Ο λογαριασμός του πολέμου

Δημοσιεύτηκε από economia 29/04/2020 0 Σχόλια The Economist,

του Economist, τ. 24/4/2020 

 

Αφού υποχωρήσει ο λοιμός, θα ανακύψει το ζήτημα του δημοσίου χρέους

 

Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να ανακαλύψουν τον ορθό δρόμο ανάμεσα στην παροχή κινήτρων και την αυτοσυγκράτηση,

προκειμένου να αντιμετωπίσουν το ακριβό τίμημα που αφήνει πίσω της η πανδημία

 

Οι εθνικοί ηγέτες αρέσκονται να προσομοιάζουν τον αγώνα εναντίον του κορωνοϊού covid-19 με πόλεμο. Κατά κύριο λόγο, πρόκειται για έναν τρόπο του λέγειν. Όμως, από μία άποψη έχουν δίκιο. Ο δημόσιος δανεισμός στις πλούσιες χώρες του κόσμου είναι δεδομένο ότι θα αυξηθεί σε επίπεδα που η ανθρωπότητα έχει να δει από την επαύριο του πολέμου το 1945, που άφησε πίσω του στάχτες και συντρίμμια. Καθώς η οικονομία καταστρέφεται συθέμελα, οι κυβερνήσεις παρέχουν εκατομμύρια επιταγών σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις ως βοήθεια προκειμένου να επιβιώσουν, έπειτα από το υποχρεωτικό κλείσιμο λόγω της απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Την ίδια στιγμή, καθώς τα εργοστάσια, τα καταστήματα και τα γραφεία κλείνουν, τα έσοδα από τη φορολογία καταρρέουν. Έτσι, για καιρό μετά από τη λήξη της πανδημίας, όταν πλέον οι θάλαμοι των νοσοκομείων θα έχουν αδειάσει από νοσηλευόμενους με covid-19, οι χώρες θα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες αυτής.

 

Μία εντυπωσιακή επιδείνωση της δημόσιας οικονομίας βρίσκεται σε εξέλιξη. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα κληθεί να διαχειρισθεί ένα έλλειμμα της τάξεως του 15% επί του ΑΕΠ της χώρας κατά το τρέχον έτος και αυτό το μέγεθος ενδέχεται να αυξηθεί, εάν απαιτηθεί μεγαλύτερη δέσμη κινήτρων ανάκαμψης. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε όλες τις πλούσιες χώρες το ακαθάριστο δημόσιο χρέος θα αυξηθεί κατά 6 τρισ. δολάρια και θα ανέλθει σε 66 τρις. δολάρια στο τέλος του τρέχοντος έτους ή από 105% σε 122% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος, μία αύξηση μεγαλύτερη από κάθε προηγούμενο έτος κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Εάν οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας κρατήσουν περισσότερο, το βάρος που τα κράτη θα έχουν να σηκώσουν, θα είναι μεγαλύτερο. Η διαχείριση τέτοιων κολοσσιαίων χρεών θα επιβαρύνει τις δυτικές κοινωνίες για τις επόμενες δεκαετίες.

 

 

Ελάχιστα οικονομικά μεγέθη καθίστανται αντικείμενο κινδυνολογίας περισσότερο από ότι ο δημόσιος δανεισμός. Το ρολόι του χρέους που χτυπά πλησίον της πλατείας Times Square στη Νέα Υόρκη είχε προειδοποιήσει για τον επαπειλούμενο οικονομικό Αρμαγεδδώνα ήδη από το 1989. Στην πραγματικότητα, το δημόσιο χρέος μιας χώρας δεν μοιάζει με το υπόλοιπο της πιστωτικής κάρτας ενός νοικοκυριού. Όταν το εθνικό χρέος ανήκε στην κατοχή των πολιτών του εν λόγω κράτους, τότε ουσιαστικά το κράτος χρωστάει χρήματα στον εαυτό του. Ένα χρέος μπορεί να είναι υψηλό, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι το κόστος εξυπηρέτησης αυτού, καθώς για όσον καιρό τα επιτόκια δανεισμού είναι χαμηλά, το κόστος αυτό παραμένει φθηνό. Το 2019, οι ΗΠΑ δαπάνησαν 1,8% του ΑΕΠ τους σε τόκους εξυπηρέτησης χρέους, δηλαδή δαπάνησαν λιγότερα χρήματα από ότι πριν από μία εικοσαετία. Το 2019 το ακαθάριστο δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας αντιστοιχούσε ήδη σε σχεδόν 240% του ΑΕΠ της, αλλά υπήρχαν ελάχιστα σημάδια για το γεγονός ότι ενδεχομένως αυτό να μην ήταν βιώσιμο.

 

Σε χώρες που τυπώνουν το δικό τους νόμισμα, οι κεντρικές τράπεζες δύνανται να κρατήσουν χαμηλά τα επιτόκια αγοράζοντας ομόλογα, όπως συμβαίνει τις τελευταίες εβδομάδες σε μία άνευ προηγουμένου κλίμακα (καθώς η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) αγόρασε περισσότερα χρεόγραφα σε πέντε εβδομάδες από ότι έχουν εκδοθεί από την αρχή του χρόνου έως το Μάρτιο). Αυτή τη στιγμή δεν υφίσταται κίνδυνος πληθωρισμού, ιδίως από τη στιγμή που κατέρρευσαν οι τιμές του πετρελαίου. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι δεν ανησυχούν τόσο για το ενδεχόμενο οι κυβερνήσεις να προβούν σε απερίσκεπτους δανεισμούς, αλλά για το ότι θα επιδείξουν υπερβολική ατολμία, λόγω ενός παράλογου φόβου αύξησης του δημόσιου χρέους. Η ανεπαρκής δημοσιονομική στήριξη συνεπάγεται τον κίνδυνο εκτροχιασμού της οικονομίας και την ώθηση αυτής σε μία πορεία κατακόρυφης επιδείνωσης τύπου «σπιράλ».

 

Ωστόσο, ενώ η ελευθερία στις δαπάνες αποτελεί τώρα τη μοναδική ακολουθητέα πορεία, προκειμένου να αποφευχθεί μία μεγαλύτερη καθίζηση, ο επί έτη αλόγιστος δανεισμός ενδέχεται να ελλοχεύει κινδύνους. Οι ΗΠΑ έχουν ισχυρή άμυνα απέναντι στις κρίσεις χρέους, διότι το δολάριο αποτελεί το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και οι ξένοι επιθυμούν να έχουν στην κατοχή τους ομόλογα σε δολάριο. Όμως, άλλες πλούσιες χώρες δεν διαθέτουν αυτήν την πολυτέλεια. Το χρέος «βουνό» της Ιταλίας και η συμμετοχή της στη ζώνη του ευρώ, την καταδικάζουν να ζει με τη μακροχρόνια απειλή του χρηματοπιστωτικού πανικού, σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σταματήσει να αγοράζει τα ομόλογά της. Τα καλά νέα είναι ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές προτείνουν τα επιτόκια να παραμείνουν κατά παρήγορο τρόπο σε χαμηλά επίπεδα για τις επόμενες δεκαετίες. Ωστόσο, είναι τόσο πολλά αυτά που δεν γνωρίζουμε για τον ιό και τις επιπτώσεις του που σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, οι επενδυτές δεν μπορούν να διαβλέψουν πολύ καθαρά το μέλλον. Ορισμένοι οικονομολόγοι ανησυχούν ότι η υποχώρηση του ιού, θα μπορούσε να σημάνει την απαρχή μίας περιδίνησης «σπιράλ» τιμών και επιτοκίων, καθώς μία έκρηξη της ζήτησης θα ερχόταν αντιμέτωπη με τις κατεστραμμένες από την πανδημία εφοδιαστικές αλυσίδες.

 

Ως εκ τούτου, οι κυβερνήσεις έχουν να διανύσουν έναν επικίνδυνο δρόμο ανάμεσα στη σημερινή παροχή κινήτρων και την αυριανή αυτοσυγκράτηση. Η επιτυχία δεν είναι εγγυημένη. Μετά από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι χώρες κατάφεραν να συρρικνώσουν τα χρέη τους με την πάροδο δεκαετιών, όμως αυτό συνέβη μόνο με τη χρήση ενός αυταρχικού συνδυασμού υψηλής φορολογίας επί του κεφαλαίου, χρηματοοικονομικής καταπίεσης (εξαναγκάζοντας τους εγχώριους επενδυτές να συγκρατήσουν το χρέος σε τεχνητώς μειωμένα επιτόκια) και πληθωρισμού, που φαλκιδεύουν την πραγματική αξία των χρεών με την πάροδο του χρόνου. Η αύξηση του αριθμού των γεννήσεων, γνωστή ως “baby boom” και η ταχύτατη άνοδος των επιπέδων εκπαίδευσης κατέστησαν ευκολότερη για τις οικονομίες την ανάπτυξη του δρόμου της εξόδου από το χρέος. Η Ιαπωνία έχει να αντιμετωπίσει κρίση συνδεόμενη με την αγορά ομολόγων από τη δεκαετία του 1990, όμως η αναλογία δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ συνέχισε να αυξάνεται. Έπειτα από τη χρηματοπιστωτική κρίση των ετών 2007-09, ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες επέλεξαν να προβούν σε περικοπές του κρατικού τους προϋπολογισμού ώστε να μειωθεί το χρέος τους, έχοντας ως συνέπεια ανάμεικτα αποτελέσματα, γυρίζοντας πίσω ως ένα μεγάλο πολιτικό μπούμερανγκ.

 

Οι πολιτικές μείωσης των ελλειμμάτων θα είναι τοξικές. Η πανδημία θα αυξήσει τις εκκλήσεις για γενναιόδωρες δαπάνες και όχι για σφίξιμο της ζώνης, ιδίως όσον αφορά τις ιατρικές υπηρεσίες. Η γήρανση των πληθυσμών συνεπάγεται την εκτίναξη της ζήτησης για συνταξιοδοτικές και υγειονομικές δαπάνες για τις δεκαετίες 2030 και 2040. Θα καταστεί πιο ακριβή η διατήρηση των δημοσίων υπηρεσιών, αφήνοντας στην άκρη τις σκέψεις για την όποια βελτίωση αυτών. Οι πολιτικοί που κουρεύουν τις παροχές για τους συνταξιούχους, θα τιμωρούνται από τα πλήθη των ηλικιωμένων ψηφοφόρων. Θα υπάρχει μικρότερη περίσσεια ρευστών διαθεσίμων για την καταπολέμηση μελλοντικών κρίσεων, όπως η κλιματική αλλαγή ή ακόμη και κάποια άλλη πανδημία.

 

Οι κυβερνήσεις των πλούσιων χωρών, αντιμέτωπες με αυτήν την τρομακτική πραγματικότητα, θα κάνουν μεγάλο λάθος, εάν υποκύψουν σε πρόωρες και υπερβολικές ανησυχίες όσον αφορά τους προϋπολογισμούς τους. Καθόσον βρίσκονται εν μέσω της πανδημίας, η απόσυρση της υποστήριξης έκτακτης ανάγκης θα ήταν αυτοκαταστροφική.

 

Μία ελαφρά αύξηση του πληθωρισμού θα συνέδραμε, τονώνοντας τον ρυθμό ονομαστικής ανάπτυξης της οικονομίας. Όταν αυτός υπερβαίνει την τιμή των επιτοκίων, τα υπάρχοντα χρέη συρρικνώνονται αναλόγως με το ΑΕΠ με την πάροδο του χρόνου. Δυστυχώς, οι κεντρικές τράπεζες προσφάτως επέδειξαν αδυναμία επίτευξης των στόχων τους για τον πληθωρισμό. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα χρόνων, σωρευτικά το έλλειμμα των ΗΠΑ και της ευρωζώνης αγγίζει το 5-6%. Οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να δεσμευθούν ότι θα επανορθώσουν για τo έλλειμμα προσπαθώντας να φθάσουν τους στόχους για τον πληθωρισμό στο μέλλον. Αυτό θα επέτρεπε την ελάφρυνση του δανειακού βάρους, δίχως να αθετηθούν οι παρελθούσες υποσχέσεις συμμόρφωσης στους στόχους για τον πληθωρισμό.

 

Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να προετοιμάζονται για τη δυσάρεστη δουλειά του ισοσκελισμού του προϋπολογισμού που τις περιμένει αργότερα μέσα στη δεκαετία. Εφόσον αυτό γίνει με τον ορθό τρόπο, θα επιφέρει μεγαλύτερη δικαιοσύνη και αποτελεσματικότητα από ότι η διατήρηση των χαμηλών επιτοκίων και η απελευθέρωση του πληθωρισμού, που θα επέτρεπε τη μεταφορά πλούτου με οπισθοδρομικούς και αυθαίρετους τρόπους, για παράδειγμα μειώνοντας τα χρέη από δάνεια εταιρειών που είναι μοχλευμένα με απερισκεψία, καθώς και εκείνα ιδιοκτητών κατοικιών. Είναι προτιμότερο να αυξηθεί η φορολογία για τα ακίνητα, τις κληρονομιές, τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και στις ΗΠΑ η φορολογία στην κατανάλωση, καθώς και να επιχειρηθούν τουλάχιστον κάποιες περικοπές δαπανών για τους ηλικιωμένους.

 

Ενδεχομένως, τα επιτόκια πράγματι να παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα, ενώ η ανάπτυξη να ανακάμψει και ο πληθωρισμός να αυξηθεί εξαιρετικά ελαφρώς, μετριάζοντας το δανειακό βάρος. Είναι πιθανότερο ότι η συμβίωση με υψηλά χρέη θα αποτελέσει μία αγχωτική και εξουθενωτικά σκληρή δουλειά. Η πρόσθεση δαπανών στους προϋπολογισμούς φαίνεται ότι θα αποτελέσει καθοριστική πρόκληση για τον κόσμο στη μετά τον κορωνοϊό εποχή. Μία πρόκληση τέτοια που ακόμη οι σημερινοί πολιτικοί ούτε καν έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν.

Αφήστε ένα σχόλιο