Επιτροπή Πισσαρίδη: Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι

Δημοσιεύτηκε από economia 20/07/2020 0 Σχόλια άρθρα,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ioύλιος 2020, τ. 996

ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Κεφαλά

 

 

 

 

 

 

Ως αρχή θα μπορούσε να θεωρηθεί το βιβλίο του Ανδρέα Παπανδρέου Στρατηγική Οικονομικής Αναπτύξεως της Ελλάδος, που εκδόθηκε από το ΚΕΠΕ το 1962. Από τότε και για μια περίοδο περίπου 30 ετών η παραγωγή παρόμοιων προγραμμάτων γνώρισε δόξες. Μετά τα δύο πρώτα πενταετή της δεκαετίας του 1960, η Χούντα ετοίμασε 10ετές πρόγραμμα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Στη μεταπολίτευση το Υπουργείο Οικονομικών ανέλαβε πρωτεύοντα ρόλο. Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ ανταγωνίστηκαν επάξια στην παραγωγή εντυπωσιακών συγγραμμάτων. Το κύμα των στοχοθετήσεων, προβλέψεων και επισημάνσεων κάπως κόπασε στη δεκαετία του 1990 – πιθανώς σε αντανάκλαση της τάσης να περιοριστεί ο κρατικός παρεμβατισμός. Προς το τέλος του αιώνα, η έμφαση δόθηκε στην ίδρυση επιτροπών για τη μελέτη μεγάλων θεμάτων και την υπόδειξη λύσεων – π.χ. Σπράος-Γιαννίτσης για το ασφαλιστικό.

 

Η ιστορία παραπέμπει στο γνωστό τετράστιχο της Εστίας «Οι Έλληνες αποφασίσαντες να διαβούν τον Αίμον, συνέστησαν επιτροπήν Κόντον, Μελάν και Κρέμον». Τα 5ετή ήταν της μόδας και η χώρα μας δεν τολμούσε να μείνει πίσω. Τα συγγράμματα –και η κατάληξή τους στα ντουλάπια και υπόγεια των υπουργείων– πάγια τακτική. Η εκτέλεση του καθήκοντος τελείωνε με τις φανφάρες της επίσημης κατάθεσης του πονήματος. Από εκεί και πέρα ρόλο νεκροθάφτη αναλάμβαναν η ελληνική γραφειοκρατία και οι πελατειακές σχέσεις.

 

Η κρίση του 2010 πήγε να αλλάξει τα πράγματα, αλλά εις μάτην. Τα μνημόνια που ετοιμάζονταν και τα οποία προσυπέγραφε η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση δεν ήταν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από διετή ή τριετή προγράμματα ανάπτυξης. Η διαφορά ήταν ότι η ανάπτυξη αντιμετωπιζόταν ως προϊόν των μεταρρυθμίσεων που επέβαλλαν τα μνημόνια. Το αποτέλεσμα, όμως, δεν διέφερε από το παρελθόν: στην περίοδο 2010-2015 οι ελληνικές κυβερνήσεις –άλλοτε δικαιολογημένα και άλλοτε όχι– αγνόησαν, υπονόμευσαν, ανέτρεψαν, κατήργησαν σωρεία υπογεγραμμένων υποσχετικών. Τελικά, έλαχε στον μεγαλύτερο πολέμιο των προγραμμάτων να είναι ο πιο πιστός στην εφαρμογή τους. Ήταν θέμα θρασύτητας και πολιτικού οπορτουνισμού.

 

 

 

 

Ο ΣΕΒ και η McKinsey

 

To 2006, εν μέσω άκρατης οικονομικής ευμάρειας και υψίστης ψυχολογικής ευφορίας, στην ετήσια γενική συνέλευση του ΣΕΒ o τότε πρόεδρος Δημήτρης Δασκαλόπουλος τόλμησε να ρίξει το γάντι στην κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή και να προειδοποιήσει ότι «το μέλλον –το όχι μακρινό μέλλον– προδιαγράφει μια Ελλάδα οικονομικά περιθωριοποιημένη, πολιτικά αδύναμη, κοινωνικά άνιση». Τρία χρόνια αργότερα, και ενώ η τότε κυβέρνηση ακόμη μιλούσε για Ελλάδα θωρακισμένη απέναντι στην κρίση, ο ΣΕΒ στήριξε την πρωτοβουλία του προέδρου του για φυγή προς τα εμπρός. Με δεδομένη την έλευση της κρίσης, ο Δασκαλόπουλος επεδίωξε να αναζητήσει τις θετικές συντεταγμένες που θα περιέγραφαν την Ελλάδα της επόμενης μέρας.

 

Το έργο ανατέθηκε στη McKinsey. O στόχος ήταν να επισημανθεί η μη βιωσιμότητα του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης, να αναζητηθούν οι αναπτυξιακές ευκαιρίες που θα είχε η Ελλάδα σε βάθος δεκαετίας, να καθοριστεί στη βάση αυτή το νέο μοντέλο ανάπτυξης που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτές τις ευκαιρίες και, τέλος, να προσδιοριστούν οι προτεραιότητες και τα μέσα για την επίτευξη των στόχων.

 

Η γνωστή εταιρεία συμβούλων συνεργάστηκε με ανθρώπους του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα και παρήγαγε ένα μνημειώδες έργο. Κύριο χαρακτηριστικό του, και ειδοποιός διαφορά του σε σύγκριση με το παρελθόν, ήταν η λεπτομερής επισήμανση των δυνητικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων που είχε η χώρα, με συγκεκριμένη αναφορά στην ανάπτυξη τομέων που υπήρχαν αλλά και νέων, ο «πρακτικός» οδηγός για την εκμετάλλευσή τους (σε συνδυασμό με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις) και η αποτίμηση συγκεκριμένων ωφελειών ως προς τον ρυθμό ανάπτυξης και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Ήταν μια προσέγγιση της ανάπτυξης που ερχόταν σε αντίθεση με την κυρίως μακροοικονομική προσέγγιση προηγούμενων προγραμμάτων.

 

Το έργο παραδόθηκε τον Ιούνιο του 2012. Στην πράξη είχε την τύχη όλων των προγραμμάτων: αγνοήθηκε από το επίσημο κράτος. Το γεγονός ότι είχε καταρτιστεί από τον ιδιωτικό τομέα μάλλον έπαιξε τον ρόλο του.

 

 

 

 

 

Και η νέα προσπάθεια

 

Τούτη τη φορά το επίσημο κράτος ζητά από τον (κυρίως) ιδιωτικό τομέα συμβουλή. Ας δεχτούμε ότι τούτη τη φορά, σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, υπάρχει η πολιτική βούληση για την αλλαγή. Το ερώτημα είναι: για ποιο πράγμα; Τα προβλήματα της οικονομίας έχουν αναλυθεί μέχρι θανάτου. Λύσεις ολοκληρωμένες έχουν προταθεί ξανά και ξανά. Υπάρχει έδαφος να προχωρήσει βήματα πιο κάτω η Επιτροπή; Προσωπικά, θα υποστήριζα πως τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα μέλη της θα αναρωτιούνται.

 

Το μοντέλο ανάπτυξης της μεταπολίτευσης χαρακτηρίζεται από υψηλή καταναλωτική δαπάνη, αναλογικά χαμηλή επενδυτική, υψηλές εισαγωγές και λίγες εξαγωγές. Η ζητούμενη αλλαγή προς την εξωστρέφεια προϋποθέτει επώδυνη μεταβατική περίοδο. Όπως είπε η Βασίλισσα στην Αλίκη: «Ο κανόνας είναι μαρμελάδα χτες, μαρμελάδα αύριο, αλλά ποτέ μαρμελάδα σήμερα». Υπάρχει γι’ αυτό πολιτική βούληση;

 

Εξάλλου, με ποιους βαθμούς ελευθερίας θα κινηθεί η Επιτροπή; Οι όποιες αποφάσεις της θα πρέπει να συνδυάζονται με το πλαίσιο που θέτει η ΕΕ μέσω των ΕΣΠΑ. Αυτό ήδη αναγνωρίζεται από τους όρους εντολής που έχουν δοθεί. Τώρα, το πλαίσιο γίνεται ακόμη πιο ασφυκτικό για τα κεφάλαια (δάνεια και επιδοτήσεις) που ίσως προέλθουν από την ΕΕ για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Οι επενδυτικές κατευθύνσεις είναι ήδη καθορισμένες, όπως προδιαγεγραμμένος είναι και ο βαθμός εποπτείας ως προς την υποχρεωτική συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες.

 

Τα αξιόλογα μυαλά της Επιτροπής κινδυνεύουν έτσι να απασχοληθούν με μεθόδους για την αποτελεσματική απορρόφηση του ίσως επερχόμενου πακτωλού ευρωπαϊκών κονδυλίων. Χρήσιμο. Αλλά είναι δουλειά που από μόνοι τους μπορούν επάξια να φέρουν σε πέρας από μόνοι τους δύο κορυφαίοι και έμπειροι οικονομολόγοι, όπως π.χ. ο Πάνος Τσακλόγλου και ο Νίκος Χριστουδουλάκης.

 

Αν η Επιτροπή θέλει να αφήσει ιστορικό στίγμα, θα πρέπει να στραφεί σε δύο άλλες κατευθύνσεις. Είναι δεδομένο ότι «λεφτά δεν υπάρχουν». Χρειαζόμαστε λοιπόν τα ευρωπαϊκά κεφάλαια. Μέσα στο πλαίσιο που θέτει η ΕΕ, η Επιτροπή θα πρόσφερε έργο προσδιορίζοντας τις δευτερεύουσες επενδυτικές προτεραιότητες, καθώς και τις μεταρρυθμίσεις που θα επιτρέψουν την υλοποίησή τους.

 

Σε βάθος χρόνου, η Επιτροπή θα μπορούσε να επιδιώξει την… επανεφεύρεση του Στέφανου Μάνου. Το 1992, μέσα σε μία νύχτα, με μία απόφαση, ο Μάνος δημιούργησε έναν δυναμικό και καινοτόμο τομέα της ελληνικής οικονομίας: την κινητή τηλεφωνία. Η 4η τεχνολογική επανάσταση προσφέρει άπειρες παρόμοιες νέες δυνατότητες. Απλά –αλλά και δύσκολα–χρειάζεται η επισήμανση εκείνης της μίας απόφασης που θα αποτελέσει το κλειδί για να ανοίξουν οι πόρτες της δυναμικής ανάπτυξης και σε άλλους κλάδους – υπάρχοντες και νέους. Μπορεί η Επιτροπή να παίξει αυτό τον ρόλο;

 

Για να το κάνει, θα πρέπει να υπερβεί τον θεσμικό ρόλο που της έχει ανατεθεί, να αξιοποιήσει δουλειά που έχει ήδη γίνει (όπως, π.χ., της McKinsey) και να αναπροσαρμόσει τους στόχους της στη νέα κανονικότητα, καθώς η πανδημία έφερε απρόσμενες αλλαγές και αναπάντεχες προοπτικές.

Αφήστε ένα σχόλιο