Καλύτερη προσέγγιση

Δημοσιεύτηκε από economia 15/07/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ioύλιος 2020, τ. 996

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

 

Η τόνωση των οικονομιών είναι λιγότερο διστακτική απ’ ό,τι σε προηγούμενες κρίσεις – αλλά υστερεί σε σχέση με τις ΗΠΑ

 

 

 

Όσοι προσπαθούν να διορθώσουν τις κακές τους συνήθειες θα ‘πρεπε να χρησιμοποιήσουν ως έμπνευση την Ευρωζώνη. Όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση δημοσίου χρέους, δεν έκανε αρκετά προκειμένου να στηρίξει την ανάπτυξη. Υπήρξαν φορές που η νομισματική και δημοσιονομική πολιτική έσφιξε ακριβώς τη στιγμή που όφειλε να χαλαρώσει. Αντιθέτως, τώρα η ανταπόκρισή της στην πανδημία της Covid-19 υπήρξε λιγότερο αδέξια. Η συνήθως σφιχτή γερμανική κυβέρνηση, ήδη στις αρχές Ιουνίου, ανήγγειλε πακέτο στήριξης τουλάχιστον 130 δισ. ευρώ. Η ΕΚΤ ανήγγειλε πρόσθετες αγορές ομολόγων ύψους 600 δισ. Στη δε Κορυφή της 18ης/19ης Ιουνίου οι ηγέτες της ΕΕ συζήτησαν σοβαρά τη δημιουργία «Ταμείου Ανάκαμψης» 750 δισ. ευρώ – ιδέα που είχε προταθεί μόλις τον Απρίλιο.

 

To ερώτημα που τίθεται, τώρα, είναι κατά πόσο με την άσκηση οικονομικής πολιτικής γίνεται να βρεθεί διέξοδος σε μια βαρύτατη αδυναμία: οι χώρες εκείνες που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη οικονομική ζημιά είναι ακριβώς όσες διαθέτουν τον μικρότερο δημοσιονομικό χώρο. Η πανδημία στη Γερμανία υπήρξε λιγότερο οξεία, τα δικά της lockdown ηπιότερα. Το νέο της Πρόγραμμα οδηγεί σε δημοσιονομική τόνωση με σχεδόν 9% του ΑΕΠ (δηλαδή μεγαλύτερη από των ΗΠΑ) σύμφωνα με τους οικονομολόγους της UBS (βλ. Διάγραμμα). Όμως η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία, οι οποίες αντιμετώπισαν βαρύτερο πλήγμα της πανδημίας και επέβαλαν αυστηρότερα lockdown, επιπλέον δε κινδυνεύουν να χάσουν πολύτιμα τουριστικά έσοδα μέσα στο καλοκαίρι, παρουσιάζουν υψηλότερους λόγους δημοσίου χρέους/ΑΕΠ. Σ’ αυτές όμως, τα μέτρα στήριξης ήταν λιγότερο γενναιόδωρα.

 

Τα καλά νέα είναι ότι οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής της ΕΕ προσπαθούν να διορθώσουν αυτή την ανισορροπία. Χάρη στην προσφάτως εκδηλωθείσα γενναιοδωρία της Γερμανίας, το σχεδιαζόμενο Ταμείο Ανάκαμψης θα μπορέσει να κατευθύνει πόρους στις χώρες που έχουν ανάγκη – δηλαδή όχι με βάση τα ποσοστά συνεισφοράς τους. Κατά την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ιταλία θα λάβει επιχορηγήσεις ύψους περίπου 5% του ΑΕΠ της, καθώς και δάνεια ίσα προς ένα πρόσθετο 5%. Γερμανία και Ολλανδία θα λάβουν μόλις 1% του ΑΕΠ. Τα κακά νέα τώρα: χώρες όπως η Ολλανδία και η Σουηδία δεν έχουν συμφωνήσει ακόμη. Πέραν τούτου, τα κεφάλαια θα αρχίσουν να δίνονται μόλις το 2021 – θα καλύπτουν δε έναν σημαντικό αριθμό ετών.

 

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η ΕΚΤ θα χρειαστεί να επωμισθεί το μεγαλύτερο βάρος για φέτος […]. Περί το 22% των αγορών ομολόγων υπό το Πρόγραμμα για την πανδημία και το προϋφιστάμενο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης πραγματοποιήθηκαν (Απρίλιος-Μάιος) με βάση ιταλικά ομόλογα, και τούτο ενώ στην κλείδα κατανομής η Ιταλία είχε μόνο 17%. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ θα βρεθεί να καλύπτει –εμμέσως– το σύνολο του ιταλικού ελλείμματος για το 2020.

 

Μολαταύτα, και πάλι η Ευρωζώνη πιθανόν να βρίσκεται με χαμηλότερα επίπεδα τόνωσης απ’ όσα θα χρειάζονταν για το 2020. Μολονότι δείχνει να αναμένει βαρύτερο οικονομικό πλήγμα απ’ ό,τι οι ΗΠΑ, η συνολική της δημοσιονομική προσπάθεια θα είναι μικρότερη. Λίγοι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι η σημερινή στήριξη θα επαναφέρει τον πληθωρισμό, ο οποίος πεισματικά παρέμενε κάτω από τον στόχο της ΕΚΤ ακόμη και πριν από την έλευση της Covid-19. Ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να αναμένονται πρόσθετες αγορές ομολόγων. Το δε Ταμείο Ανάκαμψης μπορεί να δημιουργήσει προηγούμενο, ώστε ένα κοινό δημοσιονομικό εργαλείο να είναι πλέον διαθέσιμο για άλλες περιπτώσεις ανάγκης. Οι καλές συνήθειες, άμα αποκτηθούν, τείνουν να διαρκούν.

Αφήστε ένα σχόλιο