Αγοράζοντας χρόνο

Δημοσιεύτηκε από economia 27/04/2020 0 Σχόλια The Economist,

του Economist, τ. 11/4/2020

Αναμείνατε πανικό για την Ευρωζώνη:

 

αν δεν προωθήσει την ενοποίησή της, θα διαλυθεί

 

Η Ευρωζώνη βρίσκεται μπροστά στη βαθύτερή της ύφεση και τη σκληρότερη δοκιμασία που έχει υποστεί ποτέ. Ορισμένες προγνώσεις μιλούν για υποχώρηση του ΑΕΠ σχεδόν κατά 1/10 μέσα στο 2020. Όμως, όπως βλέπουμε να γράφεται Ιστορία, έτσι και αυτή επαναλαμβάνεται. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτικών για την κρίση του Covid-19 κατέληξαν σε άλλη μία δυσάρεστη αντιδικία για το ποιες χώρες θα κερδίσουν και ποιες θα χάσουν από το κοινό νόμισμα. Η πικρή αυτή αντιπαράθεση έχει τις ρίζες της στην κρίση δημόσιου χρέους της Ευρώπης του 2010-12, τότε που οι κλονισμένες χώρες του Νότου ζήτησαν αλληλεγγύη, αλλά οι Βόρειοι αρνήθηκαν να διασώσουν εκείνους που θεωρούσαν ότι εμφάνιζαν τη λάθος συμπεριφορά.

 

Τότε, η Ευρωζώνη απέφυγε την κατάρρευση εν πολλοίς χάρη στη δράση που ανέλαβε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα/ΕΚΤ. Η Ευρωζώνη είχε έκτοτε την ευκαιρία να προωθήσει βαθύτερες μεταρρυθμίσεις προκειμένου να αντιμετωπισθούν οριστικά οι αδυναμίες της – όμως, ο χρόνος που διέθετε δεν αξιοποιήθηκε σωστά. Έχοντας αποχωρισθεί από τη νομισματική τους ανεξαρτησία εδώ και καιρό και έχοντας αποτύχει να περιορίσουν το δημόσιο χρέος τους, ορισμένες χώρες δεν μπορούν να διαχειριστούν μόνες τους την κρίση. Χρειάζονται βοήθεια από τις ισχυρότερες οικονομίες του Βορρά.

 

Προκειμένου να αποφύγουν μια βαθιά και διαρκή ύφεση, οι χώρες του Νότου χρειάζονται να προβούν σε δημόσιες δαπάνες, οι οποίες να κρατήσουν την οικονομία τους όρθια σήμερα, και να τις επανεκκινήσουν όταν η πανδημία θα έχει ξεπεραστεί. Όμως, αυτές οι δαπάνες τους θα αυξήσουν απότομα το δημόσιο χρέος που έχουν. Στην Ιταλία, το χρέος έχει ήδη φθάσει το 135% του ΑΕΠ, οπότε το νούμερο αυτό θα μπορούσε εύκολα να ξεπεράσει το 150% – ακόμη και με συγκρατημένη τόνωση της οικονομίας. Άμα η κυβέρνηση της χώρας προχωρήσει σε πιο χαλαρές δαπάνες, οι επενδυτές θα μπορούσαν να πανικοβληθούν με το ενδεχόμενο χρεοκοπίας ή και αναδιάρθρωσης του χρέους της. Η Ελλάδα, η Ισπανία, ακόμη και η Γαλλία, βρίσκονται αντιμέτωπες με τις ίδιες σκληρές επιλογές.

 

Ο πειρασμός που προκύπτει ονομάζεται αναβλητικότητα. Το κόστος δανεισμού του Νότου είναι υψηλότερο απ’ ό,τι του Βορρά, δεν βρίσκεται όμως και σε επίπεδα πανικού. Τα 10ετή ομόλογα της Ιταλίας έχουν απόδοση περίπου 2% υψηλότερη από αυτά της Γερμανίας. Μετά από δισταγμούς, η ΕΚΤ προσπάθησε να περιορίσει τη ζημιά, αγοράζοντας ομόλογα και χαλαρώνοντας τους κανόνες για το τι μπορεί να αγοράσει.

Αυτού του είδους οι ενέργειες αγοράζουν χρόνο, τίποτε όμως περισσότερο απ’ αυτό. Υπάρχουν ακόμη όρια στο πόσες αγορές μπορεί να κάνει η ΕΚΤ για να βοηθήσει τον Νότο, ενώ οι πρόσθετες αγορές ομολόγων είναι πιθανόν να έχουν σταματήσει προτού ανακάμψουν οι οικονομίες του Νότου. Η Τράπεζα μπορεί να θεωρήσει ότι δεν έχει αρμοδιότητα να επεκτείνει το πρόγραμμα που αποφάσισε, ενώ πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο δικαστικής προσβολής του στη Γερμανία. Συνειδητοποιώντας δε τους κινδύνους, οι χώρες του Νότου μπορεί να επιλέξουν την εφαρμογή συντηρητικότερων πακέτων τόνωσης των οικονομιών τους απ’ ό,τι αληθινά χρειάζονται. Αυτό όμως θα μπορούσε να τις βάλει σε μια θανάσιμη παγίδα: αν οι οικονομίες τους αρχίσουν να συρρικνώνονται, θα δυσκολευθούν ακόμη περισσότερο να εξυπηρετήσουν το χρέος που ήδη έχουν.

 

Πολιτικά, η Ευρωζώνη βρίσκεται μπροστά σε δίλημμα. Στον Νότο, ακόμη περισσότερα εκατομμύρια πολιτών θα μπορούσαν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η συμμετοχή στο ενιαίο νόμισμα δεν φέρνει κάποιο όφελος, τροφοδοτώντας έτσι ευρωσκεπτικιστικά κόμματα, όπως η Λέγκα του Βορρά στην Ιταλία ή ο Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λε Πεν στη Γαλλία. Στον Βορρά, η εφαρμογή πολιτικών διάσωσης θα μπορούσε να ενισχύσει κινήματα όπως αυτό της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία.

 

Τι θα πρέπει λοιπόν να γίνει; Οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης συμφώνησαν σε μέτρα όπως κοινή χρηματοδότηση της ασφάλισης ανεργίας και ευκολότερη πρόσβαση σε πιστωτικές γραμμές από κοινό Ταμείο διάσωσης. Όμως, η πρόταση που προώθησαν 9 κράτη-μέλη για «κορονο-ομόλογο», δηλαδή την από κοινού έκδοση χρέους, δεν προχώρησε: κάτι τέτοιο θα είχε βοηθήσει τον Νότο να επωφεληθεί από τους όρους φθηνού δανεισμού του Βορρά.

 

Οι Βόρειοι εδώ και πολύ καιρό αρνούνται την αμοιβαιοποίηση του χρέους, επειδή φοβούνται το ενδεχόμενο να ενισχυθεί η χαλαρότητα στον Νότο. Χωρίς όμως αυτή την κίνηση, η Ιταλία και η Ισπανία είτε θα βρεθούν αντιμέτωπες με άγρια ύφεση τώρα είτε με μακράς διάρκειας κρίση χρέους στο μέλλον Με lockdown να εφαρμόζεται από Σαξωνία μέχρι και Σικελία, το χρέος που θα εκδοθεί σήμερα δεν είναι συνέπεια κακής συμπεριφοράς, είναι η συνέπεια της πανδημίας. Η αμοιβαιοποίηση θα έπρεπε να θεωρηθεί συμβιβαστική λύση, δείχνοντας ότι Βορράς και Νότος πρέπει να ζήσουν μαζί για λόγους κοινού συμφέροντος. Ακόμη και παλιότεροι αντίπαλοι των ευρωομολόγων, όπως ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ολλανδίας Κλάας Κνοτ, τώρα θεωρούν την προσέγγιση αυτή υποστηρίξιμη. Οι ηγέτες του Βορρά θα πρέπει να ακολουθήσουν. Επί δεκαετίες έχουν προσπαθήσει να αποφύγουν το γεγονός ότι η Νομισματική Ένωση δεν μπορεί να πετύχει αν τα μέλη της δεν δεχθούν να μοιρασθούν περισσότερη διακινδύνευση. Αν δεν κατορθώσουν να την αντιμετωπίσουν αυτή την πραγματικότητα σήμερα, τότε η Ευρωζώνη –ίσως και η Ευρωπαϊκή Ένωση– δεν θα επιζήσει.

Αφήστε ένα σχόλιο