Η αξιολόγηση του «πού βρισκόμαστε» από το ΙΟΒΕ, στο μέσον των τοποθετήσεων στην ΔΕΘ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Επειδή νωπή είναι ακόμη η μνήμη από τις τοποθετήσεις Κυριάκου Μητσοτάκη στα πλαίσια της ΔΕΘ για την οικονομία – ευλόγως αναμένει κανείς το ερχόμενο ΣαββατοΚύριακο κάτι ως «απάντηση» από τον Αλέξη Τσίπρα, κάτι λιγότερο πρόχειρο από τις αντιδράσεις της πρώτης ώρας – και μάλιστα από τον υφέρποντα ενθουσιασμό για προοπτική ρυθμού ανάπτυξης για το σύνολο του 2021 στα 5,9% (και κάτι ανάλογο για το 2022, όπως φάνηκε στην συνέντευξη Τύπου), ανοίξαμε με μεγαλύτερο από το σύνηθες ενδιαφέρον το Δελτίο Εξελίξεων του ΙΟΒΕ, που συνέπεσε να δημοσιοποιηθεί αμέσως μετά την πρωθυπουργική εμφάνιση.

Διαβάζουμε λοιπόν: Βελτιωμένο, αλλά με «ήπια ενίσχυση» το οικονομικό κλίμα τον Αύγουστο. Πρόκειται για την υψηλότερη επίδοση 18μηνου, λίγο χαμηλότερη από ό,τι στην ΕΕ (που την είχαμε προσπεράσει σε βελτίωση του κλίματος πέρσι). Πιο συγκεκριμένα, ενισχυμένες οι προσδοκίες σε Βιομηχανία και Υπηρεσίες, ενώ αντιθέτως επιδείνωση καταγράφεται σε Λιανεμπόριο και Κατασκευές. Επίσης, υποχώρηση καταγραφόταν – ήπια – στην καταναλωτική εμπιστοσύνη «κυρίως λόγω επιδείνωσης προβλέψεων των νοικοκυριών τόσο για την συνολική οικονομική κατάσταση, όσο και για την ίδια την δική τους κατάσταση». Η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ελλάδα υστερεί σταθερά έναντι της Ευρώπης από τον χειμώνα του 2020: πήγε να ανέβει στις αρχές του 2021, όμως πάλι τράβηξε κάτω.

Πάμε όμως και στο πώς το ΙΟΒΕ καταγράφει την εμφάνιση ισχυρού ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ – 16,2% για το β’ 3μηνο έναντι του προηγούμενου έτους, ισχυρότερη του μέσου όρου ΕΕ που ήταν για το ίδιο διάστημα στο 13,8% – που συνολικά διαμορφώνει για το α΄6μηνο ρυθμό ανάκαμψης 6,3%, «επιτρέποντας» την πρωθυπουργική αναφορά πρόβλεψης 5,9% για το σύνολο της χρονιάς. Την ιδιαίτερα καλή αυτή επίδοση, αποδίδει το ΙΟΒΕ – δηλαδή τα στοιχεία που επεξεργάζεται – στην αύξηση των εξαγωγών καθώς και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Και η μεν πορεία των εξαγωγών, αναμενόμενη με βάση  και την επαναφορά των διεθνών αγορών. όμως η καταγραφόμενη άνοδος της ιδιωτικής κατανάλωσης δύσκολα «παντρεύεται» με την υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αξίζει να προσέξουμε πώς θα εξελιχθεί στην συνέχεια.

Παρατηρεί κατά τα άλλα και το ΙΟΒΕ την εμφάνιση αύξησης του ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών έναντι του β΄3μήνου του 2020, οπότε η ύφεση είχε περικόψει βίαια τις εισαγωγές, χωρίς ωστόσο να επιμένει ιδιαίτερα στην ανησυχία που μπορεί να προκύψει σ’ αυτόν τον τομέα από την πρόδηλη διατήρηση της διαρθρωτικής αδυναμίας του παραγωγικού μοντέλου. Στο πεδίο των επενδύσεων – απ’ όπου θα αναμένει κανείς την μεταβολή ακριβώς του παραγωγικού μοντέλου – καταγράφεται σαφής αύξηση, τόσο έναντι του περασμένου 3μήνου όσο και έναντι του ίδιου διαστήματος του 2020: ζωηρή η άνοδος των επενδύσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό (απ’ εδώ θα περιμείνει κανείς την βελτίωση του παραγωγικού μοντέλου, βέβαια σε κάποιο βάθος χρόνου) που όμως καταγράφεται μαζί μ’ εκείνην σε αμυντικά συστήματα (πράγμα που θολώνει την προοπτική). ακόμη ισχυρότερη η συμβολή της κατηγορίας «λοιπές επενδύσεις», όπου συνυπάρχουν οι επενδύσεις σε μεταφορικό εξοπλισμό με τα αγροτικά μηχανήματα: τελείως διαφορετική η αναπτυξιακή λειτουργία των δυο.

Εκεί όπου τα στοιχεία είναι καθαρότερα ενθαρρυντικά, είναι η μείωση της ανεργίας η οποία – αν και πάντα σε υψηλά επίπεδα… – υποχώρησε στο 14,1% από το 17,4% της περυσινής περιόδου. Το πιο χρήσιμο στοιχείο, εδώ, έγκειται στο ότι αυτή η μείωση του ποσοστού ανεργίας προήλθε κατά κύριο λόγο από ισχυρή άνοδο της απασχόλησης, που μειώνει σημαντικά τον μη-ενεργό πληθυσμό (ο οποίος στην Ελλάδα παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, συγκριτικά). Η απορρόφηση αυτής της πλευράς των επιπτώσεων της κρίσης του κορωνοϊού (η ανεργία είχε εκτιναχθεί στους μήνες του lock-down, είχε καμφθεί το καλοκαίρι του 2020, όμως βρέθηκε σε άνοδο από τον Οκτώβριο του 2020 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2021, με υποχώρηση έκτοτε που επιταχύνθηκε τον Ιούνιο – έως εκεί φθάνουν τα στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ), έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την συνέχεια.

Ένας τελευταίος σταθμός στην ανάλυση του ΙΟΒΕ: σε αύξηση ξαναβρέθηκε το μέσο κόστος δανεισμού για τις Ελληνικές επιχειρήσεις (στο 3,4% τον φετινό Ιούλιο), που παραμένει αισθητά υψηλότερο και από τον μέσο όρο Ευρωζώνης, αλλά και τον αντίστοιχο μ.ο. των νότιων χωρών: Πορτογαλίας, Ισπανίας, Ιταλίας. Όχι ευχάριστη διαπίστωση, αυτή.