Άνοιγμα σε εξέλιξη – αλλά προς τα πού;

Δημοσιεύτηκε από economia 09/06/2020 0 Σχόλια άρθρα,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ioύνιος 2020, τ. 995

ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

 

 

 

 

 

 

 

 

Με επιταχυνόμενα βήματα, η Ελλάδα (με σχετικά σημαντική επιτυχία στην αντιμετώπιση του υγειονομικού σκέλους της πανδημίας του κορονοϊού, που αναγνωρίζεται δημοσκοπικά από την κοινή γνώμη αλλά και από τα διεθνή Μέσα), όπως και οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, επιχειρεί την επαναφορά στη «μερική κανονικότητα». Η εξελισσόμενη αυτή διαδικασία, που κεντρικό στοιχείο της έχει το άνοιγμα της οικονομίας, γίνεται με αρκετά προβλήματα: από τα υγειονομικά πρωτόκολλα που ακολουθούν τις μεταφορές (μερική πληρότητα σε λεωφορεία, τρένα και πλοία, ανοχή πλήρους κάλυψης των θέσεων στις αεροπορικές μεταφορές, αλλά με ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης), και που αποτελούν προϋπόθεση για το άνοιγμα των ξενοδοχείων, μέχρι και τα φαινόμενα συνωστισμού/συγχρωτισμού σε πλατείες των μεγάλων πόλεων αλλά και στις παραλίες (και τι είναι η ζωή στον Νότο, αν μη οι παρέες σε πλατείες και η διαφυγή στις παραλίες;). Δεν έλειψαν οι προστριβές – όμως η ανάγκη του κόσμου να αισθανθεί ότι «κάτι κινείται» υπερέχει.

 

Πάντως, όλοι δέχονται ότι η μεγάλη πρόκληση –βρίσκεται μπροστά σε όλους, αλλά είναι αυτονόητα πιο δύσβατη σε οικονομίες με τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής– είναι η επανεκκίνηση της οικονομίας. Με στόχο την έξοδο από την ύφεση, που ήδη γίνεται αισθητή. Σ’ εμάς τόσο οι προβλέψεις του ΥΠΟΙΚ όσο και του ΣΕΒ ακολουθούν τη λογική (δηλαδή: διατυπώνουν την προσδοκία) μιας κρίσης που θα ακολουθήσει υποδειγματικά τη γραμμή του λατινικού V: μεγάλη κάμψη φέτος, σχεδόν ίση αναπήδηση το 2021, καλές ελπίδες για τη συνέχεια. Θυμίζουμε ότι –γενικότερα, σε διεθνές επίπεδο– οι προγνώσεις για V είναι περιορισμένες: περισσότεροι είναι εκείνοι που βλέπουν U, δηλαδή βύθιση και παραμονή για ένα διάστημα χαμηλά, ύστερα μόνο σταδιακή ανάκαμψη. Καθώς κανείς δεν αποκλείει δεύτερο (ή και τρίτο…) κύμα της Covid-19, υπάρχει στην αλφάβητο και το W, με ύφεση/ανάκαμψη τώρα, αλλά και δεύτερη ύφεση –με ελπιζόμενη πάλιν ανάκαμψη– σε περίπτωση επανόδου της πανδημίας. Και βέβαια, δεν λείπουν εκείνοι που –με καλύτερη μνήμη– επισημαίνουν ότι κάπου στο μέσον της (λατινικής) αλφαβήτου ελλοχεύει το L: σημαντική ύφεση τώρα, με παραμονή των οικονομιών σε επίπεδο αισθητά χαμηλότερο από το σημερινό τους. Ειδικά η ελληνική εμπειρία από τη δεκαετία του 2008-18, μετά τα τρία διαδοχικά Μνημόνια, το τελευταίο αυτό σχήμα ακολούθησε: από μιαν οικονομία που «έβλεπε» τα 240 δισ. ευρώ το 2008, σήμερα κινείται λίγο πάνω από τα 180 δισ.

 

Η τωρινή ύφεση έρχεται έπειτα από μία δεκαετία πτώσης: από την ψαλίδα 4%-8% της πρόγνωσης Τράπεζας της Ελλάδος ή εκείνης 5%-9% του ΙΟΒΕ ή του 5%-11,1% του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής και μέχρι το 10% κατά ΔΝΤ και το 9,7% ύφεσης κατά την ΕΕ, η βουτιά ζαλίζει. Στην προώθηση μέτρων συγκράτησης της θέσης των επιχειρήσεων (κυρίως με προσπάθεια στήριξης της ρευστότητάς τους) αλλά και των εισοδημάτων των νοικοκυριών (με ευρύ πλέγμα επιδομάτων/μερικής αντικατάστασης των απωλειών μισθού) είναι που στηρίζονται οι ελπίδες συγκράτησης της πτώσης. Ενώ στην επανάληψη προσδοκιών για επενδυτική επανεκκίνηση επιχειρείται να στηριχθεί η ελπίδα ότι το 2021 θα αποτελέσει «νέα αρχή» μάλλον, παρά επαναφορά. Απέναντι σ’ αυτές τις προσδοκίες βρίσκονται οι περιορισμένοι πόροι των δημόσιων οικονομικών, η αδυναμία του λυγισμένου από NPLs τραπεζικού συστήματος, η επίγνωση ότι το φόρτωμα με πρόσθετο χρέος απειλεί να οδηγήσει σε βάθος χρόνου (18μήνου;) σε νέο αδιέξοδο ενώπιον των αγορών – όσο κι αν σήμερα αυτό παρακάμπτεται. (Γι’ αυτό και ο Κ. Μητσοτάκης πασχίζει η όποια ευρωπαϊκή στήριξη να είναι σε grants.)

 

Το κυριότερο, άμα αρχίσει να καταγράφεται η πραγματική και όχι η φαντασιακή ή η κατά πρόγνωσιν επίπτωση της κρίσης (και, συνεπώς, η αποτελεσματικότητα των μέτρων που αυξανόμενα λαμβάνονται), τότε θα φανεί πόση ψυχραιμία και ποια κοινωνική συνοχή θα έχει απομείνει. Ειδικά στα εργασιακά, αλλά και στην κατάσταση του τραπεζικού συστήματος, η συζήτηση μένει περιορισμένη ως προς την ουσία.

 

Μόνο βήμα-βήμα αρχίζει να συνειδητοποιείται η απειλή υποβάθμισης του περιεχομένου –και συνεπώς της αμοιβής, από δίπλα και της ασφάλειας!– της εργασίας. Ενώ δεν είναι σύμπτωση το ότι, λίγο προτού ανανεωθεί η θητεία του, ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας έκρινε ότι χρειάζεται να επαναφέρει συζήτηση περί bad bank για να αντιμετωπισθούν τα νέα αδιέξοδα των ισολογισμών των συστημικών τραπεζών. Ενδιαφέρον: στη Βουλή, στην προ εβδομάδων 6ωρη συζήτηση για την πανδημία, οι τόνοι έμειναν χαμηλοί, ασχέτως αν η μιντιακή μας ζούγκλα περιέγραψε οξεία αντιπαράθεση τη στιγμή που ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ, Αλέξης Τσίπρας και Φώφη Γεννηματά, βγήκαν τόσο ευθυγραμμισμένοι, ώστε να διερωτάται κανείς πού πορεύονται. Στην τριτολογία του ο πρωθυπουργός «επέλεξε» να καταστήσει πυρήνα αντιπολίτευσης τον Γιάνη (ένα «ν») Βαρουφάκη.

 

Ενώ, κατά τα άλλα, πλήθαιναν οι αναφορές σε πρόωρες εκλογές. Με τη συνήθη εναλλακτική: διακίνηση φημών περί ανασχηματισμού. Και τις συνήθεις διαψεύσεις. Το άνοιγμα της οικονομίας βρίσκεται σε εξέλιξη – αλλά προς τα πού;

 

 

 

«Ό,τι μπορούμε κάνουμε»

 

 

Αν υπήρχε λίγο περισσότερη πολιτική ειλικρίνεια –πράγμα πάντα επίφοβο στην πολιτική, ακόμη πιο επίφοβο σε φάσεις γνήσιας κρίσης, όπου όλοι στρέφονται προς τις κυβερνήσεις με προσδοκία, η οποία δεν αργεί να γίνει απαίτηση…– τόσο διεθνώς, πάντως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που αποτελεί εκείνο που θεωρούμε φυσικό μας περίγυρο, όσο και στην Ελλάδα, τότε θα γινόταν η παραδοχή: «Ό,τι μπορούμε, αυτό κάνουμε!»

 

Αυτό ακριβώς παρακολουθούμε ανά τις ευρωπαϊκές χώρες. Έτσι, η βαρύτατα πληγείσα Ιταλία προωθούσε πρόσθετο πακέτο στήριξης 55 δισ. ευρώ για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις μετά από 25,6 δισ. για επιδόματα ανεργίας (και βγαίνει στις αγορές να τα στηρίξει) μετά από καταβύθιση της βιομηχανικής της παραγωγής κατά σχεδόν 30% ήδη τον Μάρτιο. Και η Ισπανία κινείται σε ανάλογη κατεύθυνση, με εγγυήσεις 110 δισ. ευρώ για τις επιχειρήσεις και 17 δισ. σε άμεσες ενισχύσεις (επίσης επιχειρώντας έξοδο στις αγορές). Κοιτώντας στην αντίθετη κατεύθυνση, στη Γερμανία, ήδη από το ξεκίνημα (τέλη Μαρτίου) ανακοινώθηκε πακέτο στήριξης 550 δισ. ευρώ για τις επιχειρήσεις, με διευκρίνηση του υπουργού Οικονομίας Πέτερ Αλτμάγιερ ότι «αυτό δεν είναι παρά το ξεκίνημα»: η συνέχεια απέδειξε ότι η διατύπωση αυτή ήταν ειλικρινής, καθώς ιδιαίτερα οι ενισχύσεις μέσω της επενδυτικής τράπεζας KfW δεν έπαψαν να εντείνονται.

 

Αν κανείς στεκόταν στους αριθμούς και μόνο, ανάλογη στάση θα συναντούσε στα πακέτα στήριξης που διαμορφώνονταν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αφήνοντας κατά μέρος την παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ, ένα πρώτο πολυλειτουργικό πακέτο 540 δισ. ευρώ αποφασίστηκε (αυτό δεν σημαίνει ότι και προχώρησε…) σε επίπεδο Eurogroup, ενώ μεγαλύτερο βάθος έχει η κοινή πρωτοβουλία Μέρκελ-Μακρόν για Ταμείο Ανάκαμψης, με στοιχείο αμοιβαιοποίησης χρέους και με αποδοχή ότι οι πόροι θα κατευθύνονται στις περιφέρειες και τους κλάδους που επλήγησαν περισσότερο από την πανδημία (εδώ θα χρειαστεί ιδιαίτερη προσοχή στους ορισμούς, καθώς στην Ελλάδα η υγειονομική επίπτωση υπήρξε μικρή, ενώ η αναμενόμενη οικονομική είναι εξαιρετικά μεγάλη), καθώς και ότι θα αποτελέσουν κατά ένα μέρος επιχορηγήσεις/grants. Πάλιν η θεσμισμένη Ευρώπη βρίσκεται πίσω από άλλες περιοχές του κόσμου, αλλά η κινητοποίηση είναι αξιοσημείωτη – φτάνει να προχωρήσει έγκαιρα σε υλοποίηση.

 

Μπροστά σ’ αυτό το φόντο, η ελληνική κινητοποίηση ξεκίνησε με μετέωρο βήμα, εξελίσσεται, αλλά με προβλήματα. Με αρκετή πανηγυρικότητα ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση δεύτερη φάση μέτρων που θα καλύψει και ολόκληρο το καλοκαίρι – ύψους, κατά τις ανακοινώσεις, 24 δισ. ευρώ (βέβαια, το μέτρημα περιλαμβάνει ανόμοια στοιχεία, από αναβολή υποχρεώσεων –φορολογικών και ασφαλιστικών– μέχρι επιδόματα σε εργαζομένους και παροχή ρευστότητας σε επιχειρήσεις). Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η τάξη μεγέθους ανακοινώθηκε κοντά στα 26 δισ., που είχαν αρχικά αναφερθεί από την Αξιωματική Αντιπολίτευση· καθώς και ότι η διακηρυγμένη προσέγγιση «στηρίζεται η απασχόληση, αντί να επιδοτείται η ανεργία» υποτίθεται ότι αποτελεί τον πυρήνα της προσέγγισης «Συν-Εργασία», εκ μεταφοράς από τη γερμανική λογική του Kurzarbeit.

 

Ήταν κι εδώ φανερή η διάσταση του «ό,τι μπορούμε κάνουμε». Που αφήνει πάντως πίσω ερωτήματα για τους τρόπους εφαρμογής των σχεδιασμών – κυρίως δε για την τελική επίπτωση στον χώρο της εργασίας, αλλά και στη διάθεση της ρευστότητας μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Αφήστε ένα σχόλιο