H προώθηση θαλάσσιου χωρικού σχεδιασμού

 

Το ότι η Ελλάδα είναι χώρα με μεγάλο, προέχον το θαλάσσιο στοιχείο είναι κάτι που όλοι γνωρίζουμε. (Το ότι είναι η χώρα με την μεγαλύτερη 9η ακτογραμμή παγκοσμίως ή ότι αριθμεί 6.000  νησιά και βραχονησίδες μπορεί να μην το γνωρίζουμε επακριβώς. Ούτε ότι έχουμε πολλαπλάσια ακτογραμμή απ’ ότι ο μεγάλος όγκος της Τουρκίας, δίπλα: αυτό οι Τούρκοι το γνωρίζουν/συνειδητοποιούν καλύτερα από μας). Αντίστοιχα, το ότι οι δραστηριότητες τουρισμού και αναψυχής κυρίως στην παράκτια ζώνη συγκεντρώνονται από παλιά, κι ακόμη περισσότερο τα τελευταία χρόνια, επίσης όλοι το γνωρίζουμε . (Το ότι το ποσοστό αυτό φθάνει το 90% για τον τουρισμό/αναψυχή πάλι μπορεί να μην το έχουμε καταγράψει επακριβώς, αλλά το συνειδητοποιούμε). Τώρα, μ’ αυτά δεδομένα, το ότι η χώρα μας μετά από 197 χρόνια ελεύθερου βίου, αλλά και 37 χρόνια συμμετοχής στην ΕΕ, δεν διαθέτει εθνικό χωρικό σχεδιασμό για την θαλάσσια ανάπτυξη, αυτό μάλλον λιγότεροι το έχουμε στο ραντάρ μας.

Βέβαια, όταν ακόμη και στην πιο απόμακρη άκρια θα ανάψει αντιδικία για το αν το λιμανάκι μπορεί να αποκτήσει λιμενοβραχίονα, για το τι μπορεί/επιτρέπεται να χτιστεί και πού (το θυμόσαστε το «μέγιστο χειμέριο κύμα» ως κριτήριο;) και ποιοι οι χρήστες του αιγιαλού, για το αν είναι ή όχι ανεκτές υδατοκαλλιέργειες εδώ ή εκεί ή παραπέρα, για το αν νοείται να αδειοδοτηθούν πάρκα θαλάσσιων ανεμογεννητριών – τότε, ακριβώς με την αντιδικία και το σούσουρο, γίνεται αντιληπτό το τι σημαίνει η έννοια «απουσία εθνικού χωρικού σχεδιασμού για την θαλάσσια ανάπτυξη».

Δυστυχώς, τώρα μόλις και υπό την πίεση απειλούμενων κυρώσεων λόγω μη-συμμόρφωσης προς την σχετική Κοινοτική Οδηγία – στις 31.416 ευρώ την ημέρα ο λογαριασμός – επισπεύδεται η θέσπιση κάποιου πλαισίου.

Το θέμα ανέσυρε και προωθεί – καταθέτοντας μάλιστα 12 προτάσεις, αρκετά συγκεκριμένες – ο ΣΕΒ σε πρόσφατο Special Report του με τίτλο «Η ρύθμιση του Θαλάσσιου Χώρου»Από τις προτάσεις αυτές, οι πρώτες αφορούν ουσιαστικά διαδικαστικές επιλογές, με πιο ενδιαφέρουσα εκείνην της επιλογής του εργαλείου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου με λογική επίσπευσης και σαφήνειας. Διαδικαστική διάσταση έχει και η πρόταση για περιορισμό στις θαλάσσιες και μόνο περιοχές (αντί για την ενσωμάτωση και των παράκτιων): ενώ η ταυτόχρονη ρύθμιση και των δυο θα φαινόταν κατ’ αρχήν λογική επιλογή, οι εμπλοκές θα πολλαπλασιάζονταν.

Από κει και πέρα, ασφαλώς η προώθηση/πρόταξη της ψηφιοποίησης και η συμβολή για εξαρχής ενσωμάτωση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής έχουν χροιά ορθολογισμού. Ενώ οι προτάσεις για έμφαση στην έρευνα, για διασυνοριακή συνεργασία και κυρίως στην governance/στην διακυβέρνηση με πολυεπίπεδη συμμετοχή καθώς και στην σύμπραξη clusters επιχειρηματικότητας/καινοτομίας, δίνουν την αίσθηση αρκετά προχωρημένης προσέγγισης.

Μένει όπως πάντα – να δούμε τι απ’ αυτά θα κρατηθεί, τώρα.