H κατάχρηση εννοιών και εκφράσεων

Του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Έκλεισε, λοιπόν, η υπόθεση της δίωξης κατά του άλλοτε αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης Δημήτρη (Μίμη) Παπαγγελόπουλου με την ψηφοφορία, χθες βράδυ στην Ολομέλεια της Βουλής, επί του πορίσματος (της πλειοψηφίας) της Προανακριτικής – με 177 ψήφους υπέρ, (ΝΔ συν ΚΙΝΑΛ) , 3 παράξενα, συν άκυρα άρνηση συμμετοχής ήδη στις διαδικασίες της Προανακριτικής από το ΚΚΕ, αποχώρηση από του ΣΥΡΙΖΑ, το ΜέΡΑ25 και της Ελληνικής Λύσης. Δηλαδή έκλεισε η φάση αυτή, γιατί η δίωξη θα ασκηθεί αφού (5μελές) Δικαστικό Συμβούλιο – απαρτιζόμενο από δικαστικούς, αυτό – διεξαγάγει την κυρίως ανάκριση, ξαναδεί «πιο νομικά» το υλικό ώστε να διατυπωθεί το κατηγορητήριο: να δούμε πόσα από τα 4 κακουργήματα και 4 πλημμελήματα θα κρατηθούν. Ύστερα, φθάνει η ώρα του Ειδικού Δικαστηρίου (13μελούς – 6 Σύμβουλοι Επικρατείας και 7 Αρεοπαγίτες, με κλήρωση): αυτό είναι που δικάζει. Τελικώς, παρά τις έντονες προτροπές δεν – ΔΕΝ – διευρύνθηκε αυτή η δίωξη σε άλλα πολιτικά πρόσωπα, π.χ. Νίκο Παππά και – κυρίως – Αλέξη Τσίπρα (κατονομάσθηκε ως «ιθύνων νους»), σε αυτήν την φάση/ σε αυτήν την δίκη.

Πάντως, κατά την διαδικασία ενώπιον της Ολομελείας της Βουλής ακούστηκαν πολύ βαριές εκφράσεις. Αναμενόμενο, με το δημόσιο λόγο εκεί που βρίσκεται, αλλά και πάλι…

Έτσι, ο εγκαλούμενος Μίμης Παπαγγελόπουλος (κατηγορούμενος θα καταστεί όταν θα του έχει ασκηθεί η δίωξη, τελικώς) μίλησε για παρακράτος: δεν ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε την έκφραση (π.χ. υπόθεση κασετών Μιωνή κατά την διάρκεια της Προανακριτικής). Όμως και από την καταγγέλλουσα πλευρά, η έννοια του παρακράτους έχει συχνά χρησιμοποιηθεί εναντίον της εποχής ΣΥΡΙΖΑ (στην χθεσινή Ολομέλεια από τον Αντώνη Σαμαρά), και της προηγούμενης φάσης της υπόθεσης Novartis (των διώξεων που επιχειρήθηκε να κινηθούν κατά πολιτικών). Συχνή χρήση της έννοιας συμμορία. – όχι δε με την έννοια του Π.Κ. μόνον.  Ο Αδωνις Γεωργιάδης δανείστηκε/επανέφερε και τους κατσαπλιάδες.

Επίσης ο ίδιος Μίμης Παπαγγελόπουλος έκανε λόγο για ατμόσφαιρα έκτακτου στρατοδικείου, με κατάληξη σε αναφορές περί ναζισμού. Και βέβαια, όταν κανείς εγκαλείται για τόσο βαριά αδικήματα ο  λόγος μπορεί να ξεφεύγει. Όμως στην Ελλάδα συμβαίνει να έχουμε ζήσει το πραγματικό παρακράτος, με κορύφωση την δολοφονία Λαμπράκη («ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;» κατά Κωνσταντίνο Καραμανλή) και είδαμε την μετουσίωσή του – του παρακράτους – στην πολύ απτή πραγματικότητα της δικτατορίας. Ενώ και από έκτακτα στρατοδικεία δεν είχε έλλειψη η Ελλάδα! – αφήνουμε δε εντελώς κατά μέρος φασισμούς και ναζισμούς, που υπερεύκολα γίνεται η επίκλησή τους παρά το μοναδικό σκότος που εγκατέστησαν στην Ευρώπη.

Αλλά και ένας απών της κοινοβουλευτικής διαδικασίας – όχι όμως και της δημόσιας συζήτησης – ο Βαγγέλης Βενιζέλος, εγκαλώντας δια του Twitter τον ΣΥΡΙΖΑ ως επιδιώκοντα την εγκατάλειψη της διαδικασίας διερεύνησης της τωρινής φάσης Novartis, των υποθέσεων Μιωνή, Καλογρίτσα κοκ. δια της επίκλησης της κρίσης με την Τουρκία, επανέφερε την καταγγελία του για εσχάτη προδοσία, υπό την έννοια της απόπειρας «κατάλυσης και αλλοίωσης των θεμελιωδών θεσμών του πολιτεύματος». Επειδή τυχαίνει περίπου αυτές τις μέρες να συμπίπτει η (46η) επέτειος της πραγματικά μόνης περίπτωσης εσχάτης προδοσίας υπό την έννοια που την προσλαμβάνει ο μέσος πολίτης – δηλαδή η εγκατάλειψη της Κύπρου στον Αττίλα – είναι κι εδώ παράξενο με πόση πολιτική ευκολία χρησιμοποιούνται οι έννοιες , οι λέξεις, οι εκφράσεις.

Οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται, όμως, μένουν πίσω. κολλάνε στην πολιτική. εμφανίζουν εκείνο που οι Αγγλοσάξωνες αποκαλούν stickiness/ιξώδες. Και συνοδεύουν την πολιτική εξέλιξη στην συνέχεια όπως π.χ. η «εθνικά επιβλαβής» Συμφωνία των Πρεσπών, που τώρα όλοι τηρούν/στηρίζουν, ή – για να πλησιάζουμε την τωρινή ΕλληνοΤουρκική κρίση – έννοιες όπως της «μειοδοσίας», του «ενδοτισμού», με κορύφωση την «προδοσία».

Πέραν τούτου, οι βαριές λέξεις ακούγονται και έξω από τα σύνορα. Χθες, την ώρα που η Βουλή των Ελλήνων με αυτά τα λεκτικά εργαλεία πορευόταν τον θεσμικό της ρόλο, «απέναντι» είχε συγκληθεί και συνερχόταν σε έκτακτη συνεδρίαση το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Μπορεί κανείς να φαντασθεί πώς προσλαμβανόταν απ’ εκεί η δική μας ισορροπία: η Τουρκία του Τεσκιλάτ-ι- Μαχσούσα των γενοκτονιών, του Τομέα Ειδικού Πολέμου και της ΤΜΤ (στην Κύπρο), της Υπηρεσίας Πληροφοριών της Στρατοχωροφυλακής (με πρόσχημα το ΡΚΚ) με διασύνδεση με τα φονικά σώματα Κουρουτζού, πιο πρόσφατα με τον ρόλο θεσμισμένου παρακράτους στο σκάνδαλο σουσουρλκούκ και – μετά το πραξικόπημα κατά Ερντογάν – την δαιμονοποίηση και απηνή δίωξη του κινήματος Τζεμάατ Τοζεμάατ/των Γκιουλενιστών, η Τουρκία αυτή πώς λέτε να ακούει τις δικές μας αναφορές σε παρακράτος, σε συμμορίες, σε έκτακτα στρατοδικεία, σε κατσαπλιάδες; Νομιμοποιείται κανείς να υποθέσει ότι θα τους δημιουργείται μια αίσθηση συγγένειας, αν μη θαλπωρής από την λεκτική εγγύτητα.