Η διακριτική λάμψη της Κατερίνας Σακελλαροπούλου

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Έχει το ενδιαφέρον του, το πώς από τις πρώτες ώρες κιόλας της ανάδειξης της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στην Προεδρία της Δημοκρατίας – έτσι όπως είναι πλέον το συνταγματικό πλαίσιο, η εκλογή είναι δεδομένη από την στιγμή της ανακοίνωσης της πρότασης Μητσοτάκη – άνθισαν τα θετικά σχόλια, οι περιγραφές, οι προβολές στο μέλλον.

Ας μας επιτραπούν δυο-τρία οριακά, ύστερα μια πολιτική παρατήρηση περί συναίνεσης, γιατί κάπου εκεί βρίσκεται το ουσιαστικό πολιτικό στοίχημα. Πού είναι πιο δύσβατο απ’ ό,τι δείχνει.

Τα δυο-τρία: η νέα ΠτΔ, στα χρόνια των έντονων προσώπων της δημοσιότητας, αλλά και με φόντο την ταυτόχρονη παράδοση γκρίζου στο (πολυταλαιπωρημένο) δικαστικό σώμα, διαθέτει ένα ιδιαίτερο γνώρισμα – θα το περιγράφαμε ως διακριτική λάμψη. Ουδέποτε άστραψε και βρόντηξε, όμως σταδιακά ξεχώρισε. Και στις ενώπιον ακροατηρίου παρεμβάσεις της, ακόμη και προεδρεύοντας/συντονίζοντας δημόσιες συζητήσεις ως Πρόεδρος του ΣτΕ, αντιπροσώπευσε το μέτρο, βοηθούσε την συζητητικότητα, δεν διεκδικούσε την αυθεντία.

Στην μακρά – ήδη – διαδρομή της στο ανώτατο δικαστήριο, ενώ πέρασε πολλά χρόνια στο διαβόητο Ε’ Τμήμα (των θεμάτων περιβάλλοντος – εκεί όπου το ΣτΕ λειτούργησε ως νομοθέτης: μακρά συζήτηση αυτή) δεν ταυτίσθηκε με την ιεροποστολικότητα την οποία κάποιες φορές είδαμε εκεί, αλλά πήγαινε στην αναζήτηση λύσεων, ισορροπιών. Πιο πρόσφατα, υπήρξε στήριγμα στην διαδικασία της πιλοτικής δίκης, με την οποία το ΣτΕ επιχειρεί – τελευταίο δείγμα, τώρα, η βαρυσήμαντη δίκη για την έσχατη σκιά του Ασφαλιστικού – να λύνει αληθινά και έγκαιρα (καλά: κάπως έγκαιρα…) κρίσιμα ζητήματα, αντί να οχυρώνεται στον ελεφάντινο πύργο του Δικαίου. Κρατήστε, δε, την παρατήρησή της στην πρόσφατη Ολομέλεια επί του εκρηκτικού αυτού θέματος: «Το Δικαστήριο γνωρίζει τα κοινωνικά προβλήματα, δεν βρίσκεται εκτός πραγματικότητας».

Τελευταία παρατήρηση στα δικαστικά της: δεν δίσταζε να περνάει στην μειοψηφία σε σημαντικά ζητήματα, θεμελιωδών δικαιωμάτων – παράδειγμα η ιθαγένεια (η «θεμελίωση δικαιώματος») στα παιδιά μεταναστών χωρις τις περίεργες εκείνες αμυντικής κλειστότητας, προϋποθέσεις που είδαμε,. τελικά, στην 460/2013 απόφαση του ΣτΕ.

Όλα αυτά, καθώς και μια προσωπική στάση φιλελεύθερη, με πλήρη όμως τήρηση της δικαστικής επιφυλακτικότητας ως προς τις πολιτικές επιλογές, έχουν όπως προκύπτει από τα σχόλια των πρώτων ωρών καταγραφεί στην κοινή γνώμη. Εδώ όμως φθάνουμε στην πολιτική λειτουργία των αναφορών στην συναίνεση, την οποία ο ίδιος ο προτείνων Πρωθυπουργός (ως αρχηγός της πλειοψηφούσας κοινοβουλευτικής ομάδας: αυτή μετράει θεσμικά, όχι το πρόσωπο Κ. Μητσοτάκης)  θέλησε να αναδείξει. Η προσπάθεια να προβληθεί ως «κίνηση ματ» και ως επιδέξια μεθόδευση ώστε να εκβιάσει – όχι απλώς να προσκαλέσει – συναίνεση, ιδίως της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης (η οποία ανέδειξε την Κατερίνα Σακελλαροπούλου σε Πρόεδρο του ΣτΕ, η οποία κανονικά συμμερίζεται τις κοινωνικά φιλελεύθερες επιλογές της κοκ), κινδυνεύει να υπονομεύσει ακριβώς την αξία της συναίνεσης. Η έννοια της «εκβιασμένης» συναίνεσης είναι δηλητηριώδης, είναι σπονδή στην διχαστικότητα. Είναι τέτοιες οι ώρες, στην Ελλάδα του 2020, που θα άξιζε η ανάδειξη ΠτΔ να αφηνόταν σε μη-ποδοσφαιρικά/οπαδικά αντανακλαστικά.