Ωριμάνσεις και ανατροπές

Δημοσιεύτηκε από economia 03/07/2020 0 Σχόλια άρθρα,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούνιος 2020, τ. 996

ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

 

 

 

 

 

 

 

Από την περιπέτεια του Ταμείου Ανάκαμψης και τον θρυλούμενο ανασχηματισμό μέχρι τα ελληνοτουρκικά – και βλέπουμε

 

 

 

 

Ένας παράξενος συνδυασμός από φαινόμενα ωρίμανσης καταστάσεων και συμπεριφορών και από ανατροπές έρχεται να οδηγήσει τους επόμενους μήνες. Και προκύπτει ο συνδυασμός αυτός σε περισσότερα από ένα μέτωπα – όλα σημαντικά.

 

Ας ξεκινήσουμε από την καινούργια Μεγάλη Λευκή Ελπίδα, στην οποία έχει αναχθεί το (υπό διαπραγμάτευση) Ταμείο Ανάκαμψης, που χαιρετίστηκε ως καθοριστική, θεσμικά πολλά υποσχόμενη κ.λπ. απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πανδημία του κορονοϊού και τη συνακόλουθη οικονομική καθίζηση, και φάνηκε προς στιγμήν να προσθέτει αμφισβήτηση στην πορεία μιας ΕΕ με ήδη αδυνατισμένη συνοχή μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, τα Μνημόνια κ.ο.κ. Εδώ, οι «πολιτικοί ενθουσιασμοί» στις προσδοκίες για άμεση επιψήφιση αυτού που ξεκίνησε ως Σχέδιο Μέρκελ-Μακρόν άρχισαν μετά τη Σύνοδο Κορυφής της 18ης/19ης Ιουνίου να προσγειώνονται. Δηλαδή; Δηλαδή και ο χρονικός ορίζοντας των διαπραγματεύσεων φεύγει προς το μέλλον (ήδη οι προσδοκίες καταρχήν συμφωνίας φορτώνονται στην Κορυφή 10/11 Ιουλίου, κυρίως όμως οι πρόσθετες διευθετήσεις εφαρμοστικών ρυθμίσεων –από τις οποίες θα εξαρτηθεί η πολυπόθητη ροή των χρημάτων– θα έχουν την παραδοσιακή αργόσυρτη πορεία των Βρυξελλιανών). Κυρίως όμως η ίδια η Γερμανία, που οδηγεί τη διαδικασία, επισημαίνει τη διασύνδεση αυτής της πρωτοβουλίας και με τους μακροπρόθεσμους δημοσιονομικούς σχεδιασμούς, αλλά και με το ακόμη σημαντικότερο ζήτημα των αυριανών ίδιων πόρων της ΕΕ (και πίσω από τους ίδιους πόρους βρίσκονται ουσιαστικές πολιτικές: φορολόγηση ρυπαντικών προϊόντων/πλαστικών, εκπομπών άνθρακα, πολυεθνικών της ψηφιακής πρωτοπορίας).

 

Δύο παράλληλες ωριμάνσεις συντελούνται εδώ: η πρώτη είναι ότι συνειδητοποιείται πως η Μεγάλη Λευκή Ελπίδα δεν θα μεταφρασθεί αυτόματα σε μια σωτήρια ροή πόρων, όπως εν πολλοίς μεταδόθηκε προς την κοινή γνώμη, αλλά θα περάσει από μύρια διαδικαστικά κύματα με προϋποθέσεις και δεσμεύσεις· η δεύτερη, ότι εκείνο που ενδιαφέρει τον ευρωπαϊκό πυρήνα δεν είναι μόνο η στήριξη των οικονομιών μετά το σοκ της πανδημίας, είναι εξίσου (αν μη περισσότερο: το μέλλον θα δείξει) η απόπειρα προώθησης της ομοσπονδιακής λογικής στην ΕΕ.

 

 

 

Οι όροι και τα οργανωτικά προαπαιτούμενα για την πρόσβαση στο Ταμείο Ανάκαμψης

 

Εδώ ακριβώς, λόγω της επικοινωνιακής χρήσης όλης αυτής της συζήτησης περί Ταμείου Ανάκαμψης, προκύπτει και πρώτη ανατροπή με μια δεύτερη να ακολουθεί σε κοντινή απόσταση. Βαθμιαία γίνεται σαφές ότι η υπόσχεση για μη αιρεσιμότητα, για μη επιβολή conditionality «τύπου Μνημονίων» σ’ αυτές τις χρηματοδοτήσεις ισχύει μεν, πλην όμως συνοδεύεται από εκτεταμένη αναφορά/απαίτηση για μεταρρυθμίσεις που θα πρέπει να συνοδεύουν πειστικά (στο πλαίσιο των διαδικασιών του ευρωπαϊκού εξαμήνου), ή και να ενσωματώνονται οργανικά στις δράσεις που θα επιδιωχθεί να χρηματοδοτηθούν. Η ελληνική τάση, της δημόσιας συζήτησης αλλά και του ίδιου του πολιτικού συστήματος, να προσεγγίζει παρόμοιες ευκαιρίες –από τα ΜΟΠ και το Πακέτο Ντελόρ μέχρι το Σχέδιο Γιουνκέρ και τώρα το Ταμείο Ανάκαμψης– με μια λογική του τύπου «πότε θα έλθουν τα λεφτά;» δημιουργεί εδώ μιαν αυτοπαγίδευση. Η δεύτερη, η εσωτερική ανατροπή: ενώ όλη η συζήτηση για την προετοιμασία Εθνικού Σχεδίου με βάση το οποίο θα γινόταν η έγκριση συμμετοχής της Ελλάδας στο Ταμείο Ανάκαμψης είχε φορτωθεί στην Επιτροπή Πισσαρίδη, τώρα έρχονται στην επιφάνεια διεργασίες οργάνωσης της ίδιας της κυβέρνησης προκειμένου να μπορέσει να υποδεχθεί/φιλοξενήσει τις δράσεις και τους πόρους του Ταμείου.

 

Αυτό ήδη φέρνει τη συζήτηση σε ένα άλλο πεδίο, όπου ωριμάνσεις βρίσκονται δίπλα-δίπλα σε ανατροπές: αναφερόμαστε στη συζήτηση για ανασχηματισμό, που δεν θα αποτελεί (λέει) κάτι σαν ριζική αναδόμηση αλλά διορθωτικές κινήσεις. Όχι όμως με τη λογική που απασχολεί την πολιτική δημοσιογραφία ή/και την παραπολιτική ενασχόληση, αλλά με βάση ουσιαστικές –ουσιαστικότατες!– ανάγκες που έχουν ανακύψει.

 

Ήδη είδαμε μία: η προσγειωμένη και όχι σε λογική θεωρητικής περιγραφής διαρθρωτικών προϋποθέσεων, ίσως σε πολύ υψηλό επίπεδο: Πισσαρίδης, Βέττας, Μεγήρ, Βαγιανός, Κρητικός, Τσακλόγλου, Αργυρού (δεν είναι μια απλή απαρίθμηση ονομάτων), προετοιμασία δομών για (α) διαπραγμάτευση, βήμα-βήμα, της ελληνικής συμμετοχής και (β) υποδοχή και ενσωμάτωση των πόρων στις εγχώριες αληθινές ανάγκες. Χωρίς να πνιγούν από τις διαδικασίες. [Βέβαια, ήδη ακούγεται το άλλο άσμα των Σειρήνων, ότι δηλαδή εκείνο που θα επιδιωχθεί θα είναι τώρα-τώρα, στην Κορυφή του Ιουλίου ή έστω άμεσα στην επάνοδο του Σεπτεμβρίου, να υπάρξει ένα σύστημα που θα προνοεί για ζουμερές προκαταβολές – και βλέπουμε!]

 

 

 

 

Ανασχηματισμολογικά

 

Πάντως, αν ξεφύγει κανείς από τις με οσμή παραπολιτικών αναφορές στα περί ανασχηματισμού και σταθεί σε τομείς αιχμής (και προβλημάτων) της τωρινής πολιτικής, βρίσκεται αντιμέτωπος –τουλάχιστον– με τους εξής:

 

•    Την προετοιμασία της διαπραγμάτευσης και αξιοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης την είδαμε ήδη. Άμα η υπόθεση αυτή κολλήσει, πάλι θα χρειαστεί διαχείριση…

•    Στον σταθερά επανερχόμενο τομέα του Ασφαλιστικού, που διασυνδέεται άμεσα με τα εργασιακά και την εκεί επίπτωση της κρίσης (στήσιμο και διαχείριση του Προγράμματος «Συν-Εργασία», συνέχιση των επιδομάτων αναπλήρωσης εισοδήματος στη σκιά της άσχημης υπόθεσης των vouchers), έρχεται στο άμεσο μέλλον και η πολυαναμενόμενη απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας για αναδρομικά, με τα οποία το πολιτικό/μιντιακό παιχνίδι έχει δημιουργήσει βουνό προσδοκιών. Αν προκύψει ποντικάκι;

•    Στον όσο ποτέ καίριο τομέα του τουρισμού, όπου ο ενθουσιασμός για προοπτική ιδιαίτερης επιτυχίας της Ελλάδας (λόγω υγειονομικής επιτυχίας κ.λπ.) άρχισε να υποχωρεί κάτω από την πραγματικότητα, που δεν παίρνει μπρος και τόσο γρήγορα, και με την ξενοδοχία να διστάζει, γίνεται (;) επίσης αντιληπτό ότι μάλλον θα χρειαστεί στιβαρότερη διαχείριση.

•    Βέβαια, ακόμη μεγαλύτερη είναι η σημασία του άλλου «καυτού» τομέα της εποχής (των εξωτερικών σχέσεων, δηλαδή βασικότατα των ελληνοτουρκικών), όπου όμως οι επιλογές σε φόντο ανασχηματισμού (μιλούμε για το δίδυμο ΥΠΕΞ/Υπουργείου Αμύνης, καθώς το δεύτερο στην πραγματικότητα λειτουργεί ως δεύτερο ΥΠΕΞ) έχουν πολύ κεντρικότερο χαρακτήρα. Εκεί μπορεί να κριθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη σε μια στιγμιαία –κυριολεκτικά– ανάφλεξη. Εκεί όμως κρίνονται και τα εσωκομματικά περιθώρια κινήσεων του ίδιου του πρωθυπουργού. Του οποίου «προνομία αποτελεί ο ανασχηματισμός» κ.λπ., όμως στην πράξη οι βαθμοί ελευθερίας του είναι πιο μαζεμένοι.

 

 

 

 

Ανατροπές στα ελληνοτουρκικά;

 

Χωρίς όμως να προχωρήσουμε στο ναρκοπέδιο των ονομάτων υπουργίσιμων (και των αντίστοιχων μεγάλων επιλογών αυριανής «γραμμής»), ας έχουμε καταγεγραμμένο/κρατούμενο από τις αμέσως προηγούμενες εβδομάδες. Η συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με την Ιταλία έφερε στην επιφάνεια μια πολύτιμη ωρίμανση: προκειμένου να γίνει εφικτή, έκανε τη δική μας πλευρά να αποδεχθεί, στη χάραξη με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας (στο οποίο πάντα ορκιζόμαστε), παρέκκλιση με μειωμένη επήρεια των μικρότερων νησιών – των Διαπόντιων Νήσων βόρεια της Κέρκυρας, των Στροφάδων κάτω στην Ζάκυνθο. Σε μια δημόσια συζήτηση όπου πάντα η έννοια του συμβιβασμού –ακόμη και με την πραγματικότητα…– αποτελεί πολιτικό δηλητήριο, καθώς ελλοχεύει το φάσμα της μειοδοσίας κ.λπ., μπορεί να χρειάστηκε η επίκληση της σκιάς Κωνσταντίνου Καραμανλή: η χάραξη ΑΟΖ του 2020 ακολούθησε τη χάραξη υφαλοκρηπίδας το 1977 (βέβαια, τότε, δεν υπήρχε η Σύμβαση UNCLOS για το Δίκαιο της Θάλασσας, αλλά ας μην περιπλέκουμε).

 

Πάντως, ήδη η αποδοχή μειωμένης επήρειας των μικρονησιών χρησιμεύει αύριο για πιο προσγειωμένη χάραξη ΑΟΖ και με Λιβύη (όχι απλό) και κυρίως με Αίγυπτο. Που ελπίζεται/προσδοκάται να λειτουργήσει ως μοχλός στα ελληνοτουρκικά υπό την έννοια μιας αντιμετώπισης (όχι φραστικής: σ’ αυτήν διαπρέπουμε μιλώντας για συμφωνία παράνομη, null and void κ.λπ.), αλλά πραγματικής των επίφοβων διαφορών μας.

 

Όπου ενώ επί εβδομάδες ανέβαιναν κάθετα οι τόνοι, μας προέκυψε και ένας Μεβλούτ Τσαβούσογλου να δηλώνει ενδιαφέρον για ελληνοτουρκικό διάλογο – ό,τι κι αν αυτή η ανατροπή μπορεί να σημαίνει.

Αφήστε ένα σχόλιο