Φυλετικό ζήτημα / Κοινωνική αλλαγή

Δημοσιεύτηκε από economia 02/07/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ioύλιος 2020, τ. 995

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

 

Η δύναμη της διαμαρτυρίας και η κληρονομία του Τζορτζ Φλόιντ

 

 

 

 

O Τζορτζ Φλόιντ δεν ήταν διάσημος. Δολοφονήθηκε σε μια γωνιά της 46ης μεγαλύτερης πόλης των ΗΠΑ – όχι στην πρωτεύουσά τους. Όμως, με τον θάνατό του βρέθηκε να αποτελεί το θεμέλιο ενός κινήματος που παρέσυρε όλη την Αμερική. Ακόμη πιο εντυπωσιακό: υπήρξε η έμπνευση για διαμαρτυρίες σ’ όλο τον κόσμο – από τη Βραζιλία μέχρι την Ινδονησία, από τη Γαλλία μέχρι την Αυστραλία. Την κληρονομιά του αποτελεί ήδη μια σημαντική προσδοκία κοινωνικής αλλαγής. Και η κληρονομιά αυτή είναι πολύτιμη, δεν θα πρέπει να σπαταληθεί.

 

Η έμφαση ανήκει στην Αμερική – και αυτό είναι το σωστό. Οι διαδηλώσεις στη χώρα αυτή μπορεί να είναι οι πλέον διαδεδομένες στην ιστορία της – από τις μεγαλουπόλεις μέχρι μικρές κοινωνίες μακριά από τις ακτές. Μετά από μια έκρηξη οργής που ακολούθησε τον θάνατο του Φλόιντ, οι διαδηλώσεις υπήρξαν κυρίως ειρηνικές. Προσήλθαν σ’ αυτές κανονικοί Αμερικανοί, κάθε φυλής. Αυτό έβαλε στη γωνία όσους –όπως ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ– νόμισαν ότι θα μπορούσαν να στήσουν μιαν εκλογική στρατηγική με βάση την απειλή της αναρχίας. Εκείνο που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία εναντίον της αστυνομικής βίας κατά Αφροαμερικανών κατέληξε να είναι διερεύνηση του ρατσισμού σε όλες του τις πτυχές.

 

Οι διαδηλώσεις που προέκυψαν πέρα από την Αμερική είναι πιο δυσπροσδιόριστες. Στο Μεξικό και τη Νότια Αφρική, ο στόχος είναι η αστυνομική βία. Στη Βραζιλία, όπου τα 2/3 των 6.220 ανθρώπων που σκότωσε το 2018 η αστυνομία ήταν μαύροι, η φυλετική διάσταση είναι παρούσα. Στην Αυστραλία, η συζήτηση είναι για τη μεταχείριση των Αβοριγίνων. Ορισμένοι Ευρωπαίοι πάλι, που συνήθως καταδικάζουν την Αμερική για τα θέματα φυλετικών διακρίσεων, συνειδητοποιούν ότι και αυτοί έχουν πρόβλημα στη δική τους την αυλή. Η Άνγκελα Μέρκελ ζήτησε από τους Γερμανούς να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία ώστε «να σκουπίσουν μπροστά από τη δική τους πόρτα». Πολλές χώρες αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα γύρω από τα αγάλματά τους (βλέπε στη συνέχεια).

 

Δεν είναι εύκολο να γίνει σαφές γιατί η σπίθα εκδηλώθηκε σήμερα και όχι νωρίτερα. […] Ίσως τα πανταχού παρόντα πλέον μέσα κοινωνικής δικτύωσης να σημαίνουν ότι πολύς κόσμος βρέθηκε αυτή τη φορά αντιμέτωπος με στοιχεία που έβλεπαν τα μάτια του. Ρόλο ασφαλώς έπαιξε και η πανδημία, καθώς οι άνθρωποι βρέθηκαν κλεισμένοι, αλλά και επειδή οι φυλετικές μειονότητες υπέστησαν περισσότερο και την προσβολή από τον ιό, και την οικονομική και κοινωνική πίεση.

 

Όμως, η κλίμακα των διαμαρτυριών είχε κάποια σχέση και με την προεδρία Τραμπ. Την προηγούμενη φορά που υπήρξε (το 2014) αντίστοιχη περίπτωση, του Έρικ Γκάρνερ, που δολοφονήθηκε από την αστυνομία στο Στάτεν Άιλαντ, οι ΗΠΑ διέθεταν πρόεδρο που μπορούσε να συσφίξει τις τάξεις του λαού σε στιγμές φυλετικής έντασης, ενώ το τότε Υπουργείο Δικαιοσύνης συγκρατούσε τις δύστροπες αστυνομικές δυνάμεις. Σήμερα, είχαν στις ΗΠΑ έναν άνθρωπο που θέλει να σπέρνει διχασμό.

 

Το πιο θεμελιώδες όμως είναι –ευτυχώς– ότι οι διαμαρτυρίες καταδεικνύουν εντεινόμενη απόρριψη του ίδιου του ρατσισμού. Το ποσοστό των Αμερικανών που θεωρούν τις φυλετικές διακρίσεις στη χώρα τους μεγάλο πρόβλημα αυξήθηκε από 51% τον Ιανουάριο σε 76% σήμερα. Δημοσκόπηση στη Βρετανία δείχνει ότι το 52% των Βρετανών θεωρούν την κοινωνία τους αρκετά έως πολύ ρατσιστική – και εκεί, σε άνοδο. Το 2018 ένα 77% των Γάλλων θεωρούσε ότι η Γαλλία χρειάζεται να πολεμήσει τον ρατσισμό, έναντι 59% του 2002.

 

 

 

 

Η Αμερική είναι μια ιδέα

 

Η Αμερική δεν είναι μόνο μια χώρα, είναι και μια ιδέα. Όταν τα δύο προκύπτουν ασύμβατα, τότε οι εκτός Αμερικής το παρατηρούν περισσότερο απ’ ό,τι άμα μια αδικία επισυμβαίνει, ας πούμε, στη Ρωσία ή στο Μεξικό. Και στην ίδια την ιδέα της Αμερικής συμπεριλαμβάνεται η αντίληψη ότι η πρόοδος είναι κάτι το εφικτό.

 

Αυτό ήδη συντελείται – με τρεις τρόπους. Ο πρώτος αφορά την αστυνόμευση, όπου ορισμένες Πολιτείες και πόλεις έχουν πλέον απαγορεύσει τις λαβές πνιγμού στις συλλήψεις, ενώ πολιτικοί των Δημοκρατικών ήδη δείχνουν έτοιμοι να αναλάβουν τα αστυνομικά συνδικάτα. Μπορεί η έκκληση για defunding/μείωση της χρηματοδότησης της Αστυνομίας να κινδυνεύει να φέρει αντίθετο αποτέλεσμα, όμως η κίνηση για μετάθεση μέρους του προϋπολογισμού της σε κλάδους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (στέγαση, ψυχική υγεία) μπορεί να έχει νόημα. […]

 

Υπάρχει επίσης αναγνώριση ότι η περιχαράκωση των Αφροαμερικανών σε φυλετικά μονολιθικές γειτονιές όπου είχε επιτραπεί στους προγόνους τους να εγκατασταθούν –σε ασφαλή απόσταση από τους λευκούς– […] εξηγεί γιατί συνεχίζεται η ανισότητα στην εκπαίδευση, την υγεία και την αστυνόμευση. Η κυβέρνηση πρέπει να αναλάβει εδώ τον ρόλο της στο να περιορίσει τις ανισότητες.

 

Αλλά και οι επιχειρήσεις αφυπνίζονται στο ότι, και αυτές, έχουν έναν ρόλο να παίξουν – και τούτο όχι μόνο στις ΗΠΑ. Στη δουλειά είναι που οι άνθρωποι έρχονται σε περισσότερο στενή επικοινωνία. […] Ένα πρώτο βήμα θα ήταν να παρακολουθείται στενά η φυλετική ποικιλία σε όλα τα επίπεδα προσλήψεων και προαγωγών – όπως π.χ. κάνει η Goldman Sachs ή η Intel, που δύσκολα θα θεωρηθούν συναισθηματικές εταιρείες.

 

 

 

 

 

Τα αγάλματα πρέπει να μείνουν ή να φύγουν;

 

Τα αγάλματα γίνονται σημεία ανάφλεξης στις φάσεις κοινωνικής αλλαγής, και τούτο επειδή τιμούν τις αξίες και αντανακλούν τις ιεραρχήσεις της εποχής κατά την οποία ανεγέρθηκαν. Εκείνο που τιμά μια εποχή και που δέχονται ορισμένοι το απορρίπτουν άλλοι τότε ή και αργότερα: έτσι προέκυψαν οι μάχες γύρω από τα αγάλματα ηρώων της Συνομοσπονδίας των Νότιων Πολιτειών των ΗΠΑ, πολλά από τα οποία ανεγέρθηκαν πολύ αργότερα από τον Εμφύλιο Πόλεμο προκειμένου να υπερασπιστούν την κυριαρχία των λευκών.

 

Όμως, τα αγάλματα αποτελούν και αποτύπωση του παρελθόντος μιας χώρας, και η επιθυμία να γίνει σεβαστή και κατανοητή αυτή η ιστορική μνήμη κινείται σε κατεύθυνση αντίθετη προς την αποξήλωσή τους. Αυτές οι αντικρουόμενες επιθυμίες κάνουν την υπόθεση ιδιαίτερα πολύπλοκη. Θα ήταν ανόητο να πεταχτούν στη θάλασσα όλα εκείνα τα μνημεία ανθρώπων από τα οποία –υφ’ οιονδήποτε τρόπο– θεωρεί η σύγχρονη ηθική ότι προσβάλλεται, ακριβώς όπως θα ήταν ανόητο και να διατηρηθεί η μπρούντζινη παρουσία κακών προσώπων μόνο και μόνο επειδή έρχονται από παλιά.

 

Οι μεγάλες προσωπικότητες θα πρέπει να έχουν τη θέση τους σε δημόσιους χώρους, ακόμη κι αν η διαδρομή τους έχει πλέον θαμπώσει. Ο κανόνας: κάποιος του οποίου τα αδύναμα σημεία είναι χαμηλότερης έντασης από την απαίτηση να θεωρείται μεγάλη προσωπικότητα θα πρέπει να μένει· κάποιος που η βασική του συνεισφορά στην ιστορία είναι απειλητική θα πρέπει να αποσύρεται.

Αφήστε ένα σχόλιο