Η ματιά της Ιστορίας

Δημοσιεύτηκε από economia 02/06/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ioύνιος 2020, τ. 994

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

 

Πώς το γαλλογερμανικό σχέδιο ευρωπαϊκής ανάκαμψης δημιουργεί έκπληξη με τις φιλοδοξίες του

 

 

 

 

Όταν ο Εμανουέλ Μακρόν είχε επισκεφθεί, πριν από τρία χρόνια, το Βερολίνο λίγο μετά την ορκωμοσία του, η Άνγκελα Μέρκελ τον είχε υποδεχθεί θερμά – δανειζόμενη από Χέρμαν Έσσε: «Σε κάθε ξεκίνημα βρίσκεται μια κάποια μαγεία». Όμως, η Γερμανίδα καγκελάριος είχε προσθέσει μια γήινη επιφύλαξη: «Η μαγεία διαρκεί μόνον άμα υπάρχουν και αποτελέσματα». Αποτελέσματα όμως υπήρξαν λιγοστά, τουλάχιστον αποτελέσματα που να είναι άξια αναφοράς. Ένα σχέδιο επανεκκίνησης της Ευρωζώνης υποβαθμίστηκε σ’ έναν Προϋπολογισμό, που μάλλον σαν άνευρο ομοιοπαθητικό φάρμακο θα λειτουργήσει. Μια αναθεωρημένη γαλλογερμανική συνθήκη έδωσε συμβολισμούς αντί για ουσία. Μέρκελ και Μακρόν βρέθηκαν να διαφωνούν για το οτιδήποτε – από το Brexit μέχρι τα Βαλκάνια. Η «ατμομηχανή της Ευρώπης» έμεινε ανενεργή σε αποκομμένη σιδηροτροχιά.

 

Οπότε, οι φιλοδοξίες που δείχνει η πρόταση των δύο ηγετών για ένα σχέδιο ανάκαμψης της ΕΕ μετά την πανδημία του κορονοϊού –όπως αυτό παρουσιάστηκε στη δημοσιότητα στις 18 Μαΐου– προκάλεσε γνήσια έκπληξη. Το σχέδιο, που στα βασικά του στοιχεία διαμορφώθηκε σε τρεις βιντεοσυνομιλίες μεταξύ των δύο, περιλαμβάνει τέσσερεις πυλώνες, μεταξύ των οποίων η ενδυνάμωση των υγειονομικών δυνατοτήτων της ΕΕ, καθώς και της «οικονομικής κυριαρχίας» της, θέμα που πάντα έχει προτεραιότητα για τον Εμ. Μακρόν. Στον πυρήνα του όμως υπάρχει ένα Ταμείο Ανάκαμψης ύψους 500 δισ. ευρώ, δηλαδή 3,6% του ΑΕΠ της ΕΕ, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί από δανεισμό αναλαμβανόμενο από κοινού και θα λειτουργεί μέσα από τον επταετή Προϋπολογισμό της Ένωσης («πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο», γνωστό ως ΜFF). H Ιταλία και η Ισπανία έσπευσαν να συμπαραταχθούν. Οι αγορές ανέβηκαν, το κόστος δανεισμού της Ιταλίας υποχώρησε. Τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης, που συχνά δείχνουν εχθρικά προς τον Εμ. Μακρόν, ενθουσιάστηκαν.

 

Οι προτιμήσεις Μακρόν ήταν για ένα μεγαλύτερο Ταμείο, το οποίο μάλιστα να κινείται εκτός ΜFF. Όμως, τους μεγαλύτερους συμβιβασμούς τους έκανε η Άνγκελα Μέρκελ. Όσο η πανδημία της Covid-19 ξέσκιζε την Ευρώπη, η καγκελάριος αντιστεκόταν στις εκκλήσεις να δανείσει το ειδικό βάρος της Γερμανίας σε συλλογικές προσπάθειες στήριξης των βαρύτερα πληττόμενων χωρών. Η Γαλλία ηγήθηκε μιας πρωτοβουλίας 9 χωρών για την έκδοση «κορονο-ομολόγων», με κοινή και εις ολόκληρον εγγύηση – όμως ο υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας Πέτερ Αλτμάγιερ, στενός συνεργάτης της καγκελαρίου, χαρακτήρισε την κίνηση αυτή «συζήτηση-φάντασμα».

 

Αυτά δεν άλλαξαν ιδιαίτερα. Σύμφωνα με το νέο σχέδιο, η ευθύνη των επιμέρους χωρών θα περιορίζεται στις εγγυήσεις που θα παράσχουν μέχρι του ύψους της συνεισφοράς τους στο MFF (το μερίδιο της Γερμανίας είναι 27%, οπότε η έκθεσή της θα είναι για 135 δισ. ευρώ). Όμως, η προσέλευση της Γερμανίας στη στήριξη χρέους της ΕΕ σε τέτοια κλίμακα «αποτελεί πελώρια μετακίνηση σε επίπεδο αρχών», όπως παρατηρεί ο Ιαν Μπεγκ, παρατηρητής των ευρωπαϊκών υποθέσεων στο LSE. Η δεύτερη παραχώρηση Μέρκελ έγκειται στην παραδοχή ότι οι χώρες που θα λάβουν τη σχετική βοήθεια –η οποία θα κατευθύνεται στις περιοχές και τους κλάδους που θα πληγούν περισσότερο από την πανδημία– δεν θα κληθούν να την επιστρέψουν. Ως εκ τούτου, η Γερμανία, που έχει μείνει σχετικά λιγότερο τραυματισμένη από την κρίση και λιγότερο εκτεθειμένη στις οικονομικές της συνέπειες (όπως, για παράδειγμα, σε πτώση της τουριστικής κίνησης), μπορεί να θεωρηθεί ότι θα χρειαστεί να πληρώσει πολύ περισσότερα απ’ όσα θα λάβει.

 

Η συμφωνία Μέρκελ-Μακρόν δείχνει να έχει προκύψει μόλις λίγες μέρες πριν από την ανακοίνωσή της, και τούτο μόνο μετά από πίεση προς Μέρκελ τόσο από τον Εμ. Μακρόν όσο και από τον Όλαφ Σολτς, τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας. Γιατί όμως υπήρξε η μετακίνηση Μέρκελ; Οι επίσημοι παρατηρητές λένε ότι η αρχική της προτίμηση ήταν υπέρ ενός υψηλότερου χρηματοδοτικού πλαισίου MFF, πλην όμως δεν άργησε να φανεί ότι πολλές κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν δημοσιονομικά προβλήματα δεν θα μπορούσαν να προχωρήσουν σ’ αυτό. Η καγκελάριος είχε ήδη περιγράψει πολλές φορές την κρίση ως τη χειρότερη που γνώρισε ποτέ η ΕΕ, πράγμα που λειτούργησε ως σημάδι ότι η ίδια θα ήταν ανοιχτή για περισσότερο σημαντικά βήματα. Πρόσφατη απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, που έθεσε υπό αμφισβήτηση το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης/αγοράς ομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μπορεί επίσης να έστρεψε την προσοχή της στους κινδύνους που συνεπάγεται η υπερβολική επανάπαυση στη νομισματική πολιτική.

 

 

 

 

Οι προκλήσεις της συνέχειας

 

Οι επικρίσεις προς την Άνγκελα Μέρκελ από τους συντηρητικούς της συμμάχους υπήρξαν συγκρατημένες. Όμως, οι προκλήσεις που θα προκύψουν στη συνέχεια δεν λείπουν. Η πρώτη είναι πώς θα κλείσουν τα κενά που παρουσιάζει το σχέδιο όπως ανακοινώθηκε – από το πώς θα γίνεται η κατανομή των πόρων μέχρι το πώς θα αποπληρωθεί το χρέος. Αυτή η αποστολή βαρύνει τώρα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή: η πρότασή της για το επόμενο MFF, που μπορεί να προνοεί και για δάνεια πέραν των σχεδιαζόμενων grants, θα παρουσιαστεί στις 27 Μαΐου. Θα ακολουθήσουν σκληρές διαπραγματεύσεις μεταξύ των 27 κυβερνήσεων των χωρών της ΕΕ, καθώς όλες τους θα χρειαστεί να εγκρίνουν τον νέο Προϋπολογισμό. Πολλές κυβερνήσεις έδειξαν ήδη τη δυσαρέσκειά τους. Αυστρία, Δανία, Ολλανδία και Σουηδία –οι ονομαζόμενοι «Τέσσερεις των Λιτότητας»– επιθυμούν μικρότερο Ταμείο, χορήγηση δανείων αντί grants και αυστηρούς κανόνες κατά τη χορήγηση πόρων.

 

Οι μικρές αυτές χώρες ασφαλώς θα υποχωρήσουν μπροστά στο συνδυασμένο βάρος Γαλλίας και Γερμανίας, όμως μπορεί να αποσπάσουν ανταλλάγματα. Παραδοσιακά, οι χρηματοδοτήσεις που απορρέουν από το MFF φέρουν περιορισμένους όρους. Όμως, η γαλλογερμανική συμφωνία δεσμεύει τις κυβερνήσεις που θα αξιοποιούν πόρους του Ταμείου σε «ορθή οικονομική πολιτική και φιλόδοξη μεταρρυθμιστική ατζέντα». Γερμανικές πηγές ήδη δείχνουν προς την κατεύθυνση ενός νέου ρόλου που θα μπορούσαν να αναλάβουν οι προτάσεις οικονομικών μεταρρυθμίσεων που –κάθε χρόνο– υποβάλλονται από τις Βρυξέλλες προς τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών. Όμως, χώρες όπως η Ιταλία θα είναι δύσκολο να καταπιούν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα προτείνονται από τρίτους…

 

Η μεγαλύτερη ανησυχία των οπαδών της λιτότητας είναι μήπως προκύψει οριστική μετακίνηση προς βαθύτερη δημοσιονομική ενοποίηση. Το νέο Ταμείο υποτίθεται ότι θα είναι προσωρινού χαρακτήρα, και μπορεί απλώς να ανταποκριθεί σε προσδοκία ελάφρυνσης της ζημιάς που προξενείται στις πληττόμενες οικονομίες από την πανδημία. Όμως, η εγκαθίδρυση της αρχής ότι οι κοινές προκλήσεις απαιτούν κοινή ανάληψη χρέους μπορεί να οδηγήσει –την επόμενη φορά– σε χαμηλότερο κατώφλι εκκίνησης, όπως παρατηρεί ο Γιάκομπ Φουνκ Κίρκεγκορ του Peterson Institute for International Economics. Αλλά και η ανάγκη αποπληρωμής του χρέους θα αποτελέσει αφορμή για τη δημιουργία ενιαίων πόρων της ΕΕ, όπως για παράδειγμα φόρων επί των πλαστικών ή επί μη φιλικών προς το περιβάλλον εισαγωγών.

 

Η ρητορική της καγκελαρίου Μέρκελ γύρω από τις μεταρρυθμίσεις στην ΕΕ έχει παρουσιάσει μια περίεργη στροφή: στη λήξη της θητείας της, έφερε και πάλι στην επιφάνεια τη συζήτηση για αναθεώρηση των συνθηκών στην κατεύθυνση «πολιτικής ένωσης». Μπορεί η πιο πρόσφατη αυτή έκπληξη [του Ταμείου Ανάκαμψης] να μην είναι και η τελευταία.

 

Αφήστε ένα σχόλιο