Η μεγάλη δημοσιονομική συμφωνία της ΕΕ

Δημοσιεύτηκε από economia 24/07/2020 0 Σχόλια The Economist,

Το ευρωπαϊκό σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης του covid-19 είναι ιστορικής σημασίας- απέχει όμως από μια «στιγμή  Χάμιλτον»

 

Μετά από μαραθώνιο διαπραγματεύσεων, οι ηγέτες της ΕΕ συμφωνούν να δανειστούν και να δαπανήσουν χρήματα από κοινού σε μια άνευ προηγουμένου κλίμακα. Ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν αμφιβολίες.

Το ερώτημα για το αν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο ολοκληρώθηκε στις 5:30 π.μ. της 21ης Ιούλιου, μετά από πέντε ημέρες διαπραγματεύσεων, ήταν η μεγαλύτερη σε διάρκεια σύνοδος κορυφής στην ιστορία της ΕΕ ήταν ένα έντονα διαφιλονικούμενο θέμα όπως και όλα σχεδόν τα θέματα που τέθηκαν στη διάρκειά του. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι έσπασε το προηγούμενο ρεκόρ, το οποίο είχε μέχρι πρότινος μια συζήτηση μαμούθ για θεσμικά ζητήματα που έλαβε χώρα στην Νίκαια το 2000. Άλλοι πιστεύουν ότι ήταν βραχύτερη κατά μισή ώρα. Όπως και να έχει, η σύνοδος κορυφής, που υπέγραψε ένα πολυετές πακέτο μέτρων στήριξης ύψους 1,8 τρις ευρώ (2,1 τρις δολ) θα γραφτεί στην ιστορία.

 

Η συμφωνία που υπέγραψαν οι 27 ηγέτες των κρατών-μελών της ΕΕ, έχει δύο στοιχεία: τον τακτικό προϋπολογισμό της ΕΕ, ή πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (MFF), ύψους σχεδόν 1,1 τρις ευρώ για διάστημα επτά ετών και ένα κονδύλι ύψους 750 δις ευρώ υπό την ονομασία «ΕΕ-Επόμενη Γενεά  (NGEU)» για να βοηθήσει τις χώρες να ανακάμψουν από την ύφεση που προκάλεσε η πανδημία του covid-19.  H αντιπαράθεση για το δεύτερο σκέλος της συμφωνίας εξηγεί επαρκώς την διάρκεια της συνόδου κορυφής. Μια συζήτηση για το αν θα αντικατασταθεί η λέξη «αποφασιστικά» με την λέξη «διεξοδικά» στο κοινό ανακοινωθέν, πήρε αρκετές ώρες. Αλλά στο τέλος κάθε ηγέτης ήταν σε θέση να επιστρέψει στην χώρα του με μεγαλύτερο βαλάντιο.

 

Η Γαλλία και η Γερμανία προλείαναν το έδαφος για την συμφωνία με όσα συμφώνησαν μεταξύ τους τον Μάιο και η τελική συμβιβαστική λύση δεν απείχε πολύ από την δική τους πρόταση. Οι κυβερνήσεις των χωρών του ευρωπαϊκού νότου που επλήγησαν σοβαρά, εξασφάλισαν κονδύλια οικονομικής ανάκαμψης ύψους μερικών ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ.  Η ομάδα των μικρών χωρών που αποκαλούνται «σφιχτοχέρες» -η Ολλανδία, η Αυστρία, η Σουηδία και η Δανία- κέρδισαν μετά από κοπιώδεις προσπάθειες κάποιες παραχωρήσεις. Η Πολωνία και η Ουγγαρία κατάφεραν να μετριάσουν τις προσπάθειες που έγιναν για να συνδεθούν οι πληρωμές δημοσιονομικής στήριξής με προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής του κράτους δίκαιου.  Οι περισσότεροι ηγέτες εμφανίστηκαν στο λυκαυγές των Βρυξελλών ισχυριζόμενοι ότι πέτυχαν μια ιστορική συμφωνία, και κρίνοντας από την εντυπωσιακή άνοδο του ευρώ, οι επενδυτές συμμερίστηκαν απολύτως αυτή την άποψη.

 

Η συμφωνία κατέρριψε δύο ιστορικά ταμπού, λέει η Silvia Merler, επικεφαλής ερευνών στο φόρουμ πολιτικής Algebris Policy Forum, το τμήμα παροχής συμβουλών μιας εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού.  Καταρχάς οι Ευρωπαίου ηγέτες συμφώνησαν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να προβεί σε δανεισμό σε μια άνευ προηγουμένου κλίμακα. Με αφετηρία κάποιο χρονικό σημείο εντός του 2021, το μέσο ΕΕ-Επόμενη Γενεά  (NGEU) θα χρηματοδοτηθεί μέσω δανεισμού για μια περίοδο έξι ετών, με ομόλογα τα οποία λήγουν έως και το 2058. Δεύτερον, συνολικό ποσό ύψους 390 δις ευρώ θα διανεμηθεί υπό τη μορφή δωρεάς και επομένως δεν θα αυξήσει το χρέος των ληπτριών χωρών.  Αυτό αποτελεί σανίδα σωτηρίας για χώρες όπως η Ιταλία, όπου το κρατικό χρέος αναμένεται να αγγίξει το 150% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2020. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια υπέρβαση ως προς το προηγούμενο όριο που είχε τεθεί σχετικά με σημαντικές δημοσιονομικές μεταβιβάσεις εντός της ΕΕ. Και οι δύο εξελίξεις θα ήταν αδιανόητες μόλις έξι μήνες νωρίτερα.

 

Η ΕΕ έχει τώρα επιστρατεύσει μια δημοσιονομική απάντηση στην κρίση του covid αντίστοιχη ή και καλύτερη από εκείνη των ΗΠΑ. Το πρόγραμμα αντιστοιχεί στο 4,7% του ΑΕΠ της,  ποσό σημαντικού μακροοικονομικού αντικτύπου που έρχεται ως επιστέγασμα σε μεγάλες δέσμες μέτρων τόνωσης της οικονομίας από τις εθνικές κυβερνήσεις. Κάλυψε την τρύπα του προϋπολογισμού που άφησε η αποχώρηση της Βρετανίας, η οποία ήταν χώρα με καθαρές εισφορές στον προϋπολογισμό της ΕΕ πριν από την έξοδό της. Επίσης αποτελεί μια απάντηση στις επανειλημμένες εκκλήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας  για την εξισορρόπηση των μέτρων άσκησης νομισματικής πολιτικής  με αντίστοιχα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής. Η ΕΕ έχει ενδεχομένως δημιουργήσει ένα προηγούμενο για τη διαχείριση μελλοντικών κρίσεων, παρά το γεγονός ότι κάθε πρόσθετος μελλοντικός από κοινού δανεισμός θα συναντήσει σθεναρή αντίσταση από τις «σφιχτοχέρες» (όπως και από μερίδα της Γερμανίας).

 

Τα κονδύλια οικονομικής ανάκαμψης θα διανεμηθούν στις κυβερνήσεις με βάση μια κλείδα κατανομής η οποία θα στηρίζεται σε κριτήρια όπως η ανεργία και το κατά κεφαλήν εισόδημα.  Οι κυβερνήσεις θα υποβάλουν σχέδια δαπανών και επενδύσεων στην επιτροπή που θα κάνει την αξιολόγησή τους στη βάση της ετήσιων «ειδικών ανά χώρα συστάσεων». Αυτές είναι κατάλογοι μεταρρυθμίσεων οι οποίες -όπως υπόσχεται η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen- θα ασκήσουν ισχυρή πίεση στις κυβερνήσεις προς την κατεύθυνση της εναρμόνισης των σχεδίων δαπανών τους με τις προτεραιότητες της επιτροπής για την κλιματική αλλαγή και την ψηφιοποίηση.

 

Όμως η επιτροπή δεν θα έχει τον πρώτο λόγο όσον αφορά την εκταμίευση των κεφαλαίων. Πιθανόν όπως συνέβη και με την Γερμανία κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ, οι «σφιχτοχέρες» δεν εμπιστεύονται τους τεχνοκράτες των Βρυξελλών όσον αφορά την επιτήρηση των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών των χωρών του Νότου. Αντί γι’ αυτό ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας Mark Rutte, εξασφάλισε ένα «φρένο έκτακτης ανάγκης»: οποιαδήποτε κυβέρνηση μπορεί να κάνει ένσταση στα προγράμματα δαπανών μιας άλλης κυβέρνησης, καθυστερώντας έτσι και καθιστώντας δυσκολότερες τις εκταμιεύσεις. Αυτό του δίνει την δυνατότητα να πει στους Ολλανδούς ψηφοφόρους ότι δεν υπέγραψαν μια λευκή επιταγή για τους αδύναμους Νότιους. Όμως ο Lucas Guttenberg από το Ινστιτούτο Jacques Delors εκφράζει την ανησυχία ότι το φρένο αυτό ενδέχεται να πυροδοτήσει μια δυσπιστία στους κόλπους της ΕΕ σε περίπτωση που κάποια ωφελούμενη κυβέρνηση θεωρήσει ότι οι άλλοι κάνουν ένσταση κακόπιστα.

 

Η συμφωνία απέχει παρασάγγας από μια «στιγμή Χάμιλτον» δηλαδή έναν ιστορικό συμβιβασμό ανάλογο με εκείνον που πέτυχε ο Αλεξάντερ Χάμιλτον και τον οποίο κάποιοι προσδοκούσαν.  Σε αντίθεση με τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, ο οποίος επέτυχε το 1790 τη χρηματοδότηση των χρεών των Πολιτειών από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ, κανείς δεν πρότεινε την αμοιβαιοποίηση των κληρονομημένων χρεών των χωρών της ΕΕ, ακόμη και το νέο κοινό χρέος δεν θα απολαύει από κοινού και εις ολόκληρον εγγυήσεων.  Και το ερώτημα για το πώς η ΕΕ θα αποπληρώσει τα ποσά του δανεισμού δεν έχει πλήρως απαντηθεί. Οι προσπάθειες για την αύξηση των ιδίων πόρων της ΕΕ (τα έσοδά της με όρους ΕΕ) έχουν κατά καιρούς αποκλειστεί από τα εθνικά κοινοβούλια, τα οποία περιφρουρούν με ζήλο τις φορολογικές τους αρμοδιότητες.  Ωστόσο από το 2028 τα χρήματα θα πρέπει να εξευρεθούν ώστε να γίνει η αποπληρωμή των δανείων που λίαν συντόμως θα λάβει η ΕΕ: αν δεν βρεθούν από άλλες πηγές, τότε θα πρέπει να έρθουν από μεγαλύτερες εθνικές συνεισφορές. Τον επόμενο χρόνο η επιτροπή θα προτείνει φορολόγηση σε όλες τις χώρες της ΕΕ όσον αφορά τις εταιρείες του ψηφιακού τομέα και τις εισαγωγές προϊόντων που δεν είναι φιλικά προς το περιβάλλον.

 

Υπάρχουν δύο  σημεία ανησυχίας. Το πρώτο είναι το τίμημα που έθεσαν οι «σφιχτοχέρες». Για να εξασφαλιστούν οι δωρεές των πακέτων ανάκαμψης, οι περικοπές πέφτουν στους λεγόμενους τομείς «μελλοντικού προσανατολισμού» όπως η έρευνα, η υγεία και η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Αυτά -διαμαρτύρονται οι πολέμιοι- είναι ακριβώς οι προτεραιότητες που οι «σφιχτοχέρες» ισχυρίζονται πως θα έπρεπε να επιλεγούν σε σχέση με τις αγροτικές και περιφερειακές επιδοτήσεις, οι οποίες παραμένουν ακέραιες.

 

Επιπλέον, οι «σφιχτοχέρες» κέρδισαν μεγάλες αυξήσεις στις επιστροφές που παίρνουν όσον αφορά τις συνεισφορές τους στον προϋπολογισμό της ΕΕ (της Αυστρίας διπλασιάστηκαν).  Αυτές οι νίκες των μικρών χωρών κοστίζουν χρήματα και θα πρέπει να γίνουν αντικείμενο σκληρής διαπραγμάτευσης όταν θα έρθει το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν, επιθυμεί εδώ και καιρό να καταργήσει το σύστημα επιστροφών.

 

Μια δεύτερη πηγή ανησυχίας αφορά στο πώς θα εμποδιστούν οι οικονομικές ενισχύσεις σε χώρες οι οποίες υπονομεύουν το κράτος δικαίου. Η ΕΕ έχει επί μακρόν καταβάλει προσπάθειες να επαναφέρει σε ορθή πορεία αποκλίνουσες κυβερνήσεις όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία. Και οι δύο είναι καθαροί αποδέκτες από τον  πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ το λεγόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο  (MFF) και κάποιες χώρες ήλπιζαν ότι θα τους ασκήσουν πίεση μέσω της επιβολής προϋποθέσεων που σχετίζονται με το κράτος δικαίου όσον αφορά τις εκταμιεύσεις. Τελικά η διατύπωση που συμφωνήθηκε είναι εσκεμμένα αμφίσημη. Υπόσχεται «ένα καθεστώς αιρεσιμότητας για την προστασία του προϋπολογισμού» αλλά είναι εξαιρετικά ασαφές πώς θα γίνει εφικτό κάτι τέτοιο. «Πολλοί άνθρωποι θα θέλουν να γίνει αυτό πιο συγκεκριμένο», σημειώνει η Katarina Barley, Γερμανίδα σοσιαλδημοκράτης μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

 

Η κυρία Barley και οι συνάδελφοί της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο πρέπει να επικυρώσει την συμφωνία, θα κληθούν σύντομα να τοποθετηθούν επί του θέματος. Πολλοί επέκριναν τις περικοπές που προβλέπει η συμφωνία σε προτιμώμενα προγράμματα και την έλλειψη κάποιας πρόβλεψης για τον κοινοβουλευτικό έλεγχο των δαπανών. Ωστόσο, παρά τα παράπονα που έχει το ευρωπαϊκού κοινοβουλίου για την συμφωνία δεν είναι πιθανό να την απορρίψει εκ των υστέρων. Ο προϋπολογισμός θα πρέπει να είναι έτοιμος μέχρι τις αρχές του επόμενού έτους. Το ευρωκοινοβούλιο δεν θα θέλει να προκαλέσει κάποια κρίση μπλοκάροντας την συμφωνία.

Αφήστε ένα σχόλιο