Πρωτογενές Πλεόνασμα VS Τόκοι

Δημοσιεύτηκε από economia 28/02/2017 0 Σχόλια Economia Blog,

Φαίνεται λογικό να μην επιτρέπεται σ’ ένα υπερχρεωμένο κράτος να αυξάνει το χρέος του σε απόλυτα νούμερα. Κατά πόσο, όμως, τα πρωτογενή πλεονάσματα μπορούν να φτάνουν για την εξόφληση του συνόλου των τόκων, ώστε να επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο;

 

 

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι τόκοι δημοσίου χρέους που πλήρωνε κατ’ έτος το ελληνικό κράτος ήταν ανέκαθεν υψηλότεροι από όσους κατά μέσο όρο όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Με την εφαρμογή του PSI το 2012 να μειώνει την απόσταση, όπως φαίνεται ανάγλυφα και στο γράφημα.

 

Συγκρίνοντας, όμως, την Ελλάδα με το Βέλγιο και την Ιταλία –σύγκριση περισσότερο εύλογη, εφόσον πρόκειται για το τρίο των υπερχρεωμένων κατά τη σύσταση της Ευρωζώνης–, μπορούμε να δούμε ότι οι τόκοι ήταν πάνω-κάτω οι ίδιοι για τα τρία κράτη. Με εξαίρεση τη χρονιά πριν από την εφαρμογή του PSI, όταν οι τόκοι που κλήθηκε να πληρώσει το ελληνικό κράτος ξεπέρασαν το 7% του ΑΕΠ.

 

Τώρα, θέτοντας σε αντιπαραβολή τους τόκους με τα πρωτογενή πλεονάσματα, για να εξετάσουμε αν τα τελευταία αρκούν για να τους εξοφλούν, θα διαπιστώσουμε ότι:

 

– Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί ποτέ στην Ελλάδα, αλλά αναμένεται για το 2018, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Καθώς για την ίδια χρονιά η Επιτροπή προβλέπει το μέγιστο πρωτογενές πλεόνασμα και τους ελάχιστους τόκους που είχε ποτέ ως προς το ΑΕΠ της η Ελλάδα. Όλα τα προηγούμενα χρόνια, μέχρι και το 1995 που δίνονται στοιχεία, το πρωτογενές μας αποτέλεσμα ήταν είτε αρνητικό είτε μικρότερο από τους τόκους.

 

– Κατά μέσο όρο, στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης δεν έχει συμβεί ποτέ (και μόνο δύο χρονιές έφτασε κοντά στο να συμβεί).

 

– Στη χώρα με το δεύτερο υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ιταλία, επίσης δεν έχει συμβεί ποτέ (ούτε έφτασε κοντά στο να συμβεί).

 

– Μόνο στο πιο πειθαρχημένο δημοσιονομικά Βέλγιο έχει συμβεί. Τέσσερις χρονιές, έστω και οριακά.

 

Αν το Ελληνικό Δημόσιο επιστρέψει στις αγορές με το τέλος του Γ΄ Μνημονίου, θα μπορεί να ανακυκλώνει τα χρεολύσια με νέο δανεισμό, έχοντας και τυπικά μοναδικό πονοκέφαλο για την εξυπηρέτηση του χρέους του τους τόκους που πρέπει να εξοφλεί.

 

Εκ των πραγμάτων, οι προβλέψεις για μετά το 2018 είναι πολύ επισφαλείς. Αν, όμως, λάβουμε υπόψη τα στοιχεία που είχε δώσει ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους και υιοθετήσουμε τη μετριοπαθή υπόθεση για ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 1,5%, μπορούμε να δούμε ότι οι τόκοι που θα πρέπει να πληρώσει το ελληνικό κράτος:

– Καμία χρονιά δεν είναι μικρότεροι από το 3% του ΑΕΠ.

– Την τετραετία 2021-2024 ξεφεύγουν και είναι παντελώς αδύνατο να εξοφληθούν με πρωτογενή πλεονάσματα.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

Προφανώς, τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι εκ των ων ουκ άνευ για ένα υπερχρεωμένο κράτος όπως το ελληνικό. Αναπόφευκτη, όμως, φαίνεται και η –λελογισμένη, έστω– αύξηση του χρέους του σε ονομαστικούς όρους, κρίνοντας από την εμπειρία κι άλλων μελών της Ευρωζώνης. Η εξόφληση του συνόλου των τόκων μιας χρονιάς από το πρωτογενές πλεόνασμα που θα παραχθεί είναι μάλλον αδύνατη για οποιοδήποτε κράτος.

 

Ως εκ τούτου, ο εύλογος στόχος της μείωσης του λόγου δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ πρέπει να επιδιωχθεί κυρίως μέσω της επίτευξης υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.

 

Μάλιστα, η πάση θυσία παραγωγή πολύ υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων είναι πιθανό να έχει τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα, σπρώχνοντας την οικονομία σε έναν φαύλο κύκλο ισχνής ανάπτυξης από την έλλειψη δημοσιονομικού χώρου που θα προκαλεί η επιδίωξή τους.

 

Πιο απλά, ΑΕΠ και πρωτογενή πλεονάσματα είναι συγκοινωνούντα δοχεία για κάθε εθνική οικονομία. Δεν συμφέρει, επομένως, ούτε τους επίσημους πιστωτές της Ελλάδας να της ζητούν να κυνηγάει σαν σκύλος την ουρά της, για να παράγει ένα μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα, εκ φύσεως υφεσιογόνο.

 

Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα αποτελούσε επανάληψη του λάθους της μνημονιακής περιόδου να επιβληθεί μονομερώς μια πρωτοφανής λιτότητα. Σε μια χώρα που μπορεί γενικώς η λιτότητα να είχε καταστεί αναπόφευκτη λόγω του μεγέθους των ελλειμμάτων. Αλλά σήμερα ομολογείται ότι θα έπρεπε να μην εφαρμοστεί μ’ αυτόν τον ακραίο τρόπο, εμπροσθοβαρώς.

 

Μοιάζει παράλογο να δοθεί εκ νέου υπερβολική δόση του ίδιου φάρμακου στον ίδιο ασθενή –μόνο και μόνο επειδή δεν το έπαιρνε όταν έπρεπε–, αψηφώντας για ακόμη μία φορά τον κίνδυνο η υπερβολή να το μετατρέψει σε τοξικό.

 

Αν, τέλος, η πληρωμή των τόκων εξ ολοκλήρου από πρωτογενή πλεονάσματα είναι αδιαπραγμάτευτη για τους πιστωτές, μήπως θα έπρεπε να διαπραγματευτούν τη μετακύλιση των τόκων σε βάθος χρόνου, ώστε να μην ξεπερνούν κατ’ έτος (όπως δείχνουν οι προβολές στο μέλλον) το 3% του ΑΕΠ;

Αφήστε ένα σχόλιο