για την αντιμετώπισή της θα μπορούν να χρηματοδοτούνται προνομιακά από τον ESM. Μοναδικός όρος θα είναι να αξιοποιηθούν για αυτό τον σκοπό (είναι βέβαια πολύ πιθανό να ακολουθήσουν διεξοδικές διαπραγματεύσεις σχετικά με τον ακριβή ορισμό).

 

 

Το οικονομικό πρόβλημα

Το κυρίως θέμα της συζήτησης δεν αφορά βέβαια αυτό το οικονομικό κόστος αλλά εκείνο που θα απαιτηθεί για τη διαχείριση της ύφεσης που προκαλεί η πανδημία. Μιας ύφεσης πρωτοφανούς μεγέθους, που όμως είναι πιθανό να ακολουθηθεί σύντομα από μία εξίσου ισχυρή ανάκαμψη (αμφότερες θα παραμείνουν για καιρό τα ιστορικά ρεκόρ στα στατιστικά μεγέθη πολλών κρατών).Το αν αυτό που είναι πιθανό τελικά συμβεί εξαρτάται (και) από τους χειρισμούς των κυβερνήσεων: από τα μέτρα που θα πάρουν για να κρατήσουν ζωντανή τη φλόγα της κατανάλωσης σε σημαντική μερίδα πληθυσμού και για να διατηρήσουν στη ζωή τις επιχειρήσεις – πρωτίστως τις μικρότερες.

 

Αν για παράδειγμα χρεοκοπήσει η Lufthansa, είτε η γερμανική κυβέρνηση είτε κάποιος ανταγωνιστής θα βρεθεί να τη σώσει και μερικά τρίμηνα αργότερα όλα θα ανήκουν στο παρελθόν. Αντίθετα αν αναγκαστεί να κλείσει το μπακάλικο ενός 50χρονου, δύσκολα αυτός θα έχει νέα ευκαιρία. Αυτό εξαρτάται, βέβαια, από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε οικονομίας και κοινωνίας. Ισχύει, όμως, σε μεγάλο βαθμό στις οικονομίες του νότου, όπου και είναι κυρίαρχες οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Άρα σε Ισπανία και Ιταλία, που πλήττονται σκληρά από την πανδημία, η ανάκαμψη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την υιοθέτηση γενναίων μέτρων στήριξης της οικονομίας.

 

Και στις δύο οικονομίες, η παράλυση της οικονομικής ζωής επί μήνες θα προκαλέσει μεγάλη υποχώρηση του ΑΕΠ. Αυτό από μόνο του αρκεί για να εκτοξευτεί το ήδη υψηλό ποσοστό δημοσίου χρέους τους: Για τη διευκόλυνση των υπολογισμών ας πάρουμε το ποσοστό της Ελλάδας (180%) και ας υποθέσουμε ότι το ΑΕΠ μειώνεται κατά 10%. Αυτομάτως η ίδια ονομαστική ποσότητα χρέους αντιστοιχεί στο 200% του ΑΕΠ. Με τα δημοσιονομικά τους μεγέθη ήδη να μην βρίσκονται μακριά από την «κόκκινη ζώνη», μια τέτοια επιδείνωση θα μπορούσε να οδηγήσει το κόστος δανεισμού Ιταλίας και Ισπανίας υψηλότερα. Ενδεχομένως το υψηλό κόστος δανεισμού να μην επιτρέψει την υιοθέτηση γενναίων παρεμβάσεων στήριξης της ανάκαμψης, κάτι που θα οδηγήσει σε ακόμα υψηλότερο κόστος δανεισμού. Αν πάλι οι κυβερνήσεις αποφασίσουν να προχωρήσουν στις παρεμβάσεις, τότε οι δημοσιονομικοί δείκτες θα επιδεινωθούν περαιτέρω, οδηγώντας και πάλι υψηλότερο το κόστος δανεισμού.

 

 

Η λύση του κορονομολόγου

Για να αποφευχθεί όλο αυτό τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης θα μπορούσαν να συμφωνήσουν ότι χρησιμοποιούν ένα κοινό εργαλείο – ας το πούμε κορονομόλογα. Το κοινό εργαλείο δεν σημαίνει ότι οι χώρες αναλαμβάνουν από κοινού τα χρέη. Απλώς χρησιμοποιούν το ίδιο εργαλείο κι έτσι έχουν το ίδιο κόστος δανεισμού. Σε μια τέτοια περίπτωση τα αρνητικά επιτόκια δανεισμού των κρατών του Βορρά θα λειτουργούσαν αντισταθμιστικά, επιτρέποντας σε Ισπανία και Ιταλία να δανειστούν με χαμηλό κόστος. Πρόκειται για αρκετά ήπια εκδοχή αμοιβαιοποίησης του χρέους αλλά ακόμα κι αυτή είναι εξαιρετικά νωρίς να τη δεχθούν τα κράτη του Βορρά. Ειδικά όταν γνωρίζουν ότι στη συνέχεια αυτής της συζήτησης μπορεί να ζητηθεί από την ΕΚΤ να μιμηθεί το παράδειγμα της Τράπεζας της Αγγλίας, κόβοντας χρήμα.

 

 

Οι πολιτικοί περιορισμοί

Στα δύο μεγαλύτερα κράτη της ομάδας του Βορρά, τη Γερμανία και την Ολλανδία, οι πολιτικές ισορροπίες δεν επιτρέπουν σοβαρές παραχωρήσεις. Στη μεν Γερμανία το CDU δέχεται πίεση από το ακροδεξιό AfD και δεν έχει καν ηγεσία (ο διάδοχος της Annegret Kramp-Karrenbauer θα εκλεγεί στις 25 Απριλίου). Βασική αρχή των Χριστιανοδημοκρατών είναι ότι δεν θα επιτρέψουν να δημιουργηθεί ισχυρότερο κόμμα δεξιά τους, μετά την εμπειρία των ναζί. Στη δε Ολλανδία η τετρακομματική κυβερνητική πλειοψηφία προέκυψε μετά από διαπραγματεύσεις 225 ημερών και μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης είναι το ακροδεξιό PVV. Και στις δύο χώρες τα όποια βήματα αμοιβαιοποίησης του χρέους στην Ευρωζώνη θα ενίσχυαν την ευρωσκεπτικιστική δεξιά.

 

Από την άλλη πλευρά, σε Ιταλία και Ισπανία οι κυβερνήσεις δεν είναι ιδιαίτερα σταθερές. Στην Ιταλία προέκυψε μετά από τους καιροσκοπικούς χειρισμούς του Ματέο Σαλβίνι το προηγούμενο καλοκαίρι και στηρίζεται στη συνεργασία του Δημοκρατικού Κόμματος με το Κίνημα των 5 Αστέρων. Οι ευρωσκεπτικιστές αυξάνονται σταθερά τα προηγούμενα χρόνια. Εάν η τραγική αυτή άνοιξη ακολουθηθεί από μια βαθιά ύφεση το φθινόπωρο και οι Ευρωπαίο φανούν αδιάφοροι, πιθανότατα οι ευρωσκεπτικιστές θα πάρουν το πάνω χέρι. Στην Ισπανία, για να σχηματιστεί η κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος με τους Podemos χρειάστηκε να προηγηθούν δύο εκλογές και συνολικά 254 ημέρες διαπραγματεύσεων. Ανερχόμενη δύναμη και εδώ είναι η ακροδεξιά με το Vox.

 

 

Πρόκειται, δηλαδή, για μια πολιτική συγκυρία όπου όποια απόφαση κι αν υπάρξει σε σχέση με την αμοιβαιοποίηση του χρέους, θα ενισχύσει τις φυγόκεντρες δυνάμεις είτε στον Βορρά, είτε στον Νότο. Θα απαιτηθούν εξαιρετικά λεπτοί χειρισμοί, πολιτικές ακροβασίες και πολύ τύχη ώστε το οικοδόμημα της Ευρωζώνης να μην καταλήξει ένα από τα… θύματα του COVID-19.

Αφήστε ένα σχόλιο