Περί βεβαιότητος

Δημοσιεύτηκε από economia 30/04/2020 0 Σχόλια Βιβλιοπαρουσίαση,

του Λούντβιχ Βιττγκενστάιν
Μετάφραση: Μιλτιάδης Ν. Θεοδοσίου

Εκδόσεις: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2018

 

του Γιώργου Βαϊλάκη

 

 

Η περίπτωση Βιττγκενστάιν δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία της φιλοσοφίας, αφού ο Αυστριακός φιλόσοφος υπήρξε ο μοναδικός που δημιούργησε δύο εντελώς διαφορετικά έργα πάνω στο ίδιο θέμα, τα οποία εξακολουθούν να παρουσιάζουν αμείωτο ενδιαφέρον. Ο Λούντβιχ Γιόζεφ Γιόχαν Βιττγκενστάιν (1889- 1951) ήταν το όγδοο και τελευταίο παιδί μιας από τις πλέον εύπορες και αξιοσέβαστες οικογένειες της Βιέννης της εποχής εκείνης. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης μεγάλης χαλυβουργικής εταιρείας, ενώ η μητέρα του ήταν αφοσιωμένη στη μουσική. Άλλωστε το σπίτι των Βιττγκενστάιν αποτελούσε επίκεντρο της μουσικής και γενικότερα της καλλιτεχνικής ζωής της αυστριακής πρωτεύουσας, με τον Μπραμς να είναι ένας από τους αρκετούς φημισμένους επισκέπτες και τον Κλιμτ να φιλοτεχνεί οικογενειακά τους πορτρέτα.

 

 

Ο Λούντβιχ υπήρξε, εξαρχής, ιδιαίτερα χαρισματικός δείχνοντας από νωρίς σημάδια μεγαλοφυΐας, αλλά και μια κάπως ακραία ιδιοσυγκρασία. Το 1908 πηγαίνει στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ για να σπουδάσει αεροναυπηγική. Έτυχε, όμως, να πέσει στα χέρια του το βιβλίο του Μπέρναρντ Ράσελ «Principia mathematica» που τον γοήτευσε τόσο, ώστε το 1911 μεταβαίνει στο Καίμπριτζ προκειμένου να σπουδάσει φιλοσοφία. Αυτή υπήρξε η αφετηρία μιας εκρηκτικής διαδρομής στο χώρο των ιδεών του προηγούμενου αιώνα, τον οποίο επηρέασε όσο ελάχιστοι.

 

 

Βασική πεποίθηση του Βιττγκενστάιν ήταν ότι όλα τα φιλοσοφικά προβλήματα είναι σφάλματα που οφείλονται σε μια κακή αντίληψη και χρήση της γλώσσας. Έτσι, η επιθυμητή αποκατάσταση του νοήματός της θα οδηγούσε στην -από κάθε άποψη εντυπωσιακή- εξάλειψη όλων των φιλοσοφικών προβλημάτων. Με το «Tractatus Logico-Philosophicus» (1921) -το μοναδικό έργο που δημοσίευσε ο Βιττγκενστάιν όσο ζούσε- εγκαινιάστηκε μια νέα κατεύθυνση στη φιλοσοφία που αφορούσε στην ανάλυση της γλώσσας. Εδώ εισάγεται η απεικονιστική θεωρία του, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον κόσμο σχηματίζοντας εικόνες των γεγονότων. Όλα τα υπόλοιπα, όπως οι ηθικές, οι αισθητικές και οι θρησκευτικές προτάσεις προφανώς δεν στερούνται νοήματος, αλλά αδυνατούν να εκφραστούν με λέξεις - αποτελούν το «άρρητο». Εκεί στηρίζεται και η δημοφιλής καταπληκτική φράση του βιβλίου «για όσα δεν μπορεί κανείς να μιλά καλύτερα να σιωπά».

 

 

Μετά την ολοκλήρωση του «Tractatus» ο Βιττγκενστάιν πίστεψε ότι είχε καταφέρει να λύσει όλα τα παραδοσιακά προβλήματα της φιλοσοφίας. Δεν άργησε, ωστόσο, να αλλάξει γνώμη και τελικά κατεύθυνση μέσα από τις «Φιλοσοφικές Έρευνες» που έμελλε να δημοσιευτούν δύο χρόνια μετά το θάνατό του. Σύμφωνα με την μεθοδολογία που ακολουθεί, αρχικά θέτει στον αναγνώστη ένα νοητικό πείραμα μέσα από το οποίο σταδιακά οδηγείται σε κάποια φιλοσοφικά συμπεράσματα. Στις «Ερευνες», διατυπώνει πλέον την άποψη ότι κάθε γλώσσα είναι ένα διαφορετικό «γλωσσικό παιχνίδι» που παίζεται με ορισμένους κανόνες. Σε κάθε περίπτωση, το θέμα είναι ποιος καθορίζει αυτούς τους κανόνες και για να απαντήσει κανείς οφείλει να δει την γλώσσα ως ένα κοινωνικό φαινόμενο.

 

 

Οι κανόνες, λοιπόν, που διέπουν το εκάστοτε γλωσσικό παιχνίδι σχετίζονται με τη μορφή ζωής των χειριστών της. Για παράδειγμα, ο τρόπος ζωής ενός χριστιανού είναι άλλος από αυτόν ενός άπιστου και συνεπώς τα γλωσσικά παιχνίδια του χριστιανισμού έχουν διαφορετικούς κανόνες: με άλλα λόγια, ένας χριστιανός και ένας άπιστος μπορούν να χρησιμοποιήσουν την ίδια λέξη -ας πούμε τη λέξη «πατέρας»- με διαφορετικό τρόπο. Τα λάθη της φιλοσοφίας, υποστηρίζει ο Βιττγκενστάιν, προέρχονται από κάτι τέτοιες συγχύσεις διαφορετικών μεταξύ τους γλωσσικών παιχνιδιών. Ο σκοπός, δηλαδή, της φιλοσοφίας είναι η θεραπεία τυχόν σφαλμάτων που προέκυψαν από την κακή χρήση της γλώσσας.

 

 

Όσο για το «Περί βεβαιότητος» αποτελείται από μια σειρά σημειώσεων που κράτησε ο φιλόσοφος τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες της ζωής του, έργο το οποίο εγκαινιάζει νέες γραμμές σκέψης πάνω στις έννοιες της γνώσης, της αμφιβολίας και της δικαιολόγησης των πεποιθήσεων. Πρόκειται για το τρίτο αριστούργημα του Βιττγκενστάιν (μετά το «Tractatus» και τις «Φιλοσοφικές Έρευνες»), επεκτείνοντας και διευρύνοντας τους στοχασμούς του πάνω στη γλώσσα, τη λογική και την ανθρώπινη ζωή.

 

 

Στις σημειώσεις αυτές θίγονται οι προβληματικές του ιδεαλισμού και του σκεπτικισμού, η έννοια και ο ρόλος της αμφιβολίας, η έννοια της γνώσης και η θεμελίωσή της, η έννοια της δικαιολόγησης και της τεκμηρίωσης των εμπειρικών πεποιθήσεων, όπως και πολλά άλλα γνωσιολογικά ζητήματα, πέρα από την εμβληματική έννοια της βεβαιότητας, που καταλαμβάνει μεγάλο μέρος των φιλοσοφικών ερευνών του βιβλίου.

 

 

Ο πλούτος των παρατηρήσεων, η φιλοσοφική γονιμότητα των ερωτήσεων και των διαφορετικών απαντήσεων, αλλά και η ποικιλία των θεματικών που θίγονται στις σημειώσεις αυτές, πέραν της επιμέρους στοχαστικής δύναμης έχουν και μία επιπλέον αξία: δίνουν τη δυνατότητα στον αναγνώστη να γοητευτεί παρακολουθώντας την πορεία της σκέψης του στοχαστή που έμελλε να αλλάξει την ροή της φιλοσοφίας - μια για πάντα…

Αφήστε ένα σχόλιο