Χωρίς κραδασμούς

Δημοσιεύτηκε από economia 31/07/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Aύγουστος 2020, τ. 997

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

 

Πότε και πώς θα πρέπει να αποσυρθεί η ενίσχυση των οικονομιών λόγω Covid

 

 

 

 

Οι κυβερνήσεις των πλούσιων χωρών, όταν άρχισαν να καταπολεμούν την πανδημία Covid-19 στις αρχές του χρόνου με την επιβολή lockdown, ξεκίνησαν παράλληλα την παροχή ρευστότητας στην οικονομία σχεδόν χωρίς επιλεκτικότητα. Η παραγωγή κατέρρεε· και η ταχύτητα, καθώς και η έκταση, της παρεχόμενης στήριξης παραμέριζε κάθε επιφύλαξη σχετικά με το κόστος, την ακρίβεια της στόχευσης ή και τις παρενέργειες. Τώρα που τα lockdown χαλαρώνουν, οπότε προκύπτουν και κάποια σημάδια οικονομικής ανάκαμψης (ακόμη και σε περιοχές όπου η πανδημία της Covid-19 συνεχίζεται), η πολιτική συζήτηση μετακινείται στο αν, πότε και κατά πόσον θα πρέπει οι πανάκριβες πρωτοβουλίες δημοσιονομικής στήριξης να αρχίσουν να αποσύρονται. Το πρόγραμμα συμπληρωματικής στήριξης της ανεργίας στις ΗΠΑ λήγει στις 31 Ιουλίου, το σύστημα συγχρηματοδότησης αδειών στη Βρετανία στα τέλη Οκτωβρίου. Τι θα πρέπει να κάνουν τώρα οι κυβερνήσεις;

Πρώτα-πρώτα, θα πρέπει να παραδεχθούν ότι τα δαπανηρά αυτά μέτρα απέδωσαν. Η μαζική δημοσιονομική στήριξη αποδείχθηκε εντυπωσιακά αποτελεσματική διεθνώς. Τίποτε δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την απότομη πτώση της οικονομικής δραστηριότητας όταν επιβλήθηκαν τα lockdown. Όμως, η γενναιόδωρη πρόσθετη ενίσχυση, πέρα από τα επιδόματα ανεργίας με απευθείας τσεκ από το Δημόσιο στην Αμερική, διαμόρφωσε τα εισοδήματα των νοικοκυριών τον Απρίλιο σε επίπεδα κατά 12% υψηλότερα απ’ ό,τι πριν από έναν χρόνο – και τούτο τη στιγμή όπου η ανεργία στη χώρα έφθανε στο υψηλότερο επίπεδο από τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης. Εντυπωσιακό είναι ότι στις ΗΠΑ καταγράφηκε υποχώρηση του ποσοστού φτώχιας από την αρχή του χρόνου. Στη Βρετανία και την Ευρωζώνη, όπου η τόνωση διοχετεύθηκε μέσω προγραμμάτων στήριξης υποχρεωτικών αδειών, ο αριθμός των ανέργων δεν είναι μεγαλύτερος απ’ ό,τι τον Ιανουάριο.

Η ανάκαμψη, όμως, είναι εύθραυστη. Η διάδοση του κορονοϊού συνεχίζεται, ακόμη και σε περιοχές χωρών στις οποίες τα κρούσματα συνολικά υποχωρούν. Ακόμη και χωρίς γενικευμένα lockdown, η άνοδος των κρουσμάτων αδυνατίζει τις οικονομίες. Άμεσα στοιχεία από ΗΠΑ και Αυστραλία δείχνουν ότι οσάκις καταγράφεται άνοδος των κρουσμάτων οι καταναλωτές τρομάζουν εύκολα.

Γιατί, λοιπόν, να μην συνεχιστεί η παροχή στήριξης; Ένας λόγος είναι το υπέρογκο κόστος. Οι κυβερνήσεις των πλούσιων χωρών έχουν –συλλογικά– εφαρμόσει προγράμματα τόνωσης των οικονομιών ύψους 10% του ΑΕΠ, με το 1/3 του ποσού αυτού να κατευθύνεται είτε σε επιδότηση όσων χάνουν τη δουλειά τους, είτε σε στήριξη της απασχόλησης. Προτού κλείσει η χρονιά, τα ελλείμματα των χωρών αυτών εύκολα θα βρεθούν σε διψήφια επίπεδα.

Άλλωστε, δεν έχει νόημα να παγώσει κανείς την οικονομία για υπερβολικό διάστημα. Όλες οι ενδείξεις είναι ότι η ζωή κατά τη δεκαετία του 2020 θα διαφέρει αισθητά από τη ζωή το 2019. Αρκεί να σκεφτεί κανείς την απότομη άνοδο του ηλεκτρονικού εμπορίου, ή πάλι της τηλεργασίας· ή ακόμη τη μακροπρόθεσμη υποχώρηση της ζήτησης για αεροπορικά ταξίδια· ή την πραγματικότητα ότι οι πελάτες στα μπαρ μπορεί να μην ξαναέχουν τη δυνατότητα να πηγαίνουν μαζί στην μπάρα και να παραγγέλλουν τα ποτά τους. Πολλοί εργαζόμενοι θα χρειαστεί να αφήσουν τις παλιές τους δουλειές, να αναζητήσουν νέες. Στην Ευρώπη, το 1/5 των εργαζομένων που βρέθηκαν σε αναγκαστική άδεια απασχολούνται σε κλάδους οι οποίοι φαίνεται ότι θα συρρικνωθούν πλέον – όπως η ξενοδοχία ή η αναψυχή.

Όσο οι κυβερνήσεις χρειάζεται να δουλεύουν με αυτού του είδους τις καταστάσεις τόσο αρχίζουν να έρχονται στο προσκήνιο πολλές λανθασμένες ιδέες. Τον Ιούνιο, η γαλλική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα επεκτείνει τη διάρκεια του προγράμματος αναγκαστικών αδειών σε βάθος 2ετίας, με αντάλλαγμα μείωση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας. Η Γαλλία χορηγεί επίσης πρόσθετη στήριξη στον τουριστικό κλάδο, και τούτο παρά το γεγονός ότι οι ξεναγοί στο Παρίσι ή οι δάσκαλοι θαλάσσιου σκι του Club Med μπορεί να βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με μόνιμη πτώση της ζήτησης των υπηρεσιών τους. Εν τω μεταξύ, ο υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας Ρίσι Σουνάκ ανακοίνωσε ότι θα μειώσει τον ΦΠΑ στην ξενοδοχία και τις υπηρεσίες αναψυχής, ενώ θα καθιερώσει πρόγραμμα μείωσης μέχρι και κατά 10 στερλίνες των λογαριασμών στα εστιατόρια από Δευτέρα έως και Τετάρτη (συμπεριλαμβάνονται τα μη αλκοολούχα ποτά). Επίσης, ορισμένοι οικονομολόγοι ζητούν επιδότηση μισθών για τους κλάδους που πλήττονται βαρύτερα.

Αντί για τέτοιες πατέντες ή χαριστικές παροχές, ο σωστός τρόπος για σταδιακή απόσυρση της στήριξης στις οικονομίες εξαρτάται από το ποια είναι η ήδη επιλεγμένη μορφή στήριξης. Οι ΗΠΑ έχουν σπρώξει χρήμα στους ανθρώπους μέσω των επιδομάτων ανεργίας, με επιμήκυνση της κάλυψης και συμπλήρωσης του ύψους σε 600 δολάρια/εβδομάδα. Άμα αυτή η κάλυψη αφεθεί να σβήσει τη στιγμή όπου η ανεργία θα κινείται ακόμη άνω του 10%, θα ήταν υπερβολικά σκληρή κίνηση: και πάλι όμως, επειδή η στήριξη που παρέχεται είναι τόσο γενναιόδωρη, τα 3/4 των δικαιούχων έχουν υψηλότερα έσοδα υπό το καθεστώς αυτών των επιδομάτων απ’ ό,τι όταν εργάζονταν. Η λύση, όπως έχει υποδείξει μια ομάδα πρώην συμβούλων του Λευκού Οίκου, θα ήταν να αρχίσει μείωση των επιδομάτων όσο θα υποχωρεί η ανεργία. Η σύνδεση, πάλι, της γενναιοδωρίας των επιδομάτων με το επίπεδο ανεργίας στις επί μέρους Πολιτείες θα έστρεφε την τόνωση της οικονομίας προς τις περισσότερο πληττόμενες περιοχές – συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προσβάλλονται από νέα κύματα της Covid-19.

Στην Ευρώπη, ο κίνδυνος θα ήταν να βρεθούν εργοδότες και εργαζόμενοι κλειδωμένοι σε αντιπαραγωγικές δραστηριότητες για υπερβολικά μεγάλο διάστημα. Η καλύτερη λύση, εδώ, θα ήταν η βαθμιαία μείωση της καταβαλλόμενης ενίσχυσης που χορηγείται για τις αναγκαστικές άδειες που, για παράδειγμα, καλύπτουν πάνω από τα 4/5 των μισθών στη Γαλλία. Με τον τρόπο αυτό, θα είχαμε σύγκλιση προς τα επιδόματα ανεργίας, τα οποία δεν προσδένουν τον δικαιούχο σ’ έναν συγκεκριμένο εργοδότη. Έτσι λειτουργεί το γερμανικό σχήμα Kurzarbeit υπό κανονικές συνθήκες.

Θα ζήσουμε κατ’ επανάληψη αναζωπυρώσεις της πανδημίας του κορονοϊού, και δεν είναι εύκολο να προβλέψει κανείς πόσο αυτό θα φοβίσει τους καταναλωτές. Συνεπώς, όσο οι κυβερνήσεις θα αρχίσουν τώρα να περιορίζουν την παρεχόμενη στήριξη τόσο θα πρέπει να είναι προετοιμασμένες και να την επαναφέρουν. Αρχικά ο στόχος ήταν να ριχτούν χρήματα στην οικονομία. Τώρα είναι να χρησιμοποιούνται τα περιορισμένα μέσα προκειμένου εργαζόμενοι και επιχειρήσεις να βοηθηθούν κατά τη διάρκεια της πανδημίας και να προσαρμοσθούν σταδιακά σ’ έναν γενναίο νέο κόσμο.

Αφήστε ένα σχόλιο