Τηλεργασία: μια πρώτη χαρτογράφηση

Δημοσιεύτηκε από economia 16/06/2020 0 Σχόλια Μελέτες / αναλύσεις,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ioύνιος 2020, τ. 995

AΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ του Άγγελου Τσακανίκα*

 

 

 

 

 

 

Κατά το τελευταίο δίμηνο και εν μέσω της τρέχουσας κρίσης της COVID-19, πολλές επιχειρήσεις προσπάθησαν να διατηρήσουν τη λειτουργία τους και ταυτόχρονα να προσαρμοστούν στις νέες υγειονομικές συνθήκες εφαρμόζοντας τη λεγόμενη τηλεργασία, δηλαδή την απομακρυσμένη από τον βασικό χώρο εργασίας πρόσβαση σε διεργασίες της επιχειρηματικής λειτουργίας. Η τηλεργασία είναι πράγματι ένας ευέλικτος τρόπος οργάνωσης της εργασίας, χωρίς δηλαδή να είναι απαραίτητη η φυσική παρουσία του εργαζομένου στον χώρο εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του ωραρίου του. Περιλαμβάνει την εργασία στο σπίτι, την εναλλαγή μεταξύ της εργασίας στο γραφείο και της εργασίας στο σπίτι (δηλαδή εκ περιτροπής εργασία), την εργασία σε κίνηση και την εργασία σε τοπικά κέντρα τηλεργασίας κ.λπ. Αν και έχει εμφανιστεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο πολλά χρόνια ως επιλογή μορφής απασχόλησης, είναι γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν είχε τύχει ευρείας αποδοχής ή χρήσης από την επιχειρηματική κοινότητα στην Ελλάδα.

 

Πράγματι, όπως είχε δείξει πρόσφατη έρευνα (πριν από την κρίση) που διεξήγαγε το ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒ στα τέλη του 2018 και με τη βοήθεια της εταιρείας Public Issue[1], μόλις μία στις τέσσερις επιχειρήσεις σε έξι βασικά κλαδικά οικοσυστήματα υιοθετούσε σε κάποιο βαθμό μεθόδους τηλεργασίας (Πίνακας 1). Σημειώνεται ότι η έρευνα αφορούσε 831 βιομηχανικές κυρίως επιχειρήσεις, που απασχολούσαν πάνω από 30 άτομα και προέρχονταν από έξι κλαδικά οικοσυστήματα και συγκεκριμένα από τους τομείς: α) Αγροδιατροφική Αλυσίδα, β) Βιο-οικονομία, Υγεία και Φάρμακο, γ) Ψηφιακή Οικονομία-Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών, δ) Δομικά Υλικά και Μέταλλο, ε) Εφοδιαστική Αλυσίδα (Logistics) και Μεταφορές και στ) Ενέργεια.

 

Το γεγονός ότι πρόκειται στην πλειοψηφία τους για βιομηχανικές επιχειρήσεις ίσως εξηγεί το σχετικά χαμηλό αυτό ποσοστό, καθώς η βιομηχανική παραγωγή χρειάζεται εκ των πραγμάτων φυσική παρουσία ενός μεγάλου μέρους των αντίστοιχων εργαζομένων. Ήδη, όπως δείχνει και ο σχετικός πίνακας, ο τομέας της ψηφιακής οικονομίας –μεγάλο μέρος της δραστηριότητας του οποίου σχετίζεται με υπηρεσίες– και ο τομέας του φαρμάκου/υγείας πρωτοπορούν σε αυτό το πεδίο. Στον μεν πρώτο τομέα οι μισές επιχειρήσεις εφάρμοζαν τηλεργασία και πριν από την υγειονομική κρίση, ενώ στον τελευταίο περίπου μία στις τρεις επιχειρήσεις δήλωσε ότι αξιοποιούσε αυτή την επιλογή.

 

Όμως η Ελλάδα γενικά εμφανίζει πολύ χαμηλές επιδόσεις σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μέθοδοι τηλεργασίας είναι πιο διαδεδομένες στη βόρεια Ευρώπη, ενώ η Ελλάδα εμφανίζει μόλις 1,7% για κατ’ οίκον τηλεργασία έναντι 3,3% (ως ποσοστό των συνολικών απασχολούμενων) κατά μέσο όρο στην υπόλοιπη Ευρώπη.

 

Σύμφωνα άλλωστε και με πρόσφατη έρευνα της KPMG, η τρέχουσα εταιρική κουλτούρα φαίνεται να λειτουργεί ως τροχοπέδη για την πλήρη εφαρμογή μοντέλων απομακρυσμένης εργασίας, με τις ελληνικές επιχειρήσεις να εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές για την αποτελεσματικότητα της τηλεργασίας σε σχέση με τις πολυεθνικές.

 

Ένα άλλο βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από την έρευνα του ΣΕΒ είναι ότι, αν και το δείγμα αφορά επιχειρήσεις αρκετά μεγαλύτερες από το μέσο μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, το μέγεθος δεν επηρεάζει ιδιαίτερα την αξιοποίηση της τηλεργασίας. Δηλαδή δεν είναι θέμα των μεγαλύτερων επιχειρήσεων, καθώς περίπου κοινό ποσοστό μεγάλων, μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων φαίνεται να την αξιοποιεί.

 

Όμως, εκεί όπου καταγράφονται ξεκάθαρες και στατιστικά σημαντικές διαφορές είναι στις καινοτομικές επιδόσεις αυτών των επιχειρήσεων. Όπως φαίνεται και στον σχετικό πίνακα (Πίνακας 2), οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τηλεργασία φαίνεται να εμφανίζουν καλύτερες επιδόσεις ως προς την καινοτομία προϊόντος, ως προς τη χρήση ΤΠΕ, ως προς τις μεθόδους εργασίας, ακόμα και ως προς τις στρατηγικές μάρκετινγκ. Χωρίς να υπονοείται αιτιώδης σχέση, δηλαδή ότι η χρήση τηλεργασίας οδηγεί σε καινοτομία, φαίνεται να υπάρχει σημαντική διαφοροποίηση και οι δύο αυτές μεταβλητές να συσχετίζονται σε μεγάλο βαθμό.

 

Επίσης, οι επιχειρήσεις που απάντησαν θετικά στην ερώτηση περί τηλεργασίας φαίνεται γενικά να χρησιμοποιούν περισσότερο πληροφοριακά συστήματα όπως ERP, CRM, εργαλεία εταιρικής νοημοσύνης, κ.τ.λ. Αν και ως έναν βαθμό η σχέση αυτή ερμηνεύεται από την υψηλότερη παρουσία επιχειρήσεων από τον τομέα της ψηφιακής οικονομίας, εν τούτοις φαίνεται να αντιπροσωπεύουν ένα τεχνολογικά πιο ευαίσθητο υποσύνολο επιχειρήσεων από όλους τους κλάδους. Προφανώς, για να μπορέσει μια επιχείρηση να υποστηρίξει λειτουργικά την τηλεργασία, χρειάζεται να έχει επενδύσει σε υποδομές και σε συστήματα που όχι απλώς επιτρέπουν αλλά και «χτίζουν» υπηρεσίες και αξιοποιούν ακόμα περισσότερο αυτή την εργασιακή επιλογή.

 

Τα αποτελέσματα αυτά μας φανερώνουν πάντως ότι το πεδίο σε αυτό τον τομέα δεν είναι ακόμα ευκρινές. Άλλωστε, παρά την πρόσφατη ανάγκη που λόγω των συνθηκών οδήγησε σε αυξημένη χρήση τηλεργασίας, μόλις η κατάσταση ομαλοποιηθεί αναμένεται μάλλον η επιστροφή στο προηγούμενο μοντέλο εργασίας. Ή μήπως όχι εντελώς; Και όχι καθολικά; Υπάρχουν πράγματι αντικρουόμενες απόψεις αφενός για τα ζητήματα της παραγωγικότητας και της απόδοσης της τηλεργασίας από την πλευρά των επιχειρήσεων, αφετέρου για τις επιπτώσεις της άμβλυνσης των διαχωριστικών ορίων ανάμεσα σε επαγγελματική και προσωπική ζωή από την πλευρά των εργαζομένων. Από την άλλη πλευρά, για παράδειγμα, η τηλεργασία αυξάνει τις ευκαιρίες απασχόλησης για κοινωνικές ομάδες που έως σήμερα είχαν περιορισμένη δυνατότητα παροχής εργασίας (π.χ. ΑμΕΑ, νέες μητέρες).

 

Είναι βέβαιο πάντως ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο δεν είναι ξεκάθαρο όσον αφορά διάφορες διαστάσεις που ρυθμίζουν τα ζητήματα της εργασίας (ωράριο, ασφάλιση, χρόνοι ξεκούρασης, αλλά και αμοιβές κ.τ.λ.). Σε κάθε περίπτωση όμως, επειδή οι επιλογές της τηλεργασίας ενδεχομένως να ενταθούν στο αμέσως επόμενο διάστημα και να αποτελέσουν ένα μόνιμο χαρακτηριστικό της εγχώριας αγοράς εργασίας, είναι ίσως καιρός αυτό το ρυθμιστικό πεδίο να αναθεωρηθεί, να επικαιροποιηθεί και να προσαρμοστεί στις νέες διαμορφούμενες συνθήκες. 

 

 

 

 

[1] «Ποσοτικές Έρευνες σε Βιομηχανικές Επιχειρήσεις επί Θεμάτων Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, Θεσμική και Επιχειρησιακή Ενδυνάμωση του Κοινωνικού Εταίρου ΣΕΒ». Με χρηματοδότηση από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και διά βίου Μάθηση. ΕΣΠΑ 2014-2020.

 

 

 

 

*Αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικής Αξιολόγησης Συστημάτων Τεχνολογίας, Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας ΕΜΠ, επιστημονικός υπεύθυνος Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας ΙΟΒΕ.

Αφήστε ένα σχόλιο