Στρατηγική προτεραιότητα για τη χώρα ο τομέας του φαρμάκου

Δημοσιεύτηκε από economia 19/05/2020 0 Σχόλια Μελέτες / αναλύσεις,

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάιος 2020, τ. 994

AΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ του Άγγελου Τσακανίκα*

 

 

 

 

 

Η εξελισσόμενη υγειονομική κρίση διεθνώς αλλά και στη χώρα μας έχει επηρεάσει καθοριστικά όχι απλώς την καθημερινότητά μας, αλλά συνολικά τις κοινωνικοοικονομικές λειτουργίες της χώρας. Μέτρα άμεσης και έμμεσης παύσης της οικονομικής δραστηριότητας σε πλήθος κλάδων, αλλά και περιορισμού της κυκλοφορίας, έχουν δημιουργήσει νέες συνθήκες τόσο στην πλευρά της παραγωγής όσο και στην πλευρά της ζήτησης της οικονομίας. Ταυτόχρονα, έχουν ανοίξει νέα πεδία προβληματισμού για τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορέσει να συνεχιστεί και να προσαρμοστεί η παγκόσμια οικονομία στις νέες συνθήκες, παρουσία πλέον του κορονοϊού.

 

Ένα από τα ζητήματα που βρέθηκαν στην καρδιά των σχετικών συζητήσεων είναι ο βαθμός αυτάρκειας κάθε χώρας σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, και ο τρόπος με τον οποίο η παγκοσμιοποιημένη παραγωγή επηρεάζει τους βαθμούς ελευθερίας κάθε χώρας στον σχεδιασμό των αντίστοιχων πολιτικών. Ο τομέας της υγείας αναπόφευκτα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης, καθώς συνδέεται με αγαθά και υπηρεσίες που είναι κομβικής σημασίας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της σημερινής υγειονομικής κρίσης, αλλά τελικά και κάθε μελλοντικής.

 

Ο κλάδος των φαρμακευτικών προϊόντων –και συνολικά το οικοσύστημα της υγείας– είναι ένας τομέας όπου η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως αυτά έχουν τεκμηριωθεί σε πλήθος ερευνών. Πρόκειται για έναν κλάδο που σε μια χώρα με χαμηλές επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη (Ε&Α) πρωτοπορεί σε αυτές, με μερίδιο δαπανών Ε&Α διαχρονικά πολλαπλάσιο από το σύνολο της μεταποίησης. Σύμφωνα με την Πανελλήνια Ένωση Φαρμακοβιομηχανιών (ΠΕΦ), τη δεκαετία 2000-2009 οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες επένδυσαν περί τα 800 εκατ. ευρώ σε υποδομές, συστήματα διασφάλισης ποιότητας και προγράμματα Ε&Α. Επενδύουν περί τα 30 εκατ. ευρώ ετησίως σε ερευνητικά προγράμματα, αποτέλεσμα των οποίων είναι η κατοχύρωση άνω των 100 διεθνών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Ταυτόχρονα, ο τομέας διαθέτει υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, καθώς πάνω από το 60% των απασχολούμενων σε αυτόν τον τομέα είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Επίσης, οι εξαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων έφθασαν σχεδόν στα 2 δισ. ευρώ το 2019, αντιπροσωπεύοντας το 5,6% του συνόλου των εξαγωγών αγαθών.

 

Εξάλλου, αν και στον στενό πυρήνα της παραγωγής φαρμακευτικών προϊόντων εργάζονταν το 2019 περίπου 21,2 χιλ. άτομα, στο ευρύτερο οικοσύστημα των φαρμάκων η συνολική συνεισφορά των φαρμάκων σε όρους απασχόλησης εκτιμάται σε 122 χιλ. θέσεις εργασίας (ή 3,0% της συνολικής απασχόλησης στη χώρα), με βάση μελέτες του ΙΟΒΕ. Αλλά και στο ΑΕΠ, κάθε 1 ευρώ ακαθάριστου προϊόντος οδηγεί σε αύξηση κατά σχεδόν 4 ευρώ συνολικά στο ΑΕΠ της χώρας.

 

Σε όρους παραγωγής βεβαίως η πλειονότητα των φαρμάκων είναι εισαγόμενα. Όμως, ήδη το 21% των φαρμάκων που χρησιμοποιούμε στη χώρα παράγεται σε εγχώρια εργοστάσια και σε πιστοποιημένες εγκαταστάσεις παραγωγής, ενώ ένα 25% ακόμα είναι προϊόντα διεθνών εταιρειών που όμως παρασκευάζονται/συσκευάζονται στην Ελλάδα. Με κατάλληλα κίνητρα, η εγχώρια παραγωγή διεθνών φαρμάκων θα μπορούσε να αυξηθεί ακόμα περισσότερο και η χώρα να αποκτήσει, όπως αναφέρθηκε, περισσότερους βαθμούς ελευθερίας ως προς την αυτάρκεια φαρμάκων. Η ενίσχυση επομένως της συνεργασίας μεταξύ διεθνών και εγχώριων εργοστασίων θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό πυλώνα της φαρμακευτικής δραστηριότητας στη χώρα.

 

Όμως, υπάρχει και άλλη μία αναπτυξιακή διάσταση για τον τομέα αυτόν. Στην κατεύθυνση της περαιτέρω ενίσχυσης της σημασίας του κλάδου για τη χώρα, στην αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων του, αλλά και στη βελτίωση των όρων με τους οποίους ανταγωνιζόμαστε στο διεθνές περιβάλλον, έχει πολλές φορές αναφερθεί η αξία προσέλκυσης κλινικών ερευνών στην Ελλάδα, αλλά και η προσέλκυση γενικότερα Ε&Α που σχετίζεται με τα φάρμακα. Όλες οι γνωστές πολυεθνικές εταιρείες βρίσκονται εγκατεστημένες στη χώρα με υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, αντιπροσωπεύοντας βασικούς κρίκους στη σχετική αλυσίδα αξίας. Κάθε μητρική εταιρεία εκπονεί στρατηγικό ή επιχειρησιακό σχεδιασμό που περιλαμβάνει τη μετατόπιση σταδίων της δραστηριότητάς της από μια χώρα στην άλλη ανάλογα με εθνικά χαρακτηριστικά και πολιτικές. Άλλωστε, ο κύκλος ζωής του φαρμάκου περιλαμβάνει πολλά στάδια και συνήθως εκτείνεται σε διαφορετικές χώρες (παγκόσμιες αλυσίδες αξίας/global value chains). Αυτή η ανάγκη αναμένεται να γίνει επιτακτικότερη, καθώς η μονοδιάστατη εξάρτηση, π.χ. από παραγωγικές μονάδες εγκατεστημένες σε μία χώρα, φαίνεται τελικά να δημιουργεί αυξημένο ρίσκο σε μη κανονικές καταστάσεις όπως οι σημερινές. Αυτό σημαίνει ότι μέρος των δραστηριοτήτων παραγωγής –Ε&Α γενικά, αλλά και ειδικά κλινικών μελετών– ίσως να είναι αρκετά δόκιμο να προσελκυστούν στην Ελλάδα σήμερα.

 

Η επίδοσή μας στο πεδίο αυτό δεν είναι ικανοποιητική. O αριθμός των κλινικών μελετών ανεξαρτήτως φάσης ή σταδίου που διεξήχθησαν στην Ελλάδα μέχρι το 2019 ήταν 2.399 (1.604 ολοκληρωμένες).

 

Το πεδίο αυτό είναι αδιαμφισβήτητα ένα από αυτά στα οποία η χώρα πρέπει να επενδύσει και για έναν ακόμα πρόσθετο λόγο: έχει τεκμηριωθεί ότι δημιουργεί σημαντική αξία στην οικονομία. Σε σχετικά πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ είχε εκτιμηθεί ότι κάθε νέα κλινική δοκιμή οδηγεί σε συνολική αύξηση του ΑΕΠ κατά 580.000 ευρώ, δημιουργεί 13 νέες θέσεις εργασίας. Συνολικά κάθε 1 εκατ. ευρώ επενδύσεων σε νέες κλινικές δοκιμές οδηγεί σε συνολική αύξηση του ΑΕΠ κατά σχεδόν 2 εκατ. ευρώ, ενώ δημιουργεί 44 νέες θέσεις εργασίας – και μάλιστα εκ της φύσεως της δραστηριότητας ποιοτικές και καλά αμειβόμενες θέσεις.

 

Αν βελτιώσουμε το σχετικό θεσμικό πλαίσιο, είναι τεχνικά εφικτό να τριπλασιαστεί το ετήσιο πλήθος κλινικών δοκιμών στην Ελλάδα στο άμεσο μέλλον. Αυτό θα σήμαινε να αυξηθούν οι ετήσιες επενδύσεις σε κλινικές δοκιμές στη χώρα από περίπου 100 εκατ. ευρώ σήμερα σε 300 εκατ. ευρώ. Αν αυτό συμβεί, η συνολική αύξηση του ΑΕΠ μπορεί να φθάσει στα 392 εκατ. ευρώ, με δημιουργία 8.850 νέων θέσεων εργασίας.

 

Αλλά, γενικότερα, η προσέλκυση επενδύσεων στον τομέα της φαρμακευτικής Ε&Α είναι επιθυμητή. Με βάση υπολογισμούς του ΙΟΒΕ, μια τυπική επένδυση για δραστηριότητες Ε&Α νέων σκευασμάτων θα μπορούσε να έχει συνολική επίδραση στο ΑΕΠ που να αντιστοιχεί στο 116% της επενδυτικής δαπάνης, ενώ στο Δημόσιο επιστρέφεται τουλάχιστον το 30% της επενδυτικής δαπάνης. Ταυτόχρονα, δημιουργούνται 25 θέσεις εργασίας ανά 1 εκατ. ευρώ επένδυσης σε R&D, μόνο από την επενδυτική διαδικασία. Έτσι, συνολικά, κάθε 1 εκατ. ευρώ επενδύσεων σε E&A οδηγεί σε αύξηση ΑΕΠ κατά 1,7 εκατ. ευρώ, δημιουργία 32 νέων θέσεων εργασίας. Αν οι επενδύσεις του φαρμακευτικού κλάδου σε Ε&Α αυξηθούν στο 10% του κύκλου εργασιών του, μπορεί να προκύψει συνολική αύξηση του ΑΕΠ κατά 132 εκατ. ευρώ, με δημιουργία 2.540 νέων θέσεων εργασίας.

 

Συνεπώς, η παρούσα κρίση και η επιτυχημένη έως σήμερα αντιμετώπισή της ίσως προσφέρει μια επιπρόσθετη ευκαιρία στον κλάδο του φαρμάκου, καθώς αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα των φορέων υγείας, δημόσιων και ιδιωτικών, στη χώρα. Χρειάζεται όμως να δημιουργήσουμε κατάλληλες συνθήκες που θα οδηγήσουν στην αξιοποίηση της αναπτυξιακής δυνατότητας του φαρμακευτικού κλάδου στην Ελλάδα, ως ενός τομέα που δίνει ώθηση στην οικονομία και στην καινοτομία, με σημαντικά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα.

 

Συνεπώς, απαιτούνται στοχευμένες παρεμβάσεις στον σχεδιασμό των αντίστοιχων δημόσιων πολιτικών, όπως:

 

  • Νομοθετικό πλαίσιο που ενθαρρύνει την ανάπτυξη κλινικών μελετών και αδειοδότηση φαρμάκων, με αξιοποίηση υπαρχουσών υποδομών κλινικής έρευνας για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων σε όλο τον κύκλο ζωής φαρμάκου
  • Δημιουργία ερευνητικών μονάδων εντός νοσηλευτικών ιδρυμάτων και διασύνδεση υφισταμένων με διεθνείς πυρήνες έρευνας
  • Δημιουργία μεταπτυχιακών τμημάτων με σύμπραξη πανεπιστημίων και του παραγωγικού τομέα σε αντικείμενα έρευνας και επιχειρηματικής ανάπτυξης
  • Ενίσχυση λειτουργίας των γραφείων μεταφοράς τεχνολογίας των πανεπιστημίων (transfer technology offices) και ευρύτερων πολιτικών διασύνδεσης ερευνητικών φορέων πανεπιστημίων και ιδιωτικού τομέα.

 

 

 

 

* Αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικής Αξιολόγησης Συστημάτων Τεχνολογίας, Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας ΕΜΠ, επιστημονικός υπεύθυνος Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας ΙΟΒΕ.

Αφήστε ένα σχόλιο