Εγκώμιο του εγκλήματος

Δημοσιεύτηκε από economia 16/04/2020 0 Σχόλια Βιβλιοπαρουσίαση,

του Καρλ Μαρξ
μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη
εκδόσεις: Άγρα, 2011, σελίδες: 24

 

του Γιώργου Βαϊλάκη

 

 

Η μυστηριώδης γοητεία του εγκλήματος έχει μία μακρά και παράξενη διαδρομή η οποία ποικιλοτρόπως αποτυπώνεται στη λογοτεχνία, αλλά και επισημαίνεται -κατά καιρούς- μέσα από δοκίμια που δεν έπαψαν ποτέ να ξαφνιάζουν. Άλλωστε, το ερώτημα που έπεται μιας ανεξιχνίαστης υπόθεσης φόνου μοιάζει να αφορά τον καθέναν: Ποια είναι η στιγμή εκείνη στην οποία τη σαγήνη του μυστηρίου διαδέχεται ο πραγματικός κίνδυνος; Και, όμως, ακόμη και αυτή η αίσθηση του κινδύνου, του απροσδιόριστου φόβου για το τι πρόκειται να επακολουθήσει, έχει με τη σειρά της τη δική της αδιευκρίνιστη γοητεία.

 

 

Ο Τόμας ντε Κουίνσι έγραψε, το 1827, ένα οξυδερκές δοκίμιο με τον εντυπωσιακό τίτλο «Η δολοφονία ως μία εκ των καλών τεχνών». Εδώ, αναπτύσσει παραστατικά την ιδέα ότι ο φόνος μπορεί να εξεταστεί από την αισθητική άποψη και μάλιστα σύμφωνα με εκείνους τους κανόνες που διέπουν ένα έργο τέχνης! Εξάλλου, η πανουργία και η επιτηδειότητα, ο αφανισμός του άλλου και οι ταπείνωση της ήττας ήταν θελκτικά ήδη από την αρχαιότητα, όπως συνέβαινε στα αμφιθέατρα και τις αρένες. Πόσω μάλλον όταν κάθε φορά η επιτυχία του εγχειρήματος οφείλεται σε ένα προσεκτικά δομημένο σχέδιο δράσης, με τη δολοφονία να έπεται ως συνέπεια ιδιαίτερα λεπτών χειρισμών.

 

 

Αυτή την διαχρονική και -εν μέρει- ενοχική γοητεία του εγκλήματος δεν θα αργούσε να την αξιοποιήσει και η λογοτεχνία, δημιουργώντας ένα ξεχωριστό και ασυνήθιστα δημοφιλές είδος. Το πρώτο αστυνομικό διήγημα ήταν «H διπλή δολοφονία της οδού Mοργκ» (1841) του ιδιοφυούς Eντγκαρ Aλαν Πόε (1809-1849) και ήδη σε αυτό διακρίνονται τα δύο βασικά συστατικά μιας υποδειγματικής αστυνομικής πλοκής: Ένας περίεργος φόνος και κάποιος που μέσα από μία σειρά συλλογισμών ξεδιαλύνει το μυστήριο. H διάδοση αυτού του μοντέλου υπήρξε καθοριστική για τις αστυνομικές ιστορίες της εποχής.

 

 

Αλλά ήταν ο σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ (1859- 1930) που θα αποδείκνυε συστηματικά ότι μία αστυνομική ιστορία που περιγράφει ένα φόνο, μπορεί να είναι -παράλληλα- και ένα σημαντικό λογοτεχνικό έργο. Μάλιστα, το πρώτο έργο του πρωτοπόρου της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι η «Σπουδή σε κόκκινο» (1887), ένα έργο-σταθμός που συνδυάζει υποδειγματικά την παρουσίαση του χαρακτήρα, της ζωής και του τρόπου σκέψης του πρωταγωνιστή θρυλικού ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς με την εξιχνίαση ενός φόνου.

 

 

Η Άγκαθα Κρίστι, πάλι, με το εξαιρετικό «Δέκα μικροί νέγροι» (1939) έμελλε να προσδώσει μία θεατρική διάσταση στα μυθιστορήματα του είδους: Πρόκειται για μια από τις πλέον δραματικές περιπτώσεις μυστηρίου, μία ιστορία με ένα δολοφόνο χωρίς κίνητρο, δέκα ανθρώπους με ένα νεφελώδες, ένοχο παρελθόν και ένα απομονωμένο νησί - ιδανικό σκηνικό για τις πιο σκοτεινές πράξεις που μπορεί να διανοηθεί το ανθρώπινο μυαλό. Όλοι τους βρίσκονται προσκεκλημένοι σε μια έπαυλη, μέχρι που αρχίζουν ο ένας μετά τον άλλον να δολοφονούνται -υπό συνθήκες ασφυκτικής πίεσης κλειστού δωματίου- για να μη μείνει τελικά παρά μόνον ένας: ο δολοφόνος.

 

 

Πάντως, ο Ρέιμοντ Τσάντλερ στο συναρπαστικό κείμενό του «Η απλή τέχνη φόνου» (1944) αδιαφορεί για το μυθιστόρημα της Άγκαθα Κρίστι και του Κόναν Ντόιλ, χαρακτηρίζοντας την κατάρριψη του ακλόνητου άλλοθι «χαμάλικη δουλειά» και αναφέρεται κολακευτικά στον Ντάσιελ Χάμμετ, τον συγγραφέα «που παρέδωσε το έγκλημα στους ανθρώπους που έχουν πραγματικό λόγο να το διαπράττουν και δεν το κάνουν μόνο για να μας προμηθεύσουν ένα πτώμα».

 

 

Και, πράγματι, ο Τσάντλερ είχε δίκιο σε ένα πράγμα: ότι μια περίπτωση εγκλήματος, δεν είναι μόνο μία εξίσωση προς επίλυση, αλλά και μια αμείλικτη πραγματικότητα με ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις, κάτι που ασφαλώς είχε αντιληφθεί -πολύ νωρίτερα- και ο σημαντικότερος, ίσως, Ρώσος λογοτέχνης του 19ου αιώνα μέσα από ένα μυθιστόρημα που είναι κατεξοχήν κλασικό: Ο Ντοστογιέφσκι εμπνεύστηκε το «Έγκλημα και τιμωρία» από ένα αληθινό περιστατικό. Στα μέσα της δεκαετίας του 1860, ένας φοιτητής είχε δολοφονήσει έναν γέροντα με κίνητρα παρόμοια με του Ρασκόλνικοφ. Ο τελευταίος παρουσιάζεται στο βιβλίο ως ένας απελπισμένος νέος, διωγμένος από το πανεπιστήμιο, ταπεινής καταγωγής, ο οποίος σκοτώνει μια γριά τοκογλύφο που κανείς δεν πρόκειται να πενθήσει, θεωρώντας ότι θα λύσει τα οικονομικά του προβλήματα, ενώ ταυτόχρονα θα απαλλάξει την κοινωνία από ένα άχρηστο μέλος της.

 

 

Αστυνομικό θρίλερ με θρησκευτικές, φιλοσοφικές και κοινωνικές διαστάσεις, αποτελεί την πρώτη από τις μεγάλες μυθιστορηματικές συνθέσεις του Ρώσου συγγραφέα, με τον κεντρικό της ήρωα, τον νεαρό δολοφόνο Ρασκόλνικοφ, να κυριεύεται από τις τύψεις, παλινδρομώντας ανάμεσα στο ορθό και το άδικο, το λογικό και το παράλογο, ενώ παράλληλα αποτυπώνεται ιδιοφυώς η συνολική ψυχολογική διαδικασία του εγκλήματος.

 

 

Την ίδια περίπου εποχή, ανάμεσα στο 1860 και 1862, ο Καρλ Μαρξ θα επεφύλασσε μία απρόσμενη και απενοχοποιημένη προσέγγιση του θέματος μέσα από το εκπληκτικό –από κάθε άποψη- «Εγκώμιο του εγκλήματος» - ένα δοκίμιο περιπαιχτικό και κυνικό, που ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στον αποτροπιασμό και την ατράνταχτη λογική. Σε αυτό, ο σπουδαίος φιλόσοφος εστιάζει στην αξία που έχει η εγκληματική πράξη στην παραγωγική διαδικασία και όχι μόνο. Λόγω του εγκλήματος –λέει ο Μαρξ- υπάρχει η αστυνομία και η ποινική δικονομία, οι κλητήρες, οι δικαστές, οι δεσμοφύλακες – μεταξύ άλλων.

 

 

Όλοι αυτοί οι ετερόκλητοι επαγγελματικοί κλάδοι, που αποτελούν ισάριθμες κατηγορίες του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, αναπτύσσουν διάφορες ικανότητες του ανθρώπινου πνεύματος, φτιάχνουν νέες ανάγκες, αλλά και νέους τρόπους για την ικανοποίησή τους. «Ο φιλόσοφος παράγει ιδέες, ο ποιητής ποιήματα, ο πάστορας κηρύγματα, και ούτω καθεξής. Ο εγκληματίας παράγει εγκλήματα. Αν προσέξουμε καλύτερα πως σχετίζεται αυτός ο τελευταίος κλάδος παραγωγής με το κοινωνικό σύνολο, θ' απαλλαγούμε από πολλές προκαταλήψεις. Ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο εγκλήματα, αλλά και το ποινικό δίκαιο και τον καθηγητή που διδάσκει ποινικό δίκαιο και, συνάμα, το αναπόφευκτο σύγγραμμα με το οποίο ο ίδιος ο καθηγητής ρίχνει στην αγορά εν είδει εμπορεύματος» ισχυρίζεται ο Μαρξ για να προσθέσει με χιούμορ: «Για να μην αναφέρουμε την ατομική απόλαυση που παρέχει το χειρόγραφο του συγγράμματος στο δημιουργό του».

 

 

Αφήστε ένα σχόλιο