Η διπλή επέτειος – και η (βολική) αναβολή

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η επέτειος των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 – μπορεί η 25η Μαρτίου κάθε χρονιά να ξεκινάει η γνώριμη αντιδικία για την ακριβή ημέρα και τον ακριβή τόπο έναρξης της Επανάστασης, όμως φέτος το βάρος της 200ετηρίδας έστρεψε αλλού την συζήτηση – πραγματικά έδωσε ενδιαφέρουσες στιγμές. τόσο στην εσωτερική σκηνή όσο και στην διεθνή κινητοποίηση γύρω από το συνεχιζόμενο φαινόμενο «Ελλάδα». (Γιατί, τελικά, αυτό είναι ένα από τα πιο χρήσιμα χαρακτηριστικά της πολυτάραχης ιστορίας των 200 χρόνων: η ανθεκτικότητα, μαζί και η προσαρμοστικότητα, η resilience των Ελλήνων παρά τις καταιγίδες, παρά και την διχαστικότητα. Και η συνεχιζόμενη «καταγραφή» της Ελληνικής εμπειρίας από το διεθνές σύστημα).

Ωστόσο, μια άλλη επέτειος, που κι αυτή αφορά την 25η Μαρτίου, πέρασε πολύ πιο αθόρυβα. Σχεδόν απαρατήρητη. Αυτή δεν ήταν Ελληνική επέτειος – ήταν πολύ ευρύτερη, καθώς στις 25 Μαρτίου του 1957 υπογραφόταν στην Ρώμη η συνθήκη για την δημιουργία της (τότε) Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Που έκτοτε, στα 64 χρόνια που πέρασαν, οδήγησε στο Ευρωπαϊκό εγχείρημα, το οποίο τελικώς απετέλεσε κεντρικό οδηγό για την Ελλάδα – εν μέρει από επιλογή των ηγεσιών της, εν μέρει από συνειδητή σύμπραξη της κοινής γνώμης, εν μέρει από συνολικά ζυγιάσματα της Ευρωπαϊκής διαδρομής.

Συνέπεσε, όμως, η 25η Μαρτίου φέτος με έναν χειρισμό που έφερε κοντά τις δυο αυτές εμπειρίες – την Ελληνική και την Ευρωπαϊκή – με έναν αρκετά ιδιαίτερο τρόπο. Αναφερόμαστε στην Κορυφή των «27», που διεξήχθη μεν με τηλεδιάσκεψη ωστόσο απέδωσε ουσιαστικότατα Συμπεράσματα με την μορφή Δήλωσης των μελών της.

Η, συνοπτικότερη, αυτή μορφή τοποθέτησης έδωσε αναλογικά αρκετή έκταση στα θέματα Ανατολικής Μεσογείου που μας καίνε – χαρακτηριστικά: τα Συμπεράσματα της Κορυφής του Δεκεμβρίου είχαν προσεγγίσει τα θέματα αυτά ως σημεία 30-36, ενώ η τωρινή Δήλωση έπραξε το ίδιο στα σημεία 9-19. Η επίσημη Ελληνική αποτίμηση της ισορροπίας που επετεύχθη ήταν θετική: ικανοποίηση για την «διττή προσέγγιση» της ΕΕ απέναντι στην Τουρκία, με μέτρα «θετικής ατζέντας» αλλά και περιοριστικά μέτρα-κυρώσεις, καθώς και με σταδιακή εξέλιξη των ΕυρωΤουρκικών σχέσεων με αιρεσιμότητα/conditionality με βάση την αποφυγή «μονομερών ενεργειών και παραβατικής συμπεριφοράς». Το θετικό των Ελληνικών – και Κυπριακών – αισθημάτων οφείλεται και στο ότι η Δήλωση της 25ης Μαρτίου δεν απομακρύνθηκε τελικά από την Έκθεση/Κοινή Ανακοίνωση Ευρωπαϊκής Επιτροπής – Ύπατου Εκπροσώπου Μπορέλ («Πορεία των πολιτικών, οικονομικών και εμπορικών σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας»), που ήδη είχαμε πείσει τον εαυτό μας σε Αθήνα και Λευκωσία να θεωρήσουμε ικανοποιητική/ισορροπημένη. Πράγματι, τα αρχικά σχέδια Συμπερασμάτων/Δήλωσης της Κορυφής είχαν πάει αρκετά βήματα πίσω, οπότε η επαναφορά της Έκθεσης Μπορέλ ως πυρήνα κατέληξε θετική (μορφή σοφίας του Νασραντίν Χότζα…).

Το γεγονός ότι, από πλευράς Άγκυρας, υπήρξε επιφυλακτικότητα ή και ενόχληση από την στάση της Κορυφής δείχνει να δικαιολογεί την θετική αποτίμηση Αθηνών και Λευκωσίας. Επιφυλακτικότητα, καθώς η Άγκυρα διατύπωσε την ευχή η αιρεσιμότητα που αναφέρεται στην Δήλωση να μην κάνει να χαθεί η θετική δυναμική. Ενόχληση καθώς το Τουρκικό ΥΠΕΞ θεώρησε παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου την από μέρους των «27» αναφορά στις τουρκικές κινήσεις στην Ανατ. Μεσόγειο (ως «unilateral actions in breach of international law). Μιας και είμαστε στην διατύπωση αποτιμήσεων μετά την Κορυφή, ας μην παραβλέψουμε την «ευγνωμοσύνη» που εξέφρασε η Καγκελάριος Μέρκελ ( έναντι της Τουρκίας) για την αποκλιμάκωση της έντασης στην Ανατ. Μεσόγειο «και σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο».

Πάντως αν κανείς θέλει να δει τα πράγματα κατάματα, το βασικό περιεχόμενο της Δήλωσης μετά την Κορυφή της 25ης Μαρτίου έγκειται στο ότι…. «θα συνεχίζουμε να παρακολουθούμε τις εξελίξεις εκ του σύνεγγυς [και] το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα επανέλθει στην σύνοδό του τον Ιούνιο». Με δεδομένο  ότι η Κορυφή του Μαρτίου ρητώς αναγνώρισε τον εαυτό της ως συνέχιση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (και των Συμπερασμάτων του) του Δεκεμβρίου, το οποίο με την σειρά του είχε αποτελέσει συμφωνημένη συνέχεια εκεινού του Οκτωβρίου, βλέπουμε μιαν υποδειγματική εφαρμογή του Ευρωπαϊκού δόγματος. Του δόγματος  χρήσης της διαδικασίας και της χρονοτριβής, ως μεθόδου αντιμετώπισης των κρίσεων, όταν οι κρίσεις έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο και όταν δεν διαμορφώνεται consensus των Κρατών μελών.

Από κει και πέρα, το καλωσόρισμα της «αποκλιμάκωσης στην Ανατ. Μεσόγειο» με την παύση των «παράνομων» γεωτρήσεων, αλλά και την επανάληψη των διμερών συνομιλιών Ελλάδας-Τουρκίας και τις επερχόμενες συνομιλίες για το Κυπριακό (υπό την αιγίδα του ΟΗΕ) είναι το γνώριμο Ευρωπαϊκός πλαίσιο. Η συνέχιση της προσέγγισης/engagement με την Τουρκία (θα) είναι σταδιακή, αναλογική και αναστρέψιμη/reversible. Εδώ, η «θετική ατζέντα» είναι ευρύτατη: προώθηση και εκσυγχρονισμός της Τελωνειακής Ένωσης (αλλά… με εφαρμογή σε όλα τα Κράτη μέλη της ΕΕ – σαφής η αναφορά στην άρνηση Τουρκίας να δεχθεί την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας), διάλογος υψηλού επιπέδου, κινητικότητα των προσώπων (μακρινή αναφορά στην υπόθεση της άρσης της βίζας).

Η έκκληση προς την Τουρκία «να αποφύγει εκ νέου προκλήσεις ή μονομερείς ενέργειες που αντιβαίνουν το διεθνές δίκαιο», συνδυάζεται με την αχνή/πολύ αχνή αναφορά σε κυρώσεις («θα χρησιμοποιηθούν τα εργαλεία και οι επιλογές/options που έχει  [η ΕΕ] στην διάθεσή της»). Από κει και πέρα, η Κύπρος πέτυχε την αναφορά στις διεργασίες επίλυσης του Κυπριακού με βάση τα Ψηφίσματα του ΟΗΕ (ενώ η θέση της Άγκυρας αλλά και του Ερσίν Τατάρ είναι η εκδοχή των δυο Κρατών) καθώς και την συνέχιση ανάμειξης της ΕΕ στην διαδικασία των «5+1» (ενώ ο ΥΠΕΞ των Κατεχομένων Ταχσίν Ερτογρουλογου την αρνείται διαρρήδην).

Στο μείζον ζήτημα του Προσφυγικού/Μεταναστευτικού, εκφράζονται οι καλές διαθέσεις απέναντι στην Τουρκία «[που] φιλοξενεί στο έδαφός της περίπου 4 εκατομμύρια Σύριους πρόσφυγες», με κυοφορούμενη πρόταση συνέχισης της χρηματοδότησης. πάντως επαναλαμβάνονται οι υποχρεώσεις για επιστροφή στην Τουρκία των «παράτυπων μεταναστών και αιτούντων άσυλο όταν δεν γίνονται δεκτοί», βάσει της Κοινής Δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας «χωρίς διακρίσεις».

Μετά από πολλές πιέσεις – όχι, δε, μόνον Ελληνικές και Κυπριακές – ενσωματώθηκαν στην Δήλωση της Κορυφής, ως «μείζον ζήτημα», τα θεμελιώδη δικαιώματα και το κράτος δικαίου – με αιχμή στα δικαιώματα των γυναικών (αναφορά στην απόσυρση της Άγκυρας από την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης). Ενώ στον Χοσέπ Μπορρέλ δόθηκε πάλι εντολή να «προωθήσει τις εργασίες για την Πολυμερή» στην Ανατολική Μεσόγειο.

Όποιος , μετά απ’ αυτό, δεν βλέπει μια – ακόμη – πρότυπη εφαρμογή της Ευρωπαϊκής πρακτικής της αναβολής/χρονοτριβής και της διάχυσης της συζήτησης για τα δύσκολα, μάλλον έχει υιοθετήσει την βολική τακτική των παρωπίδων.