Η αρετή της επιφυλακτικότητας στις οικονομικές προβλέψεις

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Το καταγράφαμε και στο χθεσινό σημείωμα: τα σημάδια μιας εντεινόμενης ανάκαμψης/επανεκκίνησης της οικονομίας, ΠΡΙΝ ακόμη υπάρξουν οι ροές του Ταμείου Ανάκαμψης ή/και αρχίσουν να υλοποιούνται «επί του πεδίου» επενδυτικές πρωτοβουλίες τύπου Ελληνικού, δεν συνοδεύονται για την ώρα από την παραδοσιακή (στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης) υπερεπένδυση σε επικοινωνιακή εκμετάλλευση. Δύσκολα θα στοιχημάτιζε κανείς ότι αυτό θα διαρκέσει, όμως για την ώρα είναι κάτι το θετικό.

Γιατί μιλούμε για σημάδια εντεινόμενης ανάκαμψης; Ήδη τα έσοδα Μαΐου, με υπέρβαση κατά 1,6% του στόχου του Προϋπολογισμού, επέτρεψαν πρόσθετη αισιοδοξία. Ωστόσο οι κυβερνητικοί κύκλοι επέλεξαν να αναμείνουν για λίγο προτού ανεβάσουν τους τόνους δηλώσεων. (Και τούτο παρά το ότι οι αγορές έφεραν ήδη και το 5ετές ομόλογο σε αρνητική απόδοση, το δεκαετές σε κάτω του 0,75%…).

Συνδυαζόμενο το δημοσιονομικό στοιχείο με το γεγονός ότι, κατά την ΕΛΣΤΑΤ το α΄3μηνο του 2021 υποχώρησε μόλις κατά -2,3% (έναντι του αντίστοιχου διαστήματος του 2020) και τούτο ενώ το (θεωρητικό) lock-down φέτος «καλά κρατούσε», ασφαλώς έχει κάτι να πει. Ιδίως άμα συγκριθεί με το -8,2% στο σύνολο της περσινής χρονιάς. Βέβαια, κάποιος θα παρατηρήσει ότι μέρος της ερμηνείας βρίσκεται ίσως στο ότι η τήρηση του lock-down φέτος υπήρξε – πώς να το πούμε; – αρκετά συγκρατημένη/Ελληνικού τύπου, ενώ πέρσι ακόμη και στο ξεκίνημα της πανδημίας το σοκ είχε φέρει αυτόματη συγκράτηση. (Βέβαια, όσοι επέλεξαν τον άλλο δρόμο, να μιλήσουν για αύξηση του ΑΕΠ στο φετινό α΄3μηνο συγκρίνοντας με το δ΄3μηνο του 2020 – οπότε «γράφεται» ένα +4,4% – σαφώς αποπροσανατολίζουν. Καθώς το κλείσιμο του 2020 ήταν με απόλυτο πάγωμα,  λόγω τρίτου κύματος της πανδημίας).

Κάτι τέτοιο κατέγραψε, π.χ. και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στην Βουλή, δίνοντας ενδεχόμενο ρυθμό ανάπτυξης για το 2021 σαφώς πάνω από το 2,7% που είχε θέσει ως βασικό σενάριο, μιλώντας πλέον για ψαλίδα 3,6%-4,8%. Το δε Μεσοπρόθεσμο 2022-2025 που παίρνει ήδη τον δρόμο για Βρυξέλλες, ενσωματώνει αυτήν την προοπτική, θεωρώντας μάλιστα ότι η βελτίωση αυτή σε επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας θα επιτρέψει στο ζαλιστικό πρωτογενές έλλειμμα του 2020 και του 2021 (4,7% και 7,1% του ΑΕΠ, αντιστοίχως) να προσγειωθεί σε ένα 0,5% την ερχόμενη χρονιά. Και να οδηγηθεί σε ενάρετη απόδοση πλεονάσματος με 2% το 2023 – οπότε και, ούτως ή άλλως, επανέρχεται η ΕΕ στην άρση της δημοσιονομικής χαλάρωσης! – και ύστερα σε 2,8% και 3,7% του ΑΕΠ στην επόμενη διετία. (Αυτή η εικόνα είναι συμβατή με την λησμονημένη δέσμευση για 2,2% του ΑΕΠ σε πρωτογενή πλεονάσματα της Ελλάδας το 2023 και μετά, μέχρι μακρινό ορίζοντα/till Hell freezes over).

Εδώ έχει ένα ιδιότυπο ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι από το διαβόητο Πρόγραμμα Ανάκαμψης των 31,5 δις, που με τα ΕΣΠΑ και τις μοχλεύσεις ήδη ανεβάζεται σε 100 δις ευρώ ως πρόσθετη επενδυτική ροή μέσα στην 7ετία 2021-2026, η επίσημα κατατεθειμένη προσδοκία είναι για πρόσθετη αναπτυξιακή επένδυση 7 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ. Δηλαδή.. απ’ όλον αυτόν τον χείμαρρο των 31,5-100 δις αναμένουμε να αποδοθούν κάτι σαν 12 δις σε πρόσθετο προϊόν. Πράγμα που, αν κάτι, οδηγεί στην υπόθεση ότι σοβαρό μέρος των 31,5% δις του Ταμείου Ανάκαμψης προαλείφεται για «σβήσιμο» μέτρου ενίσχυσης που είχαν ληφθεί (και συνεχίζονται, ορθώς) για άμβλυνση των επιπτώσεων της πανδημίας.

Για όλους αυτούς τους λόγους, και πάντως μέχρι να ξεκαθαρίσει λίγο καλύτερα ο τουριστικός ορίζοντας – γιατί ο Ιούνιος μάλλον πάει στράφι, κάτι με τις Αγγλικές κινήσεις που προκύπτουν πολύ αργές, κάτι με τα Βαλκανικά «αυτοεμπόδια» στα σύνορα – μάλλον επίδειξη πολιτικής αρετής θα θεωρήσουμε την σχετική αυτοσυγκράτηση σε προβλέψεις και πανηγυρισμούς περί την ανάκαμψη.