Ένα παραθυράκι 2 τρισ. ευρώ

Δημοσιεύτηκε από economia 08/07/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ioύλιος 2020, τ. 996

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

 

Οι διασώσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν επικίνδυνες παρενέργειες: απειλούν την ενιαία αγορά

 

 

 

 

Ένα-δυο δισεκατομμύρια εδώ, μια πελώρια επιταγή από κυβέρνηση εκεί: τα κεφάλαια που διανέμονται από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προκειμένου να στηριχτούν επιχειρήσεις αρχίζουν να βαραίνουν. Γύρω στα 2 τρισεκατομμύρια έχουν διατεθεί προκειμένου να μην βουλιάξουν συγκεκριμένες εταιρείες. Αρχικά στοχεύονταν φούρνοι, βιβλιοπωλεία και άλλα σχετικά. Βαθμιαία, όμως, ήρθε η ώρα των βιομηχανικών μεγαθηρίων.

 

Τέλη Μαΐου η Γαλλία ανήγγειλε πακέτο βοήθειας 8 δισ. ευρώ για στήριξη των αυτοκινητοβιομηχανιών της, συμπεριλαμβανομένου μεγάλου δανείου προς τη Renault. Η Lufthansa βρέθηκε να διαπραγματεύεται διάσωση από τη Γερμανία ύψους 9 δισ. ευρώ, με ενδεχόμενη συμμετοχή του Δημοσίου κατά 20% στο κεφάλαιό της. Τώρα, λοιπόν, που άνοιξαν οι κρουνοί, μπορεί να περιμένει κανείς περισσότερα πακέτα διάσωσης για μεγάλους παίκτες.

 

Υπό συνθήκες ομαλότητας, αυτού του είδους οι κρατικές ενισχύσεις είναι σχεδόν πλήρως απαγορευμένες από την Ευρωπαϊκή Ένωση – και τούτο προκειμένου να υπάρξουν ίσοι όροι ανταγωνισμού ανά την Ευρώπη. Η ιδέα είναι να εξασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις θα ανθούν με βάση τις ικανότητές τους, όχι με βάση την εύνοια των κυβερνήσεων. Ο περιορισμός των κρατικών ενισχύσεων ενοχλεί τους –πολυάριθμους– πολιτικούς που έχουν παρεμβατικά αντανακλαστικά, έχει όμως μεγάλη σημασία προκειμένου να μην κουβαλάνε οι φορολογούμενοι, οι καταναλωτές και οι ανταγωνιστές το βάρος μιας στρεβλωμένης αγοράς.

 

Οι κανόνες αυτοί μπήκαν σιωπηρά στο ράφι τώρα που η Ευρώπη είχε να αναμετρηθεί με την Covid-19. Μια παροδική διευκόλυνση προς τις κυβερνήσεις ήταν βέβαια κάτι αναπόφευκτο, τη στιγμή που τα υπουργεία Οικονομικών παλεύουν προκειμένου να απομακρύνουν το φάσμα ύφεσης. Όμως, ήδη διαφαίνονται μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι. Ακόμη και πριν από την κρίση, Γαλλία και Γερμανία αντιμάχονταν με ευρωπαϊκές αποφάσεις που θεωρούν ότι τις απέτρεπαν από το να δημιουργήσουν «εθνικούς πρωταθλητές», οι οποίοι θα μπορούσαν να αντιπαρατεθούν με τους ανταγωνιστές από Κίνα και ΗΠΑ. Τώρα, μπορεί να αδράξουν την ευκαιρία ώστε να αποδυναμώσουν οριστικά τους κανόνες ανταγωνισμού.

 

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τη ζημιά που θα μπορούσε να προξενήσει η ανεξέλεγκτη ροή χρημάτων. Η Γερμανία αντιπροσωπεύει το ¼ του ΑΕΠ της ΕΕ, αλλά σχεδόν το ½ των κρατικών ενισχύσεων που παρέχονται – και τούτο επειδή τα θετικά της δημόσια οικονομικά επιτρέπουν γενναιοδωρία. Αν είσαστε ιταλική ή ισπανική εταιρεία (δηλαδή από χώρες όπου η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική επιτρέπει λιγότερες ενισχύσεις), τόσο το χειρότερο για σας. Οι πολιτικοί κατά κανόνα ευνοούν ορισμένες εταιρείες – για παράδειγμα, μεγάλους αερομεταφορείς που φέρουν τα χρώματα της χώρας παρά εταιρείες χαμηλού κόστους. Οι ενισχύσεις, άλλωστε, κουβαλάνε και εθνικιστικές δεσμεύσεις. Η Renault και οι άλλες γαλλικές αυτοκινητοβιομηχανίες υπόσχονται ότι θα διατηρήσουν την παραγωγή, αλλά και την έρευνά τους, στη Γαλλία. Οσάκις το Δημόσιο γίνεται μέτοχος ή δανειστής, οι επικεφαλής των εταιρειών γνωρίζουν ότι οι προοπτικές τους εξαρτώνται εν μέρει από την προθυμία τους να γίνονται αρεστοί στα πολιτικά τους αφεντικά.

 

Πώς μπορεί να εξασφαλιστεί ότι το αναγκαίο κακό των ενισχύσεων διάσωσης δεν θα οδηγήσει την ενιαία εσωτερική αγορά της ΕΕ σε αναπηρία; Οι ενισχύσεις αυτές θα πρέπει να γίνονται ανεκτές μόνο σε περίπτωση που όλες οι άλλες εναλλακτικές θα έχουν εξαντληθεί. Στις ΗΠΑ, ακόμη και οι εταιρείες κρουαζιέρας –και δύσκολα θα φανταζόταν κανείς περισσότερο αμφιλεγόμενο επιχειρηματικό κλάδο!– κατόρθωσαν να εκδώσουν μόνες τους ομόλογα και να βρουν νέους μετόχους. Η Ευρώπη έχει βέβαια ρηχότερες κεφαλαιαγορές, όμως διαθέτει πολλούς επενδυτές με μεγάλη δυνατότητα να δαπανήσουν χρήμα.

 

Οι κίνδυνοι από την άνιση μεταχείριση θα υποχωρήσουν, εφόσον τα κονδύλια διάσωσης κατανεμηθούν δίκαια ανά την ΕΕ. Η παρουσίαση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδίου ύψους 750 δισ. ευρώ για την προσφορά επιχορηγήσεων/grants και δανείων, κυρίως από τις πλουσιότερες χώρες προς τις φτωχές, αφήνει ακόμη πολύ έδαφος για αντιπαράθεση – όμως, πρόκειται για μια πρόταση που κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

 

Το κυριότερο όμως είναι άλλο: χρειάζεται προσεκτική επιτήρηση όλων των σχημάτων διάσωσης. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις δεν θα χρησιμοποιούν δημόσιους πόρους προκειμένου να καλύπτουν μεγάλες ζημίες, ή για να χρηματοδοτήσουν σχέδια επέκτασης, από τη στιγμή που οι οικονομίες θα ξανανοίξουν. Οι κυβερνήσεις μπορεί να χρειαστεί να αναλάβουν συμμετοχές σε ενισχυόμενες επιχειρήσεις προκειμένου να εγγυηθούν τα οικονομικά συμφέροντα των φορολογουμένων. Θα πρέπει όμως να τηρηθούν αυστηρά οι κανόνες που ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να αποπληρώσουν τα δάνεια ή να εξαγοράσουν τις συμμετοχές του Δημοσίου σε σύντομο χρονικό διάστημα, και τούτο με την απαγόρευση να καταβάλλουν μερίσματα ή να πληρώνουν πριμ στα στελέχη τους.

 

Προγράμματα διάσωσης εφαρμόζονται παντού. Στην Ευρώπη, όμως, η πρακτική αυτή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, καθώς μπορεί να υπονομεύσει την οικονομική ενοποίηση και να τροφοδοτήσει την ακόρεστη όρεξη των πολιτικών για ανάμειξη στα επιχειρηματικά ζητήματα. Η δημιουργία μιας πελώριας, ανοιχτής και ανταγωνιστικής αγοράς υπήρξε ένα από τα μείζονα επιτεύγματα της Ευρώπης. Δεν θα ‘πρεπε να υπονομευτεί από τη σπουδή για ενίσχυση των επιχειρήσεων.

 

 

 

Το 2020 δεν είναι 2008

 

Βετεράνοι των Βρυξελλών εξηγούν ότι η Επιτροπή δεν έχει πολλές δυνατότητες να μην αφήσει ελεύθερα τα χέρια των κρατών-μελών στα χρόνια της κρίσης. «Οι κυβερνήσεις απλώς θα αγνοήσουν τους κανόνες της ΕΕ, αν αυτοί δεν σταθούν αρκετά εύκαμπτοι – και αυτό είναι που θέλει να αποφύγει η Επιτροπή», εξηγεί ένας νομικός. Άμα όλοι προσέλθουν στο σύστημα ταχείας έγκρισης των ενισχύσεων όπως διαμορφώθηκε, τότε οι κανόνες αυτοί θα μπορέσουν να αυστηροποιηθούν πάλι, για παράδειγμα με την απαίτηση σταδιακής απόσυρσης της ενίσχυσης που θα έχει δοθεί σε επιχειρήσεις.

 

Η επόμενη μέρα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 δίνει στους υποστηρικτές του ευρωπαϊκού καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων τη βεβαιότητα ότι μια τέτοια αυστηροποίηση μπορεί να επιβληθεί. Όμως, αυτή τη φορά η κατάσταση είναι διαφορετική. Πριν από μία δεκαετία, η Ευρώπη βρισκόταν σε ανοδική τροχιά καθώς υλοποιούσε τη νέα της θεμελιωτική συνθήκη. Τότε, οι ενισχύσεις είχαν κατευθυνθεί κυρίως σε αντιδημοφιλείς τράπεζες, οι οποίες φαίνονταν να έχουν «παίξει» με το σύστημα: συνεπώς, η υποχώρηση των ενισχύσεων ήταν πολιτικά εύκολη υπόθεση. Επιπλέον, δεν είχαν ακόμη φανεί οι δημοσιονομικές αδυναμίες της κρίσης της Ευρωζώνης.

 

Το 2020, αντιθέτως, οι ενισχύσεις φαίνονται αναγκαίες, ενώ οι επιχειρήσεις δεν βαρύνονται με ευθύνες. Η κρίση έχει ενισχύσει εκείνες τις φωνές που ζητούν να επαναπατριστούν στην Ευρώπη οι προμηθευτικές αλυσίδες – πράγμα που θα ήταν απλούστερο άμα τα κράτη πληρώνουν για περισσότερες ενισχύσεις. Η Βρετανία, που ανέκαθεν τασσόταν υπέρ του σοβαρού περιορισμού των κρατικών ενισχύσεων, έχει πλέον φύγει από τη λέσχη. Η Νότια Ευρώπη συχνά πλήττεται από την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, οπότε δεν θα έβλεπε με άσχημο μάτι την άμβλυνσή τους. Ιρλανδία και Ολλανδία υπέστησαν κυρώσεις λόγω της παροχής φορολογικών διευκολύνσεων σε πολυεθνικές (μορφή απαγορευμένης ενίσχυσης). Η Πολωνία και η Ιταλία συμπαθούν τα γαλλογερμανικά σχέδια για δημιουργία «εθνικών πρωταθλητών».

Αφήστε ένα σχόλιο