Η αναζήτηση «νέων» προσεγγίσεων από το πρασίνισμα μέχρι το χρέος (Β)

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ιχνηλατήσαμε στο χθεσινό σημείωμα «νέες» προσεγγίσεις στον μεγάλο έξω κόσμο, ξεκινώντας από εκείνο που αποκαλέσαμε «πρασίνισμα», μολονότι δεν αποτελεί μόνον οικολογική/περιβαλλοντική προσέγγιση της κεντρικής σκηνής αλλά και συνολική τροπή των πολιτικών πραγμάτων – με αφορμή τις αναδιατάξεις στο Γερμανικό πολιτικό σκηνικό αλλά και τις κινήσεις των «100 ημερών»  Μπάιντεν. Σήμερα, ας προχωρήσουμε λίγο σε κωδικοποίηση των σημάτων που δίνονται, διεθνώς, σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής – και μάλιστα στο πεδίο του δημοσίου χρέους που μάθαμε («the hard way») να το παρακολουθούμε στην εδώ ΝοτιοΑνατολική γωνιά της Ευρώπης.

[Συμπίπτει η στιγμή με την πρωτοβουλία του ΟΔΔΗΧ να «σηκώσει» 3 δισ. με 5ετές ομόλογο, με απόδοση 0,2%: την καλύτερη απόδοση ελληνικό πενταετές έγραψε στα μέσα Απριλίου φθάνοντας και σε αρνητικό έδαφος. Σύγκριση με το 1,2% που είναι το μεσοσταθμικό κόστος του Ελληνικού Χρέους στα χέρια του ESM – με εξαιρετικά μακροπρόθεσμες βέβαια λήξεις].

Αν σταθεί κανείς στα στοιχεία του ΙΙF, που τα μετράει αυτά τα πράγματα, το 2020 βρήκε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα να κουβαλάει 280 τρισεκατομμύρια δολάρια σε συνολικό χρέος – δημόσιο, επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Με άντληση, υπό τις συνθήκες κορωνοϊού, κάπου 24 τρισ. μέσα στην χρονιά, δηλαδή κάτι σαν πρόσθετο 11%. Αυτό αντιστοιχεί σε 355% του παγκόσμιου ΑΕΠ , μια άνοδος 35 ποσοστιαίων μονάδων.

Ας θυμηθούμε ότι στα τέλη του 2020, το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ και μόνο είχε ξεπεράσει τα 27 τρισ., εγκαθιστώντας την χώρα που έχει ΑΕΠ κάπου στα 21 τρισ., σε λόγο χρέους προς ΑΕΠ γύρω στο 130%. Το αντίστοιχο δημόσιο χρέος στην Ευρωζώνη πήγαινε κοντά στα 12 τρισ. ευρώ, αγγίζοντας το 100% του συλλογικού ΑΕΠ.

Τα μεγέθη και η εξέλιξή τους είναι τέτοια, τροφοδοτούμενα από την νομισματική πολιτική όλων των μεγάλων παικτών του παγκόσμιου συστήματος με σχεδόν μηδενικά (όταν δεν είναι αρνητικά…) επιτόκια και με ευρύτερα αντισυμβατικά μέτρα/δημιουργία χρήματος, ώστε στην πραγματικότητα ένα μέρος του δημοσίου/sovereign χρέους πορεύεται προς το να καταστεί άληκτο/perpetual, ασχέτως του πώς θα επενδυθεί αυτό νομικά. Οι ΗΠΑ αυτό το εξασφαλίζουν με την άτυπη αλλά αποτελεσματικότατη «συνεννόηση» με το χρηματοπιστωτικό κύκλωμα (και, βέβαια, με τον όγκο της παρουσίας τους). Η Ευρώπη, ως Ευρωζώνη, επιλέγει να ενδύσει την αντίστοιχη πορεία με αναφορά στην ανάγκη στήριξης προς την «πράσινη» στροφή των οικονομιών: εδώ, η διαχείριση του χρέους ή μάλλον η άρση του ταμπού των δυο προηγούμενων δεκαετιών έρχεται να συναντήσει την πολιτική στροφή στην Γερμανία, η οποία σημειωτέον δεν είναι άσχετη με τις επιλογές για έκδοση αμοιβαιοποιημένου χρέους προς αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού/χρηματοδότηση του Next Generation EU, όσο κι αν τα 0,75 τρις του Ευρωπαϊκού προγράμματος αποτελούν συμβολικό για την μεγάλη εικόνα μέγεθος.

Καθώς όμως σ’ αυτή την χορογραφία των πολιτικών εξουσιών με τις χρηματοπιστωτικές αγορές χρειάζεται σε κάποιο σημείο να δίνεται και η αίσθηση ότι κινητοποιούνται φορολογικοί πόροι, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον μια άλλη σύγκριση ΗΠΑ και Ευρώπης. Στις ΗΠΑ, η επιλογή της εποχής Μπάιντεν είναι αύξηση (από εξαιρετικά χαμηλό σημείο εκκίνησης) των φόρων: των φόρων επί των εταιρειών, επί των υψηλών εισοδημάτων, συν το κλείσιμο (καλά, το ξεκίνημα μιας προσπάθειας να κλείσουν…) των ευκαιριών φοροαποφυγής με την χρήση φορολογικών παραδείσων. Η αναφορά Μπάιντεν στις 91 από τις 500 εταιρείες της λίστας Fortune 500 «που αξιοποιούν πολλαπλά παραθυράκια και δεν πληρώνουν ούτε δεκάρα σε ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος», με ονομαστική μάλιστα αναφορά στην Amazon (εταιρεία που κατεξοχήν ωφελήθηκε από την κρίση του κορωνοϊού… και «δεν νοείται να έχει μικρότερο φορολογικό συντελεστή από τους πυροσβέστες ή τους δασκάλους») θα μείνει κλασική.

Ας προσγειωθούμε τώρα στην Ευρωπαϊκή πραγματικότητα:

Δημοσίευσε ο Γκάρντιαν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η Amazon, σε μία χρονιά όπως το 2020 όπου η πανδημία του κορωνοϊού και τα lock-down τής εξασφάλισε  44 δισ. ευρώ σε πωλήσεις στην Ευρώπη, και όμως πλήρωσε μηδέν σε φόρους επί των εταιρειών αξιοποιώντας το φορολογικό σύστημα του Λουξεμβούργου. (Το 2017, η Επιτροπή είχε ζητήσει από το ίδιο το Λουξεμβούργο να ανακτήσει 250 εκατ. ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθείσες κρατικές ενισχύσεις, υπό την μορφή φορολογικών εκπτώσεων).

Κληθείσα να σχολιάσει το δημοσίευμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωσε – δια του εκπροσώπου της – ότι «δεν θα μπει στις λεπτομέρειες αυτών των πληροφοριών». Πέταξε με την πάγια επιδεξιότητα Βρυξελλών την μπάλα στην εξέδρα λέγοντας ότι η Επιτροπή «έχει μια πολύ θετική και φιλόδοξη ατζέντα» για το θέμα της φορολόγησης των επιχειρήσεων.

Έτσι κάπως πορεύεται αυτή η συζήτηση…