Βελτίωση ευρυζωνικών υποδομών και ψηφιακός μετασχηματισμός

Δημοσιεύτηκε από economia 04/05/2020 0 Σχόλια Μελέτες / αναλύσεις,

του Άγγελου Τσακανίκα, αναπληρωτής καθηγητή Οικονομικής Αξιολόγησης Συστημάτων Τεχνολογίας, Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας ΕΜΠ, επιστημονικού υπευθύνου Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας ΙΟΒΕ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετά από μια περίοδο οξείας και παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, οι συνέπειες της οποίας δεν έχουν σε καμία περίπτωση επουλωθεί ακόμα, η Ελλάδα αναζητά έναν σταθερό βηματισμό που θα την οδηγήσει σε έναν νέο αναπτυξιακό κύκλο. Δομικό αλλά και προωθητικό στοιχείο αυτού του κύκλου είναι η ποιοτική αναβάθμιση και ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός της ελληνικής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η ανάπτυξη ισχυρών ευρυζωνικών υποδομών και υπηρεσιών που θα είναι προσβάσιμες από όλους είναι καθοριστικοί παράγοντες στην προσπάθεια βελτίωσης της εθνικής ανταγωνιστικότητας.

Πού βρίσκεται όμως σήμερα η χώρα; Δυστυχώς, οι επιδόσεις της δεν είναι καλές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκδίδει κάθε χρόνο μια συγκριτική έκθεση και έναν συνθετικό δείκτη, τον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας DESI (Digital Economy & Society Index). Πρόκειται για έναν δείκτη που καταγράφει την πρόοδο σε πέντε πεδία: α) το επίπεδο της συνδεσιμότητας σε μια χώρα, β) το ανθρώπινο κεφάλαιο/τις ψηφιακές ικανότητες του πληθυσμού, γ) τη χρήση του διαδικτύου από τους πολίτες, δ) την υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις και ε) τις ψηφιακές υπηρεσίες που παρέχονται από το κράτος για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.

 

Σύμφωνα με την έκθεση του 2019, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 26η θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, πάνω μόνο από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.

Η χαμηλή αυτή κατάταξη της Ελλάδας είναι αποτέλεσμα των φτωχών επιδόσεών της στις επιμέρους συνθετικές κατηγορίες τους. Έτσι, για παράδειγμα, στη συνδεσιμότητα η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Αν και έχει σημειωθεί βελτίωση σε σχέση με το 2017, η σχετική διείσδυση κινείται με πιο αργό ρυθμό σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Όπως είναι λογικό, για να συγκλίνουμε πρέπει να «τρέξουμε» γρηγορότερα, καθώς οι υπόλοιπες χώρες βελτιώνονται κι αυτές κάθε χρόνο. Στη διάσταση του ανθρώπινου κεφαλαίου, το 46% των ατόμων ηλικίας 16 έως 74 ετών στην Ελλάδα είχαν βασικές ψηφιακές δεξιότητες έναντι 57% στην ΕΕ. Αλλά και η χρήση διαδικτυακών υπηρεσιών στην Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της ΕΕ, παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των χρηστών αυξάνεται και μεγάλο ποσοστό αυτών επιθυμεί να συμμετέχει σε διάφορες διαδικτυακές δραστηριότητες. Όμως διαπιστώνεται ότι οι πλέον δημοφιλείς υπηρεσίες είναι η ανάγνωση ειδήσεων, οι βιντεοκλήσεις, η χρήση κοινωνικών δικτύων κ.λπ., δηλαδή κυρίως υπηρεσίες «infotainment». Από την άλλη πλευρά, υπηρεσίες όπως web banking ή e-commerce, αν και ενισχύονται, παραμένουν σε χαμηλότερο επίπεδο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Έτσι, μόνον ένας στους τρεις χρήστες διαδικτύου κάνουν χρήση υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης έναντι 64% στην ΕΕ, παρόλο που η διαθεσιμότητα ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών είναι ικανοποιητική.

 

 

 

Διαπιστώνεται, επομένως, ότι ένα αυξανόμενο ποσοστό του πληθυσμού και των επιχειρήσεων στην Ελλάδα χρησιμοποιεί την τεχνολογία. Ωστόσο, αντίστοιχα μεγάλο μέρος εξακολουθεί να μην παρακολουθεί τις εξελίξεις αυτές, στοιχειοθετώντας το λεγόμενο «ψηφιακό χάσμα» σε πληθυσμό και επιχειρήσεις: μία πλευρά του πληθυσμού (νεότερες και πιο καταρτισμένες ηλικίες), αλλά και οι μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις, εμφανίζουν μια αξιόλογη δυναμική, υιοθετώντας ταχύτερα τις νέες τεχνολογίες. Ταυτόχρονα όμως, οι μεγαλύτερες ηλικίες και οι μικρότερες επιχειρήσεις εξακολουθούν να υστερούν, χωρίς να ενσωματώνουν την τεχνολογία στην καθημερινότητά τους. Επιπροσθέτως, παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα του πληθυσμού δηλώνει τακτικός χρήστης του διαδικτύου, οι περισσότεροι πολίτες συνδέονται προκειμένου να αναζητήσουν πληροφορίες για προϊόντα και υπηρεσίες και να ψυχαγωγηθούν. Το διαδίκτυο δηλαδή υπο-αξιοποιείται κατά μία έννοια, καθώς οι περισσότεροι εστιάζουν σε μάλλον «ρηχές» χρήσεις του. Το πρότυπο αυτό διαφοροποιείται από τον μέσο όρο στην ΕΕ-27, όπου περισσότερα άτομα αναζητούν πληροφορίες όχι μόνο γενικά για προϊόντα και υπηρεσίες αλλά και για ειδικευμένη πληροφόρηση, π.χ. στον τομέα της υγείας, ενώ επιπλέον επιλέγουν το διαδίκτυο για να διενεργήσουν συναλλαγές με τις τράπεζες, να κάνουν χρήση υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Στην Ευρώπη, δηλαδή, το διαδίκτυο αξιοποιείται προφανώς και για την αναψυχή αλλά και για υπηρεσίες οι οποίες συνεισφέρουν στη βελτίωση των όρων παραγωγικότητας και αποδοτικότητας μιας οικονομίας.

 

 

Εξάλλου, η σημασία της βελτίωσης των επιδόσεών μας στον δείκτη DESI έχει αποτιμηθεί σε πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ,[1] όπου έγινε προσπάθεια να εκτιμηθεί η σημασία που θα είχε για την οικονομία η εντατικότερη αξιοποίηση των ευρυζωνικών υποδομών και ιδιαίτερα της ποιοτικότερης χρήσης δεδομένων από κινητές επικοινωνίες. Εξετάστηκαν δύο σενάρια: α) μια σημαντική αύξηση της χρήσης δεδομένων μέσω κινητού με βάση τα υφιστάμενα χαρακτηριστικά χρήσης του διαδικτύου στην Ελλάδα (δηλ. κυρίως για επικοινωνία, ψυχαγωγία και ενημέρωση), β) μια αύξηση της ζήτησης με ταυτόχρονη ποιοτική αναβάθμιση της χρήσης υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Με βάση τις εκτιμήσεις, το όφελος για την ελληνική οικονομία, σε όρους ΑΕΠ, από διπλασιασμό της κατανάλωσης δεδομένων από το επίπεδο όπου βρίσκεται σήμερα, μπορεί να φτάσει έως και τα 2,6 δισ. ευρώ ή να συμβάλει 1,4% στο ΑΕΠ. Το όφελος διπλασιάζεται στην περίπτωση όπου η αυξημένη ζήτηση για δεδομένα από κινητές επικοινωνίες τροφοδοτείται από χρήση υπηρεσιών e-government, e-banking και e-commerce σε επίπεδο του μέσου ευρωπαϊκού όρου του δείκτη DESI. Σε αυτή την περίπτωση, η αύξηση στο ΑΕΠ μπορεί να φθάσει στο 3,7% ή τα 6,8 δισ. ευρώ.

 

 

Αλλά και πλήθος άλλων εμπειρικών ερευνών τεκμηριώνουν τα οφέλη από τον ψηφιακό μετασχηματισμό που σχετίζονται με την επιχειρηματικότητα και την κοινωνία ευρύτερα. Βελτιωμένες υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών, δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Στο σύστημα υγείας δίνεται, για παράδειγμα, η δυνατότητα παρακολούθησης και περίθαλψης ασθενών σε απομακρυσμένες ή νησιωτικές περιοχές της χώρας. Στο εκπαιδευτικό σύστημα, ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός θα συμβάλει στην ανάπτυξη νέων εκπαιδευτικών εργαλείων εκμάθησης αλλά και στην ενίσχυση της έρευνας στα ιδρύματα εκπαίδευσης. Σημαντικά οφέλη προκύπτουν επίσης για το φυσικό περιβάλλον μέσω της εξοικονόμησης ενέργειας και των χαμηλότερων εκπομπών CO2.

Συνεπώς, απαιτείται στοχευμένη δράση σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής τουλάχιστον σε δύο βασικούς πυλώνες. Πρώτον, στη δημιουργία φιλικού επενδυτικού περιβάλλοντος για τις τεχνολογίες επόμενης γενιάς προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η αξιοποίηση ιδιωτικών και δημόσιων πόρων. Δεύτερον, επενδύσεις στην ανάπτυξη υποδομών για την επέκταση της ευρυζωνικότητας. Η ενίσχυση της προσφοράς υπηρεσιών σε αυτές τις αναβαθμισμένες υποδομές, σε λογικές τιμές, είναι βασική προϋπόθεση για τη βελτίωση των επιδόσεων της χώρας και τη συμμετοχή της στον ψηφιακό μετασχηματισμό.

 


[1] Η σημασία των κινητών επικοινωνιών και της ευρυζωνικότητας στο νέο αναπτυξιακό πρότυπο της ελληνικής οικονομίας, ΙΟΒΕ, Δεκέμβριος 2019

Αφήστε ένα σχόλιο