Επιδέχεται αληθινή μεταρρύθμιση ο δημόσιος τομέας;

Δημοσιεύτηκε από Antonis D. Papagiannidis 05/03/2018 0 Σχόλια Economia Blog,

Στα πλαίσια του φετινού, 3ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών – έδωσε αρκετό υλικό, θα επανέλθουμε –  ο Όμιλος economia οργάνωσε ένα στοχευμένο πάνελ με αντικείμενο την αναζήτηση λύσεων και βέλτιστων πρακτικών για την μεταρρύθμιση του δημοσίου τομέα. (Να θυμίσουμε ότι, ήδη το 2007, είχε οργανωθεί συνέδριο με τίτλο «Re-inventing the public sector», με συμμετοχή Γ. Αλογοσκούφη, Α. Διαμαντοπούλου, Π. Βουρλούμη…).

 

Στο πάνελ αυτό, ο Μιχάλης Ιακωβίδης – του London Business School – προσέγγισε το πώς το κυρίως Δημόσιο και οι κάπου 1.700 οργανισμοί που βρίσκονται υπό κρατικήν επίβλεψη ασκούν καθοριστική, συνολική επιρροή στην Ελληνική οικονομία. Πρώτον επειδή παράγουν υπηρεσίες σε βασικότατους τομείς όπως η Υγεία, η Παιδεία ή η Ασφάλεια όπου συγκεντρώνεται πυκνή δραστηριότητα με έως και μακροοικονομική επίδραση. πλην όμως ουδέποτε τέθηκε ζήτημα μέτρησης του επιτυγχανόμενου αποτελέσματος. Ύστερα, επειδή η ευρεία αυτή δραστηριότητα κινεί μιαν ευρύτερη αλυσίδα παραγωγής, η οποία όμως δυσλειτουργεί λόγω των συνθηκών αδιαφάνειας που ισχύουν στον δημόσιο τομέα. Τέλος, ο γενικός επηρεασμός της οικονομίας, με την παρεμβατικότητα σε επίπεδο ρυθμίσεων, αδειοδότησης κοκ επικαθορίζει πώς λειτουργεί η οικονομία. Και μπολιάζει με αναποτελεσματικότητα.

 

Εν συνεχεία, ο Διονύσης Ρηγόπουλος – Ελεγκτής Δημόσιας Διοίκησης – επέμεινε στο ότι, μετά από τόσα χρόνια, δεν είναι ακριβές να μιλούμε για κρίση: πρόκειται για μια μονιμότερη κατάσταση δύσθυμης λειτουργίας, η οποία αποθαρρύνει συνολικά την εμπιστοσύνη. Η ανάγκη είναι για μια μεταρρυθμιστική παρέμβαση στην Δημόσια Διοίκηση με συστημική και όχι αποσπασματική λογική. Εκείνο που θα αποτελούσε λυδία λίθο, γι’ αυτή, θα ήταν η δημιουργία – και διαδικτυακή δημοσιοποίηση – ενός ψηφιακού οργανογράμματος του Δημοσίου, όπου κάθε υπηρεσία θα αποκτούσε έναν μοναδικό αριθμό, παράλληλα με τις θέσεις  υπαλλήλων της. χωρίς τέτοιον αριθμό, δεν θα μπορούσαν να γίνονται πληρωμές! Ουσιαστική μεταρρυθμιστική παρέμβαση στον δημόσιο τομέα, θα απαιτούσε συμφωνία ως προς την διακυβέρνηση, μεταξύ Κυβέρνησης, Αντιπολίτευσης αλλά και κοινής γνώμης, ώστε να χαρτογραφηθεί το παρόν και να ορισθούν λειτουργικές προτεραιότητες για να χτιστεί το μέλλον.

 

Ο Μιχάλης Μπλέτσας, του ΜΙΤ, επέμεινε κι αυτός στην ανάγκη «να μετράμε την έξοδο/το αποτέλεσμα, και όχι μόνον τις εισροές/αριθμό ανθρώπων και χρηματοδότηση». Η υπόθεση του δημοσίου τομέα είναι μείζον ζήτημα – πλην όμως εσωτερικό, δεν νοείται να προσεγγίζεται λόγω εξωτερικής επιβολής. Μνημόνια.

 

Δυο παραδείγματα που κατέθεσε, δείχνουν το πόσο περιορισμένη είναι η αποφασιστικότητα των μεταρρυθμίσεων. Το πρόγραμμα ηλεκτρονικών πληρωμών στο Δημόσιο, που ξεκίνησε το 2010-11, και σκοπό είχε να βελτιώσει τις συνθήκες ρευστότητας εκεί, μόνον τμηματικά προχώρησε. ακόμη και το «ηλεκτρονικό παράβολο», αλλού έχει εισαχθεί, αλλού όχι. Επίσης η ηλεκτρονική ταυτοποίηση των πολιτών, πολύ απέχει από την ολοκλήρωση: από το φιάσκο του ηλεκτρονικού εισιτηρίου μέχρι και τις … εκλογές στην Κεντροαριστερά, διαπιστώθηκε αμφιθυμία και τεχνική διστακτικότητα.

 

Ο Λεωνίδας Χριστόπουλος, πολιτικός επιστήμονας με εξειδίκευση στην Δημόσια Διοίκηση, μίλησε για την λειτουργία μιας συστημικής διοικητικής μεταρρύθμισης, πάγιας και όχι προσωρινών ρυθμίσεων, αν είναι να κρατηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών. Αναφέρθηκε σε «τρία κλειδιά» μιας τέτοιας μεταρρύθμισης. Το ένα είναι η αναβάθμιση/επανανομιμοποίηση του ρόλου των προϊσταμένων, με αναγωγή στην λογική της αξιολόγησης, αλλά παράλληλα και την συνειδητοποίηση ότι «καλός υπάλληλος, δεν είναι αναγκαστικά και καλός προϊστάμενος». Το δεύτερο είναι η δημοσιονομική αποκέντρωση, που θα έδινε γνήσια αυτοτέλεια στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Το τρίτο – διόλου ασήμαντο! – θα ήταν η ουσιώδης αναβάθμιση των εργασιακών χώρων στο Δημόσιο, πράγμα που ευθέως αφορά την αίσθηση αυταξίας (ιδίως των νεότερων γενιών στελεχών).

 

Τέλος, ο Βασίλης Κοντοζαμάνης, με την εμπειρία Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας, περιέγραψε το πώς στον κεντρικότατο τομέα που είναι το ΕΣΥ «ουδέποτε ενδιέφερε τι παράγει το σύστημα, τι δηλαδή παρέχεται ως υπηρεσία». Δίνεται η έμφαση στο κόστος, στην υπερσυνταγογράφηση, ή την υπερκατανάλωση φαρμάκων, την στιγμή που το πρόβλημα είναι η λανθασμένη – και όχι η υπερβολική, απλώς – χρήση των πόρων. Θύμισε την εμπειρία του Σχεδίου Δοξιάδη, που η Ν.Δ. δεν το προώθησε αν και δικό της (λόγω ιδεολογικών εμμονών) το δε ΠΑΣΟΚ το καθυστέρησε και το στρέβλωσε (για να οικειοποιηθείτε την κίνηση). Γενικώς, η ιδεολογικοποίηση σε συνδυασμό με την ιατροκεντρικότητα, λειτούργησαν ανασταλτικά για το σύστημα. Αλλά και η κοινή γνώμη, εύκολα παρασύρεται και παραβλέπει την ουσία: η ευθύνη των ΜΜΕ είναι σημαντική εν προκειμένω.