Όπου η συζήτηση για την Έκθεση Πισσαρίδη ξεκινάει – με αντιρρήσεις (συνέχεια): Η εναλλακτική πρόταση ΙΝΕ/ΓΣΕΕ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Μιλούσαμε ήδη, χθες, για την συζήτηση ουσίας που έχει ξεκινήσει πλέον γύρω από τις παραδοχές, την συνολική στόχευση, τις επιλογές και τις προτάσεις της Έκθεσης Πισσαρίδη για την (ελπιζόμενη, αναγκαία) ανάπτυξη της Ελληνικής οικονομίας, όταν θα έχει προσπεραστεί (και) το πολλαπλό κύμα της πανδημίας του κορωνοϊού. Και προαναγγείλαμε μια πιο εκτεταμένη ματιά στην τοποθέτηση του Ινστιτούτου Εργασίας/ΓΣΕΕ, που κατατίθεται στην δημόσια συζήτηση ως «Μετάβαση της Ελληνικής οικονομίας σε ένα υπόδειγμα ανάπτυξης».

Η δουλειά αυτή, της ομάδας που λειτουργεί περί τον Επιστημονικό Διευθυντή του ΙΝΕ Γιώργο Αργείτη, έχει το ενδιαφέρον ότι επισκέπτεται σειρά ζητημάτων που συζητούνται ή/και θάπρεπε να συζητηθούν, με πρόδηλη την αγκύρωση στην προσέγγιση του κόσμου της εργασίας: βιομηχανική πολιτική/παραγωγικοί μετασχηματισμοί, αγορά εργασίας/ απασχόληση/κοινωνική ασφάλιση, δεξιότητες εργατικού δυναμικού, επαγγελματική κατάρτιση/εκπαίδευση. Και σε όλους αυτούς τους τομείς, παίρνει την πρωτοβουλία να κάνει προτάσεις, πάντως κάτι σαν προτάσεις.

Έτσι, σε επίπεδο της πολυπόθητης μετάβασης σε νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα/αναβάθμισης του εγχώριου παραγωγικού προτύπου, προτείνεται ο συνδυασμός top-down βιομηχανικής πολιτικής (με αναφορά σε προεπιλεγμένους τομείς και κλάδους, τομεακό προγραμματισμό, περιβαλλοντική και ψηφιακή αναφορά), με την δημιουργία θεσμικού πλαισίου που θα επιτρέπει συνεργασία ιδιωτικού/δημοσίου τομέα με επενδυτική στόχευση. Ομοίως, βιομηχανική και τεχνολογική πολιτική συμβατή με την επιθυμητή αναβάθμιση του παραγωγικού προτύπου. κατάλληλες τραπεζικές πρακτικές. εμβάθυνση της οικονομικής δημοκρατίας ώστε να στηρίζεται η διατηρησιμότητα του αναπτυξιακού μετασχηματισμού. (Συν, προτάσεις για ένταξη του αγροδιατροφικού κυκλώματος στο ολοκληρωμένο αναπτυξιακό σχέδιο της οικονομίας).

Στο πεδίο της αγοράς εργασίας βρίσκει κανείς διεξοδική προσέγγιση του ρόλου του κατώτατου μισθού (στο 60% του διαμέσου μισθού), ώστε μέσα από ένα χρονοδιάγραμμα συμφωνημένο μεταξύ κοινωνικών εταίρων να αποδώσει ένα κατώτατο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης, δεν αποφεύγεται η συζήτηση περί ασφαλιστικής μεταρρύθμισης – και μάλιστα με αναφορά στην αναγκαία αναπτυξιακή διάσταση του Ασφαλιστικού. Όμως, δίπλα στην ενδογενεακή και την διαγενεακή κατανομή κόστους και παροχών, επισημαίνεται και η διαταξική διάσταση. Επισημαίνεται επίσης η διάσταση του δημογραφικού, μαζί και η ανάγκη αντιμετώπισης της αδήλωτης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής – σε μη-διακηρυκτικό όμως, επίπεδο.

Στο πεδίο των δεξιοτήτων και της εκπαίδευσης επισημαίνεται ότι δεν είναι τόσο νέα κύματα ανεργίας που θα μπορούσαν να αναμένονται από τις τεχνολογικές αλλαγές (έχουν φροντίσει γι αυτό τα Μνημόνια ήδη), όσο ο τεχνικός και κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας και η διασφάλιση επιπέδου διαβίωσης. Εδώ θα κριθεί το πώς η 4η βιομηχανική επανάσταση θα μετατραπεί σε ευκαιρίες και όχι σε παγίδες. Ομοίως, πως ο μετασχηματισμός των επαγγελμάτων θα αποκτήσει ασφαλιστικές δικλείδες, πώς οι δεξιότητες θα προσαρμοσθούν στις ανάγκες αλλά και θα φέρουν ανάπτυξη.

Όλα αυτά, αποτελούν συμβολή στην συζήτηση γύρω από την Έκθεση Πισσαρίδη. όπως άλλωστε και οι παραδοχές για τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που υπάρχουν και, συνεπώς, οι προτάσεις για κατανομή των πόρων του Ταμείου Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας. Αύξηση των δημοσίων επενδύσεων (βρίσκονται χαμηλά στην Ελλάδα και υποχώρησαν τόσο στην περίοδο 2009-13, όσο και σε εκείνην 2014-18 έστω και ηπιότερα), βελτίωση των δομών κοινωνικής προστασίας (όπου μας άνοιξε τα μάτια – ελπίζει κανείς – η ίδια η πανδημία, στην Υγεία αλλά και την ανεργία ή και την φτώχεια), περιβαλλοντική προστασία με τον δημόσιο τομέα ως επιταχυντή του οικο-τεχνολογικού μετασχηματισμού.

Μια τελευταία παρατήρηση: όποιος επενδύσει λίγον χρόνο στην μελέτη της δουλειάς αυτής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, θα κερδίσει αν σταθεί στις εισαγωγικές παρατηρήσεις. Που αφορούν το πώς πορεύθηκαν, διαχρονικά, δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις (οι δεύτερες: επιχειρήσεων και νοικοκυριών), δηλαδή πώς εξαχνώθηκαν με την κρίση οι τελευταίες, αλλά και πώς πήγαν πίσω μετά το 2018 οι δημόσιες επενδύσεις. το πώς διαλύθηκαν κυριολεκτικά οι επενδύσεις σε κατασκευές κατοικιών, καθώς και σε μηχανολογικό συν μεταφορικό εξοπλισμό (οι δεύτερες ισορρόπησαν κάπου στο τέλος). Συν, το πώς η κατανάλωση «προσπέρασε» μετά το 2012 το διαθέσιμο εισόδημα και πώς αυτό συσχετίζεται με το χρηματοδοτικό κενό της τελευταίας περιόδου.