Άφθονη ρευστότητα για λίγους από τις τράπεζες

Δημοσιεύτηκε από economia 18/06/2020 0 Σχόλια Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούνιος 2020, τ. 995

ΠΑΝΔΗΜΙΑ 2020 της Βάσως Αγγελέτου

 

 

 

 

 

Σωσίβιο 15 δισ. ευρώ δημιουργεί το Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων με στόχο τη διάσωση της ελληνικής επιχειρηματικότητας, η οποία δοκιμάζεται σοβαρά από την πανδημία παρά τις θετικές επιδόσεις της χώρας στη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης. Ο μεγάλος βαθμός εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από τον τουρισμό αλλά, κυρίως, το υψηλό ποσοστό δανεισμού των επιχειρήσεων και, ακόμη περισσότερο, το βάρος των 70 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων δημιουργούν ασφυκτικές συνθήκες για τις ελληνικές επιχειρήσεις υπό τη δυσμενή τρέχουσα συγκυρία.

 

Η έκτακτη ρευστότητα διοχετεύεται στην αγορά μέσα από δύο προγράμματα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ), τα οποία έχουν ως όχημα τις εμπορικές τράπεζες: το ΤΕΠΙΧ ΙΙ και το Ταμείο Εγγυοδοσίας.

 

 

 

Ταμείο Επιχειρηματικότητας (ΤΕΠΙΧ)

 

Είναι το πρώτο εργαλείο που ενεργοποιήθηκε (στις αρχές Απριλίου), με συνολικό προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ. Διαθέτει κεφάλαια κίνησης έως 500.000 ευρώ με 100% επιδοτούμενο επιτόκιο για δύο έτη και απευθύνεται κυρίως σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις με χαμηλά επίπεδα δανεισμού. Βασική δέσμευση των επιχειρήσεων που εντάσσονται στο πρόγραμμα είναι να μην προβούν σε απολύσεις τουλάχιστον για τα δύο πρώτα έτη. Αποτελεί ένα πρώτο βήμα προκειμένου επιχειρηματίες και εργαζόμενοι να νιώσουν ότι διαθέτουν ένα δίχτυ προστασίας που θα τους βοηθήσει να εξυπηρετήσουν τις τρέχουσες υποχρεώσεις. Ήδη έχουν ενεργοποιηθεί δύο γύροι του προγράμματος με μεγάλη ανταπόκριση από τις επιχειρήσεις, που υπέβαλαν περισσότερες από 50.000 αιτήσεις.

 

 

 

Ταμείο Εγγυοδοσίας

 

Έρχεται έναν μήνα μετά το ΤΕΠΙΧ (αρχές Ιουνίου) με σκοπό να μοχλεύσει στην οικονομία ρευστότητα ύψους 7 δισ. ευρώ. Απευθύνεται κυρίως σε μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις που αναζητούν πρόσβαση σε νέα κεφάλαια με χαμηλότερες εξασφαλίσεις. Τα δάνεια αυτά αναμένεται να είναι άμεσα διαθέσιμα, καθώς το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης και εκταμίευσης είναι το αργότερο μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2020. Μέσω του προγράμματος, η ρευστότητα χορηγείται με ευνοϊκούς όρους στις επιχειρήσεις, με χαμηλότερες εξασφαλίσεις ή και ευνοϊκότερα επιτόκια.

 

Τα δύο εργαλεία έχουν διαφορετική στόχευση και διαφορετικό βαθμό έκθεσης στον κίνδυνο για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Στην περίπτωση του ΤΕΠΙΧ ΙΙ, που είναι συγχρηματοδοτούμενο κατά 40% από την ΕΑΤ και 60% από το τραπεζικό σύστημα, οι τράπεζες επωμίζονται το σύνολο σχεδόν του πιστωτικού κινδύνου και είναι επόμενο να ζητούν υψηλότερες εξασφαλίσεις. Αντίθετα, στο Εγγυοδοτικό Ταμείο, οι τράπεζες επωμίζονται πολύ μικρότερο μέρος του πιστωτικού κινδύνου και θα ζητούνται χαμηλότερες εξασφαλίσεις.

 

Επιπλέον των δύο προγραμμάτων τραπεζικής χρηματοδότησης, το ΥΠΑΝ έχει σχεδιάσει μια σειρά χρηματοδοτικά εργαλεία για τη δανειοδότηση αναπτυξιακών έργων, μέσω των οποίων αναμένεται να κινητοποιηθούν κεφάλαια 5 δισ. ευρώ. Το συνολικό ύψος των κεφαλαίων που διατίθεται από το κράτος για τα συγκεκριμένα εργαλεία ανέρχεται σε 1,28 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του αρμόδιου υπουργού Άδ. Γεωργιάδη, μέσω του αναπτυξιακού νόμου θα χρηματοδοτηθούν μεγάλες επενδύσεις με επιπλέον κεφάλαια 2,7 δισ. ευρώ πέραν των 2,5 δισ. ευρώ που έχουν διατεθεί ήδη για μεγάλα έργα. Με τον τρόπο αυτό αναμένεται να εγκριθούν οι φάκελοι όλων των επιχειρήσεων που έχουν υποβάλει αιτήσεις και οι οποίες υπολογίζονται σε περίπου 2.000. Τέλος, από τον Μάρτιο έχουν εγκριθεί 4 έργα ΣΔΙΤ με προϋπολογισμό 350 εκατ. ευρώ, ενώ τον Ιούνιο αναμένεται να γίνει νέα προκήρυξη για έργα επιπλέον 1,5 δισ. ευρώ.

 

 

 

Δεν χαλαρώνουν τα πιστοδοτικά κριτήρια

 

Ανησυχητικές είναι, ωστόσο, οι ενδείξεις για την απορρόφηση της έκτακτης ρευστότητας από τις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία αξιοποίησης των προαναφερθέντων προγραμμάτων, μόλις 1 στις 2 επιλέξιμες επιχειρήσεις έχουν υποβάλει αίτηση για το πρόγραμμα ΤΕΠΙΧ ΙΙ, ενώ μόνο 1 στους 3 δικαιούχους έχουν σπεύσει να αξιοποιήσουν τη δυνατότητα αναστολής των δανειακών δόσεων, η οποία απευθύνεται κυρίως σε ιδιώτες.

 

Στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε διαδικτυακά η Eurobank, o αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος Κώστας Βασιλείου παραδέχθηκε ότι η μειωμένη προσέλευση προκαλεί έκπληξη και στους τραπεζίτες. Σύμφωνα με τον ίδιο, η μουδιασμένη ανταπόκριση εκ μέρους των δανειοληπτών οφείλεται στις δεσμευτικές προϋποθέσεις των προγραμμάτων για διατήρηση του αριθμού των εργαζομένων, σε συνδυασμό με τον υψηλό βαθμό ανασφάλειας που διακατέχει τους επιχειρηματίες. «Οι επιχειρήσεις αναμένουν να ολοκληρωθεί το πακέτο των προσφερόμενων προγραμμάτων προτού αποφασίσουν πού θα απευθυνθούν. Ταυτόχρονα, υποβάλλουν αιτήσεις σε πολλές τράπεζες και τελικώς εντάσσονται στο πρόγραμμα μίας από όλες, με αποτέλεσμα στα στατιστικά κάθε τράπεζας η ενεργοποίηση των εργαλείων να εμφανίζεται μειωμένη», σημείωσε ο Κ. Βασιλείου. Ταυτόχρονα, οι επιχειρήσεις περιμένουν να δουν πώς θα διαμορφωθεί η επόμενη μέρα της πανδημίας προτού προβούν σε νέο δανεισμό. «Δεδομένου ότι η κρίση που διανύουμε είναι πρωτοφανής και κανείς δεν γνωρίζει πώς θα εξελιχθεί, οι επιχειρήσεις αναμορφώνουν τα business plan τους διαρκώς εν αναμονή των νέων δεδομένων», είναι η εξήγηση που έδωσε το στέλεχος της Eurobank.

 

 

 

Μικρή η δεξαμενή των επιλέξιμων επιχειρήσεων

 

Άλλες πηγές του κλάδου, πάντως, διατυπώνουν στην Οικονομική Επιθεώρηση έντονη ανησυχία ότι «το χρήμα δεν θα περάσει τελικά σε αυτούς που το έχουν ανάγκη». Ο λόγος δεν είναι άλλος από τα αυστηρά πιστοδοτικά κριτήρια τα οποία εξακολουθούν να τηρούν οι τράπεζες και για τα συγκεκριμένα εργαλεία διευκόλυνσης λόγω της αποστροφής τους προς τον κίνδυνο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η προϋπόθεση των εν λόγω προγραμμάτων οι επιχειρήσεις να μην έχουν «κοκκινίσει». Όμως, το 60% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έχουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια, υπογραμμίζουν οι ίδιες πηγές, οι οποίες και εκτιμούν ότι μόλις το 20% των ελληνικών επιχειρήσεων είναι τελικώς επιλέξιμες για τα προγράμματα στήριξης του ΥΠΑΝ.

 

Όπως εξηγούν, το ζήτημα της ανάληψης κινδύνων είναι μείζον για το εγχώριο σύστημα και έχει καταστεί σαφές και στις συνομιλίες των τραπεζιτών με την κυβέρνηση ότι δεν μπορούν οι τράπεζες να αναλάβουν υψηλότερο κίνδυνο ακόμη και στις τρέχουσες έκτακτες συνθήκες, καθότι εκτίθενται ακόμη περισσότερο στον πιστωτικό κίνδυνο –που ήδη δυσκολεύονται να διαχειριστούν λόγω του υπέρογκου βάρους των NPEs, που αποτελούν το 40% του δανεικού τους χαρτοφυλακίου. Προκειμένου να μετριάσουν τον κίνδυνο, οι τράπεζες ζητούν από τις επιχειρήσεις εξασφαλίσεις – οι οποίες «πρακτικά δεν υπάρχουν», όπως σημειώνουν, ή έχουν μειωμένη αξία. Ταυτόχρονα, επικεντρώνονται, ακόμη μία φορά, στους «καλούς» πελάτες τους, οι οποίοι όμως δεν έχουν ανάγκη τα έκτακτα εργαλεία ρευστότητας, τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό. Το αποτέλεσμα είναι η περίμετρος των πραγματικά επιλέξιμων επιχειρήσεων να κλείνει ασφυκτικά, αποκλείοντας στην πράξη το 70% των ελληνικών επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα ο τραπεζικός δανεισμός να καθίσταται για άλλη μία φορά «για λίγους».

Αφήστε ένα σχόλιο