Η δίδυμη συζήτηση για Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα και για κατάργηση της ομοφωνίας στην ΕΕ χρειάζεται να προβληματίσει

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Μια πρώτη επισήμανση, γιατί σε λίγο οι έννοιες θα αρχίσουν να μπερδεύονται: άλλο πράγμα είναι η συζήτηση για δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας άλλο η κυλιόμενη συζήτηση για κατάργηση της ομοφωνίας στην ΕΕ. Ασφαλώς και υπάρχει διασύνδεση των δυο, όμως πρόκειται για διαφορετική ουσιαστική – θεσμικά και πολιτικά – κατηγορία. Προς τι αυτή η επισήμανση;

Μετά και την ευθεία προσέλευση του Γερμανού Καγκελάριου Όλαφ Σολτς – σε ομιλία του στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα, λόγω και Τσεχικής Προεδρίας της ΕΕ – στην πρόταση για κίνηση προς έμβρυο Πολιτικής Ευρωπαϊκής Κοινότητας στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής οικοδόμησης/ως μετεξέλιξη συμπλήρωση της ΕΕ, όπως ήδη δρομολογήθηκε από τον Πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν (αρχές Μαΐου), είναι προφανές ότι η συζήτηση αυτή έχει ανοίξει, σε μια λογική «το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω», ή κάτι πιο Ηρακλείτειο (ο Εμμ. Μακρόν θα φροντίσει για την σωστή αναφορά).

Στην προσέγγιση Σολτς βλέπει κανείς να προσπερνάται κατά πολύ η προσέγγιση Μακρόν η οποία στηριζόταν στην ευρύτερη – αλλά και χαλαρότερη – συζήτηση περί «στρατηγικής αυτονομίας», η οποία είχε φθάσει κάποια στιγμή στο σημείο να οδηγεί στην όχι-ακριβώς- πειστική, από λειτουργική άποψη, Στρατηγική Πυξίδα της ΕΕ (να είμαστε δίκαιοι: έπεσε το ταβάνι με την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ακολούθησε η συστράτευση της ΕΕ σε κυρώσεις αλλά και η ένταξη Φινλανδίας/Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, οπότε κάθε Πυξίδα θα τρελαινόταν…). Το πόσο μακριά πηγαίνει τώρα η τοποθέτηση Σολτς φαίνεται από το ότι ενσωμάτωσε στην δική ανάγνωση (μήνες αφότου η Γερμανία αποφάσισε ουσιώδη επανεξοπλισμό της) την δημιουργία «κοινού συστήματος αεράμυνας υπό Γερμανική καθοδήγηση εξοπλισμών», δίπλα και από την (για την ώρα δειλή…) «μονάδα ταχείας αντίδρασης» που είχε ήδη συζητηθεί/σχεδιαστεί. Αυτή η πτυχή έρχεται να απευθυνθεί σε χώρες όπως (α) οι Βαλτικές, (β) οι σκανδιναβικές, που ήδη ενσωματώθηκαν στο ΝΑΤΟ, (γ). οι χώρες Βίζεγκραντ (πλην Ουγγαρίας), (δ) η Ολλανδία, που θεωρούνται πρόθυμες να ακολουθήσουν την υπό Γερμανική πρωτοβουλία ασπίδα αεράμυνας.

[Για όποιον έχει τον πειρασμό να χαμογελάσει συγκαταβατικά, επισημαίνουμε ότι μια ντουζίνα Γερμανικά πολεμικά αεροσκάφη βρέθηκαν αυτές τις ημέρες στην εξωτική Σιγκαπούρη. Σήμα ότι δίπλα σε Αυστραλία, Ιαπωνία και Ν. Κορέα, Ευρωπαϊκό ίχνος μπορεί πλέον να αναζητάται στην Άπω Ανατολή, στην άσκηση Dark 2022. Όχι, δεν θα περάσουν πάντως από την περιοχή Κίνα-Ταϊβάν).

Παραδίπλα, κάνοντας λόγο για την διεύρυνση της ΕΕ. Ο Ο. Σόλτς εξέφρασε την άποψη ότι οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, συν Ουκρανία, Μολδαβία και αργότερα Γεωργία θάπρεπε να συμπεριληφθούν στην διεύρυνση της ΕΕ: με αυτήν την λογική ενσωμάτωσε στην πρότασή του και την υπέρβαση/κατάργηση της ομοφωνίας για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής (αλλά και φορολογίας), ώστε «να μην προσκαλούνται όσοι στοιχηματίζουν εναντία στην Ενωμένη Ευρώπη και θέλουν να μας στρέψουν τον ένα εναντίον του άλλου».

Η προσέγγιση αυτή διασταυρώνεται – δεν ταυτίζεται μεν, αλλά διασταυρώνεται – με εκείνην της «Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας», που αποτελεί επαναφορά από τον Πρόεδρο Μακρόν την περιπέτεια της Αμυντικής και Πολιτικής Ένωσης του 1954 (δεν κατόρθωσε να λειτουργήσει, καθώς η ίδια η Γαλλία που την εμπνεύσθηκε, αποστασιοποιήθηκε). Στην πρόταση Μακρόν , το κεντρικό ζητούμενο ενός τέτοιου σχήματος είναι να προσέλθουν στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση χώρες που δεν πληρούν το ένα από τα δυο,  «willing» και «able», της βούλησης δηλαδή και της πληρώσεως των κριτηρίων συμμετοχής στην ΕΕ. Η Βρετανία έφυγε/αποκόπησε με το Brexit, αλλά λίγο-πολύ όλοι βλέπουν την ανάγκη στενότερης (επανα)σύνδεσης κάποια στιγμή (ιδίως άμα σχεδιασμοί εξωτερικής πολιτικής και άμυνας είναι να προχωρήσουν ουσιαστικά). Η Ουκρανία, από δίπλα και η Μολδαβία, αποτελούν μείζονα στοιχήματα της προσέλευσης της ΕΕ στην νέα τομή Δύσης (ή: ημών)/Ανατολής (ή: των άλλων), πλην όμως κανείς δεν πιστεύει ότι θα μπορούσαν σε λογικό βάθος χρόνου να ολοκληρώσουν μια πορεία ένταξης. Τα Δυτικά Βαλκάνια, σιγά-σιγά, αντί να πλησιάζουν απωθούνται (όσο κι αν αυτό δεν είναι πολιτικά ορθόν να λέγεται). Και η Τουρκία; Ω, η Τουρκία! Όλα έχουν λεχθεί, αλλά «κάτι» πρέπει να γίνει με την Τουρκία για κεντρικές χώρες της ΕΕ (και για τις ΗΠΑ, άλλωστε).

Εδώ, λοιπόν, οι δυο προσεγγίσεις συναντώνται. Μια «Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα» θα απαιτούσε σαφώς χαλαρότερους μηχανισμούς λήψεως αποφάσεων, αλλιώς θα κατέληγε διακοσμητική – ή σε συνεχές μπλοκάρισμα. Η εύκολη/υπερπρόθυμη συζήτηση για υπέρβαση/κατάργηση της ομοφωνίας – που την καρδιά της Ευρώπης την συγκινεί ευκολότερα απ’ όσο εμάς, ή την Κύπρο: ποιος έχει ζήτημα επιθετικής παρουσίας τρίτων χωρών (αυριανών μελών στην Πολιτική Ένωση;) στην υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ του; ποιος έχει αντίστοιχο πρόβλημα μεταναστευτικών ροών, πάλι με τρίτη χώρα να τις οδηγεί (αυριανό μέλος στην Πολιτική Ένωση;); ποιος έχει ακόμη και αμφισβήτηση δυνατότητας επέκτασης των χωρικών υδάτων του, ή και…. αλιευτικών δικαιωμάτων;

Όμως, για δείτε: φθάνει η στιγμή της συζήτησης για υποχρεωτικότητα στον περιορισμό της κατανάλωσης φυσικού αερίου ή διαρρύθμισης των ενεργειακών πόρων γενικότερα και… ευθύς ως η φιλόδοξη Ευρωπαϊκή Επιτροπή πάει να τραβήξει στον εαυτό της την κουβέρτα αρμοδιοτήτων, ακούστηκε η πολεμική ιαχή: «Ωπα! Υπάρχει ομοφωνία!».

Και μην σκεφθείτε καν προς την κατεύθυνση συζήτησης για κοινή ασφάλιση ανεργίας (σοβαρολογείτε; αποκλείεται!) ή κοινής εγγύησης των καταθέσεων (ακόμη και με εντελώς περιορισμένη κάλυψη του παρελθόντος/legacy).

Η Ελληνική Κυβέρνηση, όταν έγινε γνωστή η τοποθέτηση Ο. Σoλτς (κάποιος θυμήθηκε ότι είχε προηγηθεί στην ίδια κατεύθυνση και ο Γιόσκα Φίσερ, μιλώντας τον Μάϊο 2000 στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ, στο Βερολίνο) άφησε να διακινηθεί η πληροφορία ότι «μελετά με ενδιαφέρον», όχι όμως και χωρίς προβληματισμό, αυτή την υπόθεση. Το ίδιο είχε πράξει και όταν οι προτάσεις Μακρόν βρέθηκαν στο τραπέζι.

Χρήσιμο, μάλλον  πολύτιμο θα ήταν να ανοίξει ευρύτερα (και) στην Ελλάδα αυτή η συζήτηση, ώστε να μην μείνουμε στα συχνά επανερχόμενα υπεραπλουστευτικά αντανακλαστικά Ευρωπαϊσμού/αντι-Ευρωπαϊσμού. Να κατασταλάξουμε συλλογικά αν θέλουμε «Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα» και με ποιους. Να καταλήξουμε αν αντέχουμε, ως χώρα, μια Ευρώπη χωρίς ομοφωνία σε όσα (θεωρούμε ότι) είναι κρίσιμα.