Η μετάβαση σε επόμενο στάδιο

Δημοσιεύτηκε από economia 29/04/2020 0 Σχόλια άρθρα,

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάιος 2020, τ. 994

ANAΛΥΣΗ του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

 

 

 

 

 

 

 

Με προοπτική ύφεσης μέχρι και 10% στην Ελλάδα αρχίζει η πορεία προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα

 

 

 

 


Όλοι μεν συμφώνησαν τελικά ότι ο Απρίλιος θα ήταν ο πιο κρίσιμος/ο πιο δύσκολος μήνας για την κρίση του κορονοϊού. Όμως βαθμιαία οι χώρες που –με διαφοροποίηση στον βηματισμό, πάντως όλες στην ίδια κατεύθυνση μέτρων περιορισμού της κοινωνικής και οικονομικής ζωής– επέλεξαν να προτάξουν την υγειονομική άμυνα και τον περιορισμό των κρουσμάτων του Covid-19 στράφηκαν πλέον στη χαλάρωση του lockdown για να διασώσουν «κάτι» από την οικονομία. Με Αυστρία και Δανία στην πρώτη γραμμή επιλεκτικής-σταδιακής χαλάρωσης των μέτρων, όμως ακόμη και με Ισπανία και Ιταλία –εκεί δηλαδή όπου η πανδημία έκανε τη μεγαλύτερη καταστροφή στην ΕΕ– να ακολουθούν. Ενώ στη Γαλλία, όπου ο πρόεδρος Μακρόν έκανε την επιλογή να παραδεχθεί διαγγελματικά πόσο απροετοίμαστοι βρέθηκαν μπροστά στην πανδημία, και εκεί το άνοιγμα των δραστηριοτήτων ξεκίνησε, μέσα Απριλίου. 
Στην Ελλάδα, όπου αποδεικνύεται ότι επελέγη –για δυτική χώρα: οι συγκρίσεις με Ν. Κορέα και Ταϊβάν, πολύ περισσότερο με Κίνα, δεν έχουν νόημα– και διατηρήθηκε η επιβολή αυστηρών μέτρων περιορισμού της κυκλοφορίας και των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, καθώς και (σχετικά) αυστηρής εφαρμογής τους, μάλιστα μετά την επιβάρυνση των μέτρων αποκλεισμού στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας/των γιορτών του Πάσχα, η πορεία προς έξοδο από τη φάση αυτή αποδεικνύεται δύσκολη. Ακριβώς η επιτυχία των μέτρων, δηλαδή η διατήρηση των βαριών κρουσμάτων (όπως μετρήθηκαν με τους θανάτους και τις εισαγωγές στις ΜΕΘ: οι μετρήσεις απλών κρουσμάτων δεν έχουν αξιοπιστία, καθώς η χώρα επέλεξε να κάνει περιορισμένα μόνον τεστ) σε επίπεδο που μπορούσε να διαχειριστεί το Εθνικό Σύστημα Υγείας, αφήνει πολύ μεγάλο τμήμα του πληθυσμού χωρίς ανοσία. Και τούτο ενώ ο καλός καιρός/το καλοκαίρι πλησιάζει, ενώ οι ψυχικές αντοχές στον περιορισμό εξαντλούνται, ενώ η βύθιση της οικονομίας αυξάνεται αλλά και ανεβαίνει η συνειδητοποίηση ότι ένα «δεύτερο κύμα» του Covid-19 ούτως ή άλλως δεν αποφεύγεται.

 

Αν σταθεί κανείς στα δημοσκοπικά ευρήματα των ημερών, MRB, Opinion, Interview, που έδειξαν ευρύτερη (ευρύτατη, μάλλον: της τάξης του 80%) αποδοχή των περιοριστικών μέτρων για την πανδημία στην κοινή γνώμη, για την πολιτική του «Μένουμε Σπίτι» κλπ., καθώς και σεβασμό στη λειτουργία του δημόσιου ΕΣΥ και τις εκκλήσεις της Πολιτικής Προστασίας (σε επίπεδα της τάξης του 65%), προσλαμβάνει μια θετική εικόνα. Όμως η συνέχεια, σε επίπεδο αυτοαξιολόγησης των αντοχών στην κρίση δεν είναι το ίδιο ενθαρρυντική – Interview: μόλις το 1/3 των Ελλήνων δήλωνε ότι διαθέτει περιθώρια οικονομικής αντοχής δύο μηνών· σχεδόν το 45% περιγράφει την αντοχή του στις 2 ή 3 εβδομάδες· το 1/4 δηλώνει απόλυτη έλλειψη πόρων. Βέβαια, δημοσκοπήσεις (και μάλιστα διαδικτυακές, όπως εκείνη που δίνει τα τελευταία ευρήματα) είναι ζήτημα τι ακριβώς δείχνουν υπό τέτοιες συνθήκες. Όμως… χρησιμεύουν για να έχουμε μια προσγειωμένη αντίληψη του τι όντως προσλαμβάνει η πιεσμένη από την κρίση κοινή γνώμη. Και πώς διαγράφεται το «αύριο» στον ορίζοντα.

 

 

 

Πώς διαγράφεται η προοπτική σε οικονομία – και κοινωνία

 

Εδώ κάπου μπαίνει στη μέση η εικόνα που επικρατεί για την επίπτωση στην οικονομία από την υγειονομική κρίση όπως εξελίσσεται. Μετά από ένα πρώτο πάγωμα, από το διεθνές σύστημα άρχισαν να εκπορεύονται εντεινόμενα σήματα κινδύνου: για τη χειρότερη κρίση από την εποχή του Μεσοπολέμου/τη Μεγάλη Ύφεση του 1929 έκανε λόγο η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα του ΔΝΤ, διάδοχος της Κριστίν Λαγκάρντ· η ίδια η Λαγκάρντ, ως ΕΚΤ πλέον, μιλούσε για κρίση βαθύτερη από εκείνην της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης, του 2008-12· ενώ ο Κένεθ Ρογκόφ (θυμίζουμε: μαζί με την Κάρμεν Ράινχαρτ είναι εκείνοι που στους Οκτώ Αιώνες Χρηματοπιστωτικής Τρέλας «έσπειραν» τον κανόνα του 60% του ΑΕΠ που, όταν ξεπερνιέται από το δημόσιο χρέος, οδηγεί σε προσάραξη) θεώρησε την κρίση αυτή ως τη χειρότερη «των 150 τελευταίων χρόνων»…

 

Μετά από αυτήν την πρώτη ομοβροντία δυσοίωνων προβλέψεων (και ενώ ευθυγραμμίζονταν οι διάφοροι χρηματοπιστωτικοί οίκοι, ερευνητικά κέντρα κ.ο.κ.), κυρίως όμως ΜΕΤΑ από τα συνεχώς αυξανόμενα πακέτα στήριξης σε ΗΠΑ, Ευρωζώνη, Μεγ. Βρετανία, κλπ. (που πραγματικά εξελίσσονται σε άνευ προηγουμένου παρέμβαση – 8 τρισεκατομμύρια δολάρια, αν αθροίσει κανείς το σύνολο), ήρθε το ΔΝΤ να κάνει επίσημες πλέον προβλέψεις για την επίπτωση της πανδημίας. Υποχώρηση της παγκόσμιας οικονομίας κατά 3% το 2020 (έναντι ανάπτυξης 3,3%, που ήταν η προ Covid πρόβλεψη) – και τούτο αν δεν ξεπεραστεί το β΄ 3μηνο σε διάρκεια. Επιμήκυνση της κρίσης κατά ένα 3μηνο θα φέρει 3% πρόσθετη κάμψη, ενώ συνέχιση και το 2021 θα δώσει 5-8% επιπρόσθετη ύφεση. Αλλιώς, η προσδοκία είναι για ανάκαμψη το 2021, όμως μάλλον σε σχήμα U (δηλαδή αργά/σταδιακά) παρά σε V (δηλαδή με άμεση αναπήδηση).

 

Σ’ εμάς, μετά από διστακτική αποδοχή εκ μέρους του υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα ενός ενδεχόμενου απώλειας 2,5% του ΑΕΠ για κάθε μήνα που διαρκούν τα μέτρα περιορισμού λόγω κορονοϊού, ήρθε το ΔΝΤ να κάνει λόγο για ύφεση της τάξεως του 10% στην Ελλάδα για φέτος με επαναφορά κατά 5,1% το 2021. Η προοπτική ανεργίας: 22,3% για το 2021, με 19% τον επόμενο χρόνο.

 

Πιο επεξεργασμένα, το ΙΟΒΕ έδινε ως βασικό σενάριο μια υποχώρηση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 5%, ενώ στην περιοχή του 9% σε δυσμενές σενάριο. Στην πρώτη περίπτωση αναμένεται υποχώρηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 4% (ενώ των επενδύσεων κατά 17%), με αντισταθμιστική αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης κατά 4,5%. Στη δεύτερη, η ιδιωτική κατανάλωση υποχωρεί κατά 7,5% (ενώ οι επενδύσεις καταβυθίζονται στο -30%), με αναγκαία αντιστάθμιση από αυξημένη δημόσια κατανάλωση κατά 7,5%. Στο βασικό σενάριο, η ανεργία θα ανέβει στο 19,3%, στο δεύτερο στο 21,2%.

 

Ήδη η μηνιαία Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ για τον Μάρτιο κατέγραφε έντονη υποχώρηση του δείκτη οικονομικού κλίματος. Ισχύει για όλους τους τομείς, ιδίως υπηρεσίες και λιανικό εμπόριο (φυσικά με εξαίρεση τα τρόφιμα-ποτά, όπου όταν ξαναέχουμε μέτρηση θα έχει γίνει πάρτι). Όμως, ειδικά στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, «η απαισιοδοξία κλιμακώθηκε έντονα», με επιδείνωση «που είναι η μεγαλύτερη διαχρονικά μεταξύ διαδοχικών μηνών» (και τούτο χωρίς να καταλαμβάνεται πλήρως το lockdown). Ακόμη πιο σημαντική η παρατήρηση ΙΟΒΕ: «αυτή η κρίση ενέχει δομικά και όχι μόνο συγκυριακά χαρακτηριστικά […]».

 

Στην πραγματική οικονομία, Επίλεκτος»/Δοντάς, Φιερατέξ/Ανεζουλίνη, Βαρβαρέσσος και Κλωστοϋφαντουργία Ναυπάκτου/Πολυχρόνοι δήλωσαν αναστολή εργασιών στην κλωστοϋφαντουργία. Είχε προηγηθεί το συγκρότημα Βιοχάλκο/Στασινόπουλοι για τις μονάδες του χάλυβα: Σιδενόρ/Sovel/ Πράκσυς/Έρλικον/Ετήλ. 

 

Εκείνο, λοιπόν, που γίνεται φανερό είναι ότι μπαίνουμε ως χώρα σε περιπέτεια με βαρύ οικονομικό –και αυτονόητα αντίστοιχο κοινωνικό– περιεχόμενο. Διόλου παράξενο, λοιπόν, που η συζήτηση για μετάβαση στο επόμενο στάδιο ανεβάζει ταχύτητα.

 

 

 

Ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση...

 

Το αντίστοιχο «επόμενο στάδιο» σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο προκύπτει περισσότερο ζητούμενο παρά συγκεκριμένη –επείγουσα κατά τη λογική του
κορονοϊού– παρέμβαση.

 

Ενόσω θα προχωράει η συζήτηση για το αντίστοιχο των ευρωομολόγων/κορονομόλογο, όπως κι αν βαφτιστεί, μετά και την πρόταση Μακρόν για «Ταμείο
Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» όπως έφθασε μετά από πολλές μεταμορφώσεις σε επίπεδο Κορυφής, το γεγονός ότι το β’ 6μηνο η Προεδρία της ΕΕ θα
ασκηθεί από τη Γερμανία επιτρέπει μια γεφύρωση των διαφωνιών και μια επαναπροσέγγιση της αλληλεγγύης, η οποία σε επίπεδο Eurogroup μάλλον διαψεύσθηκε ως έννοια με το χλωμό πακέτο των 540 δισ. ευρώ, από ESM, Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και SURE/Ευρωπαϊκής Επιτροπής και με δισταγμούς ακόμη και των χωρών με τη μεγαλύτερη ανάγκη –όπως η Ιταλία– να προσέλθουν (πάντως στον ESM, με τον φόβο του στιγματισμού).

Αφήστε ένα σχόλιο