Κώστας Βεργόπουλος: «Έτσι πνιγήκαμε και εμείς στο ρέμα...»

Δημοσιεύτηκε από economia 20/12/2017 0 Σχόλια ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ,

Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2017, τ. 965

Αισθημάτων Νομίσματα του Βασίλη Βασιλικού

 

 

Χάσαμε και τον Κώστα. «Τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν». Όμως σαν σβήσουν τα κεριά, μένει το κερί τους που έλιωσε για να μας δώσει το φως τους, τη φλόγα τους. Και το φως, η φλόγα των κεριών, παρέμεινε απείραχτη, ίδια με «Το φως που καίει» του Κώστα Βάρναλη.

Tο πρώτο του βιβλίο (στα ελληνικά) βγαίνει αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση το 1975: «Δύσμορφος καπιταλισμός» (Παπαζήσης). Κι από μόνος του ο τίτλος συνοψίζει, θα έλεγε κανείς, όλα τα βιβλία του που έγραψε κατόπι και άρχισαν να βγαίνουν απανωτά καθώς μπήκαμε, ξυπόλυτοι στ’ αγκάθια, στην 3η Χιλιετία. Δηλαδή όταν υιοθετήθηκε από την ΕΕ ως κοινό νόμισμα το αμαρτωλό ευρώ. Μια μέρα τον ρώτησα: «Και με ποια μέτρα και σταθμά αποφασίστηκε η ισοτιμία του ενός ευρώ με το εθνικό νόμισμα της χώρας;»

– «Δηλαδή;» Και με κοίταξε καλοσυνάτα σαν τον γιατρό που ο ασθενής δεν μπορεί να του πει πού ακριβώς πονάει.

– «Θέλω να πω ποιος αποφάσισε ότι ένα ευρώ αντιστοιχεί σε 340,75 δραχμές ή στη Γαλλία που μένεις γύρω στα έξι γαλλικά φράγκα;»

– «Πάντως όχι εγώ», μου απάντησε γελώντας.

– «Βρε Κώστα, άσε τις πλάκες. Σε ρωτώ. Οικονομολόγος είσαι».

 

Η απάντησή του με μπέρδεψε. Μου είπε κάτι για «αποθεματικά», για «τραπεζικά στατιστικά στοιχεία». Δεν κατάλαβα. Του ανέφερα το παράδειγμα μιας φιλικής μου τετραμελούς οικογένειας στο Κερατσίνι που με 400 χιλιάδες δραχμές τον μήνα εισόδημα την έβγαζε – όχι πλουσιοπάροχα, αλλά ζούσε άνετα. Τα τελευταία δυο χρόνια όμως με τα ίδια λεφτά σε ευρώ (1.200) δεν μπορεί να αντεπεξέλθει ούτε στις υποχρεώσεις της (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ, δίδακτρα κ.τ.λ.), αλλά ούτε ένα σινεμά να πάει με τα δυο παιδιά τους, ή να κάνει μία βδομάδα το καλοκαίρι διακοπές.

 

– «Εγώ ως άσχετος», του είπα, «έβγαλα από μόνος μου άλλο νούμερο: ένα ευρώ ίσον 298 δραχμές και στη Γαλλία που μένεις ένα ευρώ 4,74 γαλλικά φράγκα αντί 6

που είναι τώρα.

– «Και κάτι παραπάνω από έξι», μου είπε χαμογελώντας.

Κατάλαβα. Δεν ήθελε να μπούμε στα βαθιά νερά. Αυτά τα προβλήματα τον απασχολούσαν όλη μέρα. Κι όταν έπινε ένα καφέ στο «Φίλιον» (τότε «Ντόλτσε») ή στο Café de Flore με τους φίλους του ήθελε να χαλαρώσει. Ωστόσο, για να μη φανεί αγενής, μου απάντησε σιβυλλικά.

– «Ξέρεις τον ορισμό του Ουμπέρτο Έκο για το τι είναι η “Στατιστική Επιστήμη”;»

– «Όχι».

– «Διαβάζουμε, λέει ο Έκο: Ο τάδε πνίγηκε στον τάδε ποταμό, του οποίου ο μέσος όρος του νερού έχει βάθος 1.20 μέτρα».

– «Δηλαδή;»

– «Δηλαδή ο ποταμός αλλού βαθαίνει στα τρία ή πέντε μέτρα, αλλού γίνεται μισό. “Στατιστικά” βγαίνει ότι όμως ο μέσος όρος του βάθους της κοίτης του ανέρχεται στο 1.20. Πνίγεται κανείς τόσο ρηχά; Μέσους όρους βγάζουνε και τα “στατιστικά στοιχεία των τραπεζών”. Έτσι πνιγήκαμε και εμείς στο ρέμα...».

 

Τα βιβλία του που ακολούθησαν, όλα από τις εκδόσεις Λιβάνη, μου αποκάλυπταν με τα χρόνια την πορεία που μας οδήγησε στην κρίση: «Παγκοσμιοποίηση: η μεγάλη χίμαιρα» (1999), «Ποιος φοβάται την Ευρώπη» (2000), «Το τέλος του κύκλου» (2002), «Η αρπαγή του πλούτου» (2005), «Το μεγάλο ρήγμα» (2007), «Οι αμετανόητοι. Από τη δεκαετία του ‘60 στον 21ο αιώνα» (2010), «Μετά το τέλος. Η οικονομία της καταστροφής και η επόμενη μέρα» (2011), «Το μαύρο και το κόκκινο. Η χαμένη γενιά. Ελλάδα-Ευρώπη» (2014). (Είχε προηγηθεί «Η ανάρμοστη σχέση: Ελλάδα-Ευρώπη» το 2012 απ’ τον Πατάκη και ακολούθησε το στερνοπαίδι του, «Η νέα παγκόσμια αναταραχή» από τις εκδόσεις Gutenberg το 2017).

 

Στο «Επίμετρο» του τελευταίου αυτού βιβλίου του γράφει: «Η σύγχρονη ελληνική τραγωδία, με τις εφιαλτικές διαστάσεις της τελευταίας επταετίας, μπορεί να παρηγορείται με το αξιοθρήνητο σημερινό θέαμα του υπόλοιπου κόσμου, ιδίως με αυτό της υπόλοιπης Ευρώπης και με την ακαταμάχητη εμμονή της στον δρόμο για το αδιέξοδό της […] Όλες οι γνωστές από το παρελθόν ελληνικές παθογένειες ωχριούν σε σχέση με αυτές που έχουν προσθέσει τα ευρωπαϊκά προγράμματα “διάσωσης”. Το έτος 2017 κινδυνεύει ίσως να αποδειχθεί μοιραίο […] Η ανθρωπότητα κινδυνεύει να εμπλακεί σε ακατανόητο παιγνίδι με υπέρογκο και εξοντωτικό τίμημα, όμως όχι επειδή οι ιθύνουσες τάξεις γνωρίζουν πού την οδηγούν, αλλά αντίθετα επειδή διακατέχονται από τη μέγιστη άγνοια για τον τελικό σκοπό και το μόνο που τις ενδιαφέρει είναι να επιρρίπτουν, κατά καιρούς, το δυσβάστακτο κόστος της άγνοιάς τους σε όσους δεν φέρουν την παραμικρή ευθύνη γι’ αυτό […] Η επιβολή μιας νέας ηγεμονίας κινδυνεύει, στις νέες συνθήκες, να οδηγήσει την ανθρωπότητα σε ακόμη μεγαλύτερη αταξία με συγκρούσεις πολύ υψηλότερου βεληνεκούς».

 

Και με την τελευταία αυτή φράση, ο Κώστας Βεργόπουλος, ο «οργανικός διανοούμενος» που υπήρξε μια ζωή, μας αποχαιρέτησε, δίνοντας ως τη τελευταία στιγμή την τίμια μάχη ενάντια στη χολέρα, που την επιδείνωσε η λαθεμένη θεραπεία του Γερμανού αρχίατρου, σαν τον ηρωϊκό γιατρό στην «Πανούκλα» του Καμύ.

 

Κώστα, μη λησμονήσεις να δώσεις τους χαιρετισμούς μας στους Νίκο Πουλαντζά, Νίκο Σβορώνο, Κορνήλιο Καστοριάδη, Κώστα Παπαϊωάννου και σε όλους τους παρισινούς φίλους που τόσο σου έλειψαν όλα αυτά τα χρόνια. Τώρα θα μας λείπεις το ίδιο κι εσύ. Δηλαδή το χαμόγελό σου.

 

 

Εγγραφείτε τώρα για απεριόριστη πρόσβαση στην Οικονομική Επιθεώρηση

 

ή

 

Αγοράστε το τεύχος Δεκεμβρίου 2017