Οικονομική Επιθεώρηση, Nοέμβριος 2020, τ.1000

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΤΡΙΑ της Αλεξάνδρας Κ. Βοβολίνη

 

 

Γυρίζοντας σελίδα

Αγαπητοί μου Αναγνώστες,

Το τεύχος που κρατάτε στα χέρια σας ή που διαβάζετε στην οθόνη σας περιέχει διαφορετική από τη συνηθισμένη μας ύλη: είναι το 1000ό τεύχος του περιοδικού μας, σε αδιάκοπη αρίθμηση από τον Ιούλιο του 1934 έως σήμερα.

Τα κείμενά του έχουν αντληθεί κυρίως από τις σελίδες της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως, όπως λεγόταν από τότε έως το 1991, οπότε άρχισε η σταδιακή του εξέλιξη έως το 2004, που κατέληξε στον πιο σύγχρονο σημερινό τίτλο του.

Διατρέχοντας λοιπόν το πολυσέλιδο αυτό αφιέρωμα, που επιμελήθηκαν οι συνεργάτες μας Χάρης Σαββίδης και Γιώργος Βαϊλάκης μέσα σε 4 μήνες και που καλύπτει τα τεύχη του περιοδικού ως το ορόσημο του 2004 –για να κρατήσουμε μιαν απόσταση από τα πιο κοντινά γεγονότα, σε λογική ιστορικότητας– μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι τα ζητήματα της ελληνικής οικονομίας παραμένουν, σε εντυπωσιακή κλίμακα, άλυτα και μας ταλαιπωρούν στη πλειοψηφία τους ακόμη και σήμερα. Το μέλλον της βιομηχανίας και του τουρισμού, η υπεράριθμη δημόσια διοίκηση, ο γρίφος της φορολογίας και του ασφαλιστικού επανέρχονται συνεχώς, καλύπτοντας πολλές από τις 50.000 περίπου σελίδες των μηνιαίων τευχών – ενώ και όλα τα σημαντικά γεγονότα σχολιάζονται μέσα από τα πάντα πύρινα κύρια άρθρα του Διευθυντή και τα δηκτικά Σημειώματα της Συντάξεως.

Πιστεύω ότι τα χαρακτηριστικά του εντύπου που επέτρεψαν αυτή την ασυνήθιστη μακροζωία ήταν η αταλάντευτη συνέπεια στην ποιότητα και στην ανεξαρτησία της γνώμης από την πλευρά της ιδιοκτησίας. Ως το 1990, ιδιοκτήτης και διευθυντής ήταν ο ανεπανάληπτος Σπύρος Βοβολίνης, που άφησε εποχή με την έντονη προσωπικότητά του στον επαγγελματικό και κοινωνικό του κύκλο.

Αξιοσημείωτη υπήρξε όμως και η συνειδητή επιλογή για εξωστρέφεια που χαρακτήρισε τη Βιομηχανική Επιθεώρηση από τη δεκαετία του 1950, εγκαινιάζοντας συνεργασία με τους Financial Times και δημιουργώντας αγγλικό παράρτημα των περιεχομένων της, η οποία από το 1976 συνεχίζεται με τον Economist έως σήμερα.

Το ίδιο ισχύει και με το σταθερό άνοιγμα και τη συστηματική προβολή της τεχνολογίας, της καινοτομίας και της καλλιτεχνικής κίνησης.

Σταθμούς στην ιστορία του περιοδικού θεωρώ –στη δική μου εποχή πλέον– την αλλαγή πρώτα της γλώσσας σε απλή δημοτική και μετά και του τίτλου, ώστε να γίνει το περιοδικό πιο προσβάσιμο σε περισσότερους επαγγελματίες από όλο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας. Ακόμη, η κάθοδος το 1994 στο πεζοδρόμιο, δηλαδή η πανελλήνια διανομή του στα περίπτερα ώστε να μην απευθύνεται μόνο στους συνδρομητές του, ήταν σημαντικό βήμα εξωστρέφειας. Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ και στον ιστότοπό μας, που ξεκίνησε το 2004, όπως και στην αγγλική μας διμηνιαία έκδοση greekBusinessFile, που συμπληρώνει και αυτή φέτος ήδη τα πρώτα 30 της χρόνια: προσπαθούμε κι εμείς να ευθυγραμμισθούμε με τις δυνατότητες και τις απαιτήσεις της νέας εποχής, κρατώντας όμως πάντα τις διαχρονικές αρχές λειτουργίας μας.

Όμως, οι καιροί αλλάζουν και πάλι – και είχαν αλλάξει φυσικά πολύ νωρίτερα από την καταιγιστική για τον πλανήτη Γη πανδημία που ζούμε τώρα. Οι αναγνωστικές συνήθειες του κοινού, και κυρίως των νεότερων σε ηλικία, έχουν αλλάξει δραματικά. Το έντυπο μέσο μαζικής επικοινωνίας έχει πληγεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Το βλέπω και στις μεγάλες συζητήσεις μας στα γενικά συμβούλια της European Business Press, δηλαδή της πανευρωπαϊκής ένωσης οικονομικού Τύπου, στην οποία η Οικονομική Επιθεώρηση ανήκει από το 1996. Η εποχή που ανοίγαμε το φρεσκοτυπωμένο έντυπο με ανυπομονησία για να «μυρίσουμε μελάνι» έχει προ πολλού πεθάνει.

Αυτή λοιπόν η νέα, ανεξερεύνητη ακόμη, εποχή του Τύπου σήμερα αποτελεί και τη μεγάλη μας πρόκληση: να ανταποκριθούμε στις νέες ανάγκες των καιρών, κάνοντας «ό,τι χρειάζεται» για να διασφαλιστεί η συνέχιση της δραστηριότητάς μας, αποφεύγοντας την εύπεπτη ύλη και εξακολουθώντας να προσφέρουμε τροφή στην κριτική σκέψη.