Η οικονομία του 90%

Δημοσιεύτηκε από economia 04/06/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ioύνιος 2020, τ. 994

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

 

Η ζωή μετά το lockdown θα είναι δύσκολη – και μάλιστα με τρόπους που δύσκολα φανταζόμαστε

 

 

 

 

 

Από πολλές πλευρές, ένα 90% είναι καλός συμβιβασμός: σε μιαν οικονομία, όμως, είναι φρίκη – και η περίπτωση της Κίνας δείχνει το γιατί. Η χώρα ξεκίνησε να βγαίνει από το lockdown της τον Φεβρουάριο. Τα εργοστάσιά της ξαναζωντάνεψαν, οι δρόμοι έπαψαν να είναι άδειοι. Αποτέλεσμα: μια οικονομία του 90%. Ασφαλώς είναι καλύτερα από ένα αυστηρό lockdown, αλλά απέχει πολύ από την κανονικότητα.

 

Τα κενά που παρατηρούνται περιλαμβάνουν μεγάλο μέρος της καθημερινότητας των ανθρώπων. Οι διαδρομές στο μετρό και οι εσωτερικές πτήσεις έχουν υποχωρήσει κατά 1/3. Η ελεύθερη καταναλωτική δαπάνη, σε υπηρεσίες όπως της εστίασης, υποχώρησε κατά 40%, ενώ οι διανυκτερεύσεις σε ξενοδοχεία είναι στο 1/3 του κανονικού. Ο κόσμος φέρνει το βάρος της οικονομικής υστέρησης, αλλά και τον φόβο ενός δεύτερου κύματος της Covid-19. Οι χρεοκοπίες πληθαίνουν και η ανεργία –σύμφωνα με παρατηρητή της αγοράς– είναι σε τριπλάσιο επίπεδο από τα επίσημα δηλούμενα επίπεδα, γύρω στο 20%.

 

Άμα ο πλούσιος κόσμος στη μετά το lockdown εποχή υποφέρει από τη δική του εκδοχή μιας οικονομίας του 90%, η ζωή θα είναι δύσκολη – τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί εμβόλιο ή θεραπεία. Μια βύθιση του ΑΕΠ στις ΗΠΑ της τάξεως του 10% θα είναι η μεγαλύτερη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όσο μεγαλύτερο πόνο προκαλέσει η Covid-19 τόσο βαθύτερη και πιο μακροπρόθεσμη θα είναι η οικονομική, κοινωνική και πολιτική επίπτωσή του.

 

Το πώς θα αποσυρθούν τα lockdown θα επηρεάσει αφ’ εαυτού την έκταση της οικονομικής ζημιάς. Για παράδειγμα, ένας υπολογισμός κόστους-οφέλους δείχνει προς την κατεύθυνση της πρόταξης του ανοίγματος των σχολείων. Όμως, όσο ορθολογικά κι αν γίνει η χαλάρωση των περιορισμών, ισχυρές δυνάμεις θα κρατούν τις οικονομίες καθηλωμένες.

 

Πρώτα-πρώτα, η χαλάρωση των περιορισμών είναι μια διαδικασία, όχι ένα στιγμιαίο γεγονός. Ακόμη κι όταν το χειρότερο περάσει, τα κρούσματα σβήνουν αργά. Έναν μήνα αφότου οι θάνατοι στην Ιταλία πέρασαν την κορύφωση των 900 τη μέρα, οι αριθμοί παρέμεναν άνω των 300. Όσο ο ιός συνεχίσει να είναι παρών, κάποια κοινωνική αποστασιοποίηση είναι αναπόφευκτη.

 

Ο δεύτερος λόγος είναι η αβεβαιότητα. Όταν θα έχουν προσπεραστεί τα lockdown, πολλά θα μείνουν άγνωστα για την ασθένεια αυτή – συμπεριλαμβανομένων και των πιθανοτήτων για δεύτερο κύμα, της ύπαρξης ή μη ανοσίας διαρκείας, καθώς και των προοπτικών για εμβόλιο ή θεραπεία. Αυτό κρατάει πίσω όσους φοβούνται την αρρώστια. Έτσι, τη στιγμή όπου ορισμένες Πολιτείες των ΗΠΑ άρχιζαν να αίρουν τους περιορισμούς, το 1/3 των Αμερικανών έλεγαν ότι δεν θα αισθάνονταν άνετα να επισκεφτούν εμπορικό κέντρο. Όταν η Γερμανία άρχισε το άνοιγμα των μικροκαταστημάτων, οι πελάτες έμειναν διστακτικοί. Οι Δανοί, που βρέθηκαν με lockdown, περιέκοψαν τις δαπάνες των νοικοκυριών για υπηρεσίες (όπως τα ταξίδια ή η διασκέδαση) κατά 80%. Δανοί οικονομολόγοι επισημαίνουν όμως ότι στη γειτονική Σουηδία, όπου δεν επιβλήθηκε lockdown, οι δαπάνες περικόπηκαν περίπου κατά το ίδιο ποσοστό…

 

Πολλές επιχειρήσεις θα βγουν από το lockdown χωρίς ρευστότητα, με εξαντλημένους ισολογισμούς και με αδύναμη ζήτηση μπροστά τους. Σε έρευνα που διεξήχθη για την Goldman Sachs, σχεδόν τα 2/3 των Αμερικανών ιδιοκτητών μικρομεσαίων επιχειρήσεων δήλωναν ότι σε λιγότερο από 3 μήνες θα βρεθούν χωρίς ρευστό.

 

Στη Βρετανία, το μερίδιο των επαγγελματικών μισθώσεων που έφτασαν σε καθυστέρηση καταβολής ενοικίου έχουν αυξηθεί κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες. Ο επικεφαλής της Boeing, στις αρχές Μαΐου, προειδοποιούσε ότι η αεροπορική κίνηση δεν θα ξαναβρεί τα επίπεδα του 2019 προτού περάσουν 2 ή 3 χρόνια. Οι επενδύσεις, που αποτελούν σχεδόν το 1/4 του ΑΕΠ, θα υποχωρήσουν – και τούτο όχι μόνο προκειμένου να διατηρηθεί η ρευστότητα των επιχειρήσεων, αλλά και επειδή δεν είναι πλέον δυνατόν να τιμολογηθεί ο κίνδυνος (αυτός ήταν ένας από τους λόγους που κάνει τις αναπηδήσεις των χρηματιστηρίων να φαίνονται με αδύναμα θεμέλια).

 

Τα προβλήματα των επιχειρήσεων θα επιτείνουν τις οικονομικές ανησυχίες των ανθρώπων. Πάνω από το 1/3 όσων απάντησαν σε έρευνα της Pew Research είπαν ότι, αν χάσουν τη βασική τους πηγή εισοδήματος, η αποταμίευσή τους, νέος δανεισμός ή η πώληση στοιχείων ενεργητικού τους δεν θα τους αρκέσουν για να συνεχίσουν πάνω από 3 μήνες. Επειδή σε μια οικονομία του 90% οι περισσότερο πληττόμενες επιχειρήσεις απασχολούν πολλούς εργαζομένους, η ανεργία θα πάει ψηλά, ενώ οι ευκαιριακές απασχολήσεις θα είναι σπάνιες. Ήδη στις 5 μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης πάνω από 30 εκατομμύρια εργαζομένων (δηλαδή το 20% του συνολικού εργατικού δυναμικού) βρίσκονται σε ειδικά προγράμματα – όπου το κράτος πληρώνει τους μισθούς τους. Τα προγράμματα αυτού του τύπου είναι γενναιόδωρα, όμως κανένας δεν γνωρίζει πόσο θα διαρκέσουν.

 

Η οικονομία θα υποφέρει όμως και από την ίδια την επούλωση των πληγών. Οι επιχειρήσεις που θα προσαρμοστούν στην Covid-19 με την περικοπή κόστους και με την αξιοποίηση νέων τρόπων εργασίας μπορεί να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους. Όμως, άμα ο κόσμος συναντιέται λιγότερο μετά την άρση των μέτρων ή άμα οι εργαζόμενοι παραμείνουν σε απραξία επί μήνες, τότε θα αποκοπούν από τα επαγγελματικά τους δίκτυα και ενδεχομένως θα αρχίσουν να χάνουν δεξιότητες. Στις ΗΠΑ οι άνεργοι κινδυνεύουν να χάσουν μία δεκαετία. Βραχυπρόθεσμα, οι κυβερνήσεις θα διασώσουν επιχειρήσεις με προγράμματα, πράγμα ασφαλώς καλοδεχούμενο: όσα όμως απ’ αυτά είναι σχεδιασμένα για διάσωση επιχειρήσεων κινδυνεύουν να δημιουργήσουν εταιρείες-ζόμπι, οι οποίες ούτε θα λειτουργούν σωστά, ούτε θα χρεοκοπούν – οπότε, θα δυσκολέψει η ανακύκλωση και της εργασίας και του κεφαλαίου.

 

Όσο περισσότερο χρειαστεί ο κόσμος να ανεχθεί μια οικονομία του 90% τόσο πιο απίθανο θα είναι να έχουμε αναπήδηση μετά την πανδημία. Μετά την Ισπανική Γρίπη (πριν από έναν αιώνα) και μετά τον SARS (πριν από περίπου δύο 10ετίες) η κυρίαρχη επιθυμία ήταν να επανέλθει η ζωή στην κανονικότητα. Καμιά όμως από τις δύο αυτές πανδημίες δεν είχε όσο καταστροφικές επιπτώσεις έχει η Covid-19 σήμερα. Επίσης, οι προσδοκίες των ανθρώπων από τις κυβερνήσεις το 1918 ήταν πολύ πιο περιορισμένες απ’ ό,τι σήμερα. Μια βαθιά, μακρά ύφεση θα τροφοδοτήσει τον θυμό, και τούτο επειδή η πανδημία μάς έδειξε το πρόσωπο των πλούσιων κοινωνιών στον καθρέφτη. […] Ένα άνισο μέρος του βάρους έχει πέσει στον μέσο άνθρωπο. Η λαϊκή απαίτηση για αλλαγή μπορεί να ριζοσπαστικοποιήσει την πολιτική πιο γρήγορα απ’ ό,τι μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2009. Η αποστολή όσων πιστεύουν στις ανοιχτές αγορές και τον περιορισμένο δημόσιο τομέα εκτρέπεται πλέον προς τις σωστές μεταρρυθμίσεις. Ενδεχομένως η πανδημία να ενισχύσει μια αίσθηση αλληλεγγύης σε εθνικό και πλανητικό επίπεδο. Όμως, αυτό μπορεί να αποδειχτεί ευσεβής πόθος.

 

Μέσα στους επόμενους 18 μήνες όλοι όσοι έχουν έντονες απόψεις θα ισχυρίζονται ότι η πανδημία δικαιώνει τη δική τους άποψη. Μετά την κρίση του 2007-2009 οι πολιτικοί δεν ανταποκρίθηκαν στα παράπονα του μέσου ανθρώπου, οπότε το αίτημα αλλαγής οδήγησε σε άνοδο ενός κύματος λαϊκισμού. Η οικονομία του 90% απειλεί ακόμη χειρότερα: η οργή που δημιουργεί μπορεί να τροφοδοτήσει τον προστατευτισμό, την ξενοφοβία και την πολυπραγμοσύνη των κυβερνήσεων σε κλίμακα που δεν έχουμε δει εδώ και δεκαετίες. Αν, όπως ο Economist, ανήκετε σε όσους απορρίπτουν αυτή την προοπτική, είναι καιρός να αναζητήσουμε καλύτερη διέξοδο.

Αφήστε ένα σχόλιο