Η δύσκολη επεξήγηση του «νέου» ΕΝΦΙΑ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όσο περνούν οι μέρες από την ανακοίνωση του νέου πλαισίου των τιμών προσδιορισμού του ΕΝΦΙΑ, τόσο γίνεται φανερό (και στους αρμοδίους…) ότι ανοίγει σφηκοφωλιά. Όσον αφορά τους κοινούς θνητούς (=φορολογούμενους) αποδεικνύει ότι είναι γραφτό μας, των Ελλήνων, να πληροφορούμεθα το ριζικό μας και τα μελλούμενα – όσον αφορά τα της φορολογίας, πάντως τα της φορολογίας της ακίνητης περιουσίας – από τα στόματα των ξένων/των Ευρωπαίων/των Τροϊκανών (ήδη των Θεσμών): Δείτε:

Χρειάστηκε να «μιλήσει» την περασμένη εβδομάδα η γενικώς χαμηλότονη 10η Έκθεση Ενισχυμένης Μεταμνημονιακής Εποπτείας ώστε να πληροφορηθούμε ότι – στις αρχές αυτής της εβδομάδας θα ανακοίνωνε ο ΥΠΟΙΚ Χρήστος Σταϊκούρας τις νέες αντικειμενικές αξίες βάσει των οποίων θα γίνεται ο υπολογισμός του ΕΝΦΙΑ από το 2022 (οπότε… ψυχραιμία, μην συνωθείστε για να μεταβιβάσετε  ακίνητα όσο θα ξεκαθαρίσουν στην πλάστιγγα οι αυξήσεις/διαμορφώσεις της επιβάρυνσης, όχι δε μόνον από ΕΝΦΙΑ αλλά και από μια ντουζίνα άλλους φόρους ακινήτων).

Όπως είχε χρειαστεί να μεσολαβήσει έξοδος από την εποχή των Μνημονίων, το 2018, για να οριστικοποιηθεί η γραμμή πλεύσης του ΕΝΦΙΑ με την ισορροπία νέων αξιών/βάσης επιβολής και αναπροσαρμογής των συντελεστών επιβολής του φόρου. όπως, άλλωστε είχε συμβεί και αρχικά με την επιβολή του ΕΝΦΙΑ τον Ιούλιο του 2014 ως διπλού φόρου – φόρου επί της αξίας των ακινήτων και «συμπληρωματικού φόρου» προκειμένου να ικανοποιηθεί το αίτημα σοσιαλιστικότερης δικαιοσύνης του (τότε) ΠΑΣΟΚ – όταν ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων πήρε επί Κυβέρνησης Σαμαρά/Βενιζέλου την θέση του ΕΕΤΗΔΕ.

Γιατί και το (προσωρινό, μας είχαν διακηρύξει το 2011) Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δημοσίων Επιφανειών, γνωστότερο και ως «χαράτσι Βενιζέλου», από την Τρόικα δεν μας είχε ανακοινωθεί τον Σεπτέμβριο του 2011, στα πλαίσια της τότε ΔΕΘ; – ή μάλλον ως αντίδωρο προκειμένου να επιστρέψει η Τρόικα που την είχαμε, τότε, υπερηφάνως απομακρύνει; Και να συνεχισθεί η πορεία του Μνημονίου -1 προς το, μετ’ ου πολύ, Μνημόνιο-2…

Πάντως, έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα, μετά από συνεχείς αναβολές φθάσαμε στην διαμόρφωση των νέων τιμών βάσης για τα ακίνητα. Οσο θα κατασταλάζει η συνειδητοποίηση του νέου καθεστώτος, θα χρειαστεί μια ουσιαστικότατη προσπάθεια ενημέρωσης – όχι για να χαρεί ο κόσμος, αλλά τουλάχιστοντν για να κατανοήσει τι αλλάζει σε σχέση με τα μέχρι τώρα. Αλλιώς… κινδυνεύει (και η σημερινή Κυβέρνηση να πληρώσει κύμα δυσαρέσκειας αλλά και το νέο σύστημα να συκοφαντηθεί.

Το γεγονός ότι από 82% έφθασε ο ΕΝΦΙΑ να καλύπτει περιοχές που αντιστοιχούν σε 98% της επικράτειας, με κάπου 1.500 περιοχές να εντάσσονται για πρώτη φορά πέραν των 6.100 που ήδη βρίσκονταν «υπό ΕΝΦΙΑ», είναι πολύ πιο ουσιαστικό από την διαπίστωση π.χ. ότι σε 55% των περιοχών θα υπάρξει αύξηση της αντικειμενικής τιμής (που ο Θεός να την κάνει «αντικειμενική» ούτως ή άλλως) ενώ σε 21% θα υπάρξει μείωση. Ασφαλώς δε, δεν βοηθούν την συζήτηση οι εντυπωσιωθηρικές αναφορές στις έως και 226% αυξήσεις, σημειακές όπως είναι.

Η αυτοδέσμευση της Κυβέρνησης ότι η συνολική δημοσιονομική απόδοση του ΕΝΦΙΑ δεν θα μεταβληθεί ενδιαφέρει σαφώς λιγότερο – τους καθημερινούς ανθρώπους δηλαδή… τους ψηφοφόρους – από την ρητορική/μηντιακή διαβεβαίωση ότι «δεν θα προκύψουν επιβαρύνσεις για την μεσαία τάξη» ή/και για την «μεγάλη πλειοψηφία ακινήτων ιδιωτών». Και μάλιστα μετά από την μείωση κατά 22% του 2019 (που διατηρήθηκε, οριζόντια, και για το 2020). Αυτό θα επιδιωχθεί με τις προαναγγελλόμενες μεταβολές στα κλιμάκια και τους συντελεστές των ΕΝΦΙΑ: όσοι τον πληρώνουν (και μάλιστα με συμπληρωματικό φόρο, λόγω περισσότερων ακινήτων…) γνωρίζουν άριστα ότι ο ΕΝΦΙΑ αποτελεί ένα γινόμενο, αντικειμενικής αξίας επί συντελεστή/συντελεστές, και εν συνεχεία μια προσαύξηση λόγω συμπληρωματικού φόρου. Εκείνο που τώρα χρειάζεται να κατασταλάξει είναι ότι όσο πληρέστερη είναι η κάλυψη περιοχών της χώρας, και δεν είναι μόνον Μύκονος και Σαντορίνη, αλλά και Αχαΐα και Αιτωλοακαρνανία που πρωτογνωρίζουν σε ορισμένες περιοχές ένταξη στις τιμές ζώνης (και όχι φορολόγηση με βάση τις πλησιέστερες, συχνά ημιαγροτικές περιοχές), τόσο μικρότερη η ανάγκη πίεσης σε όσες περιοχές ήταν ήδη ενταγμένες. Επίσης χρειάζεται να συνειδητοποιηθεί ότι η , επί σειρά ετών με διαδοχικές αναβολές, διατήρηση περιοχών με τεχνητά χαμηλές αντικειμενικές (για «κοινωνικούς λόγους», ανάγνωθι με πολιτικά κριτήρια) έχτισε παραλογισμούς στο σύστημα: τώρα θα δαπανηθεί αρκετό πολιτικό κεφάλαιο προκειμένου να «περάσει» μια λογική επιλογή για τις άλλοτε «υποβαθμισμένες» περιοχές της στεφάνης της Αθήνας, του Πειραιά ή της Θεσσαλονίκης όπου αρκετές αισθητές αυξήσεις.

Ακόμη πιο ανηφορική θα είναι η κατάσταση με περιοχές που θα βρεθούν με σημαντικές αυξήσεις επειδή οι αγοραίες τιμές (προς τις οποίες κινήθηκαν οι τιμές ζώνης) επηρεάζονται από την ζήτηση ιδίως λόγω άνθησης των AirBnB κοκ. Εδώ ο άλλος, ο απλός οικογενειάρχης/ιδιοκτήτης θα σου πει «μα, εγώ ένα σπίτι έχω και μένω, τίποτε δεν δίνω για τουριστική αξιοποίηση και για βραχυχρόνια μίσθωση, γιατί μου ανεβάζεις τον ΕΝΦΙΑ, αύριο τον φόρο μεταβίβασης;». Υπό ελληνικές συνθήκες – και μάλιστα μετά το νωπό ακόμη σοκ της πανδημίας – δεν χωνεύεται εύκολα η έννοια της υποκείμενης αξίας του μέσου ακινήτου.

Εδώ, κάπου, προς το τέλος έρχεται στην επιφάνεια – ή , μάλλον, στην πρώτη γραμμή – το θέμα του «συμπληρωματικού φόρου» μ’ έναν δεύτερο τρόπο. Με την αύξηση των αντικειμενικών, και άμα δεν υπάρξει μεταβολή στα κατώφλια που σε υποδέχονται σ’ αυτόν τον σωρευτικό φόρο, πίσω και πέρα από τον ΕΝΦΙΑ, αισθητά περισσότεροι φορολογούμενοι θα ωθηθούν ανοδικά. Και θα πέσουν στα δίχτυα του συμπληρωματικού. Αυτό… θα πονέσει, κάπου εκεί στο μέσο της μεσαίας τάξης που όλοι την επικαλούνται.

Πάντως, όσο αυτή η συζήτηση θα βρίσκεται υπό εξέλιξη – γιατί ακόμη κι αν συζήτηση δεν γίνει δομημένα και οργανωμένα, ο ΕΝΦΙΑ θα αποτελέσει αντικείμενο αναταραχής – ο «μέγας απών» της Ελληνικής γαιοκτησίας θα μείνει πεισματικά ο ίδιος. Πρόκειται για την απουσία της αγροτικής γης, έστω και για συμβολικό καταλογισμό, από την έννοια της ακίνητης περιουσίας.

Ένα σημαντικό συμπέρασμα, που ωστόσο παίξει ρόλο καθοριστικό στα πράγματα που έχουμε μπροστά μας, είναι ότι ο ΕΝΦΙΑ – πυρήνας των φόρων περιουσίας στην Ελλάδα μετά τα χρόνια των Μνημονίων – τείνει να θεωρηθεί ασφαλιστική δικλείδα στην είσπραξη των φόρων,, ειδικά τώρα που το πρόσθετο αποτύπωμα της κρίσης του κορωνοϊού απειλεί με ισχνές εισπράξεις από τους φόρους στο εισόδημα των ιδιωτών και τα νομικά πρόσωπα, όσο η ανάκαμψη θα αποτελεί το ζητούμενο.