Η (επαν)εγκατάσταση της οικονομίας σε κλίμα κρίσης

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όπου λοιπόν, η και επίσημη εκτίμηση για το τι κόστισε η οικονομική επίπτωση της πανδημίας του Covid-19 για το 2020 μιλάει για απώλεια 10% του ΑΕΠ: από τα 183,5 δις του 2019 (αναθεωρημένα στοιχεία) βρισκόμαστε κάπου στα 165 δις ευρώ.

Ήδη, όμως, όλα αυτά αποτελούν ένα όλο και πιο απόμακρο παρελθόν – με το παρόν να είναι σαφέστατα σφραγισμένο από την απόφαση για το τρίτο lock-down στην Αθήνα/Αττική (με κάτι σαν 40% του ΑΕΠ της χώρας) και με το άμεσο μέλλον να χρωματίζεται από (α) τα μέτρα στήριξης νέας φάσης για επιχειρήσεις, εργαζόμενους, νοικοκυριά και (β) τις προειδοποιητικές – προσεκτικές αλλά σαφείς – αναφορές της Κυβέρνησης στο ότι «οι διαθέσιμοι πόροι δεν είναι απεριόριστοι».

Ένα γρήγορο φυλλομέτρημα των πιο πρόσφατων μέτρων που ήδη ανακοινώθηκαν τι δίνει; Συνέχιση της (μόνης πλήρως λειτουργικής) πρακτικής της επιστρεπτέας προκαταβολής, με αποπληρωμή. του 5ου κύκλου και προαναγγελία 6ου (ή: 6ου και 7ου) κύκλου, με προϋπολογιζόμενη δαπάνη 1,5 δις ευρώ, για το σύνολο του α’ 3μήνου του 2021 (με 50% μη-επιστρεπτέα). Συνέχιση των αναστολών υποχρεώσεων – φορολογικών και ασφαλιστικών – με ορίζοντα το σύνολο του 2021. Διατήρηση, για τις επιχειρήσεις που βρίσκονται σε αναστολή, της απαλλαγής από την καταβολή ενοικίου – με αντισταθμιστική επιδότηση των ιδιοκτητών. Συνέχιση της ενίσχυσης όσων εργαζομένων βρίσκονται σε αναστολή συμβάσεων, με διεύρυνση της αποζημίωσης ειδικού σκοπού και ειδικές ρυθμίσεις για τον ξενοδοχειακό κλάδο ή τους καλλιτεχνικό κόσμο. Επέκταση της επιδότησης ανεργίας, χρονικά και τομεακά/κάλυψη της μακρόχρονης ανεργίας. Συν, βέβαια, η συνέχιση των διάφορων μορατόριουμ από τις τράπεζες, και των (αμφιλεγόμενης αποτελεσματικότητας0 προγραμμάτων στοχευμένου δανεισμού.

Μολονότι όσοι π.χ. βρίσκονται σε αναστολή συμβάσεων εργασίας με τα 534 ευρώ «ειδικού σκοπού» (ενώ είχαν αποδοχές πάνω από τον κατώτατο…) ή όσες επιχειρήσεις ζουν την πραγματικότητα της απώλειας τζίρου με συνέχιση κάποιων (αν όχι όλων) των υποχρεώσεων και με τις ανάγκες της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας να τρέχουν, δεν θεωρούν ότι καλύπτονται από το παραπάνω πλέγμα, ήδη στην Κυβέρνηση υπάρχει η αίσθηση ότι πλησιάζει αδιέξοδο. Τα 5,9 δις που. θεωρείται ότι θα κοστίσουν τα (ήδη αποφασισμένα…) μέτρα στήριξης στο α΄3μηνο, που ήδη προσπεράσαμε χρονικά το μέσο του, αντικρίζονται από μόλις 7,5 δις δημοσιονομική πρόβλεψη. Η δε προοπτική της προώθησης του ευρύτερου προγράμματος για επιδότηση παγίων δαπανών – «το μεγαλύτερο αδελφάκι της επιστρεπτέας» – για όσους χάνουν άνω του 30% του τζίρου τους (πάγιες δαπάνες: αμοιβές προσωπικού, νοίκια, ασφάλιστρα, λογαριασμοί ΔΕΚΟ), προοπτική που συζητιέται τακτικά με τους φορείς, δεν ανησυχεί πλέον για τις επιφυλάξεις της Τρόικας/των Θεσμών αλλά για το ίδιο το κόστος της. Παράλληλα με εκείνο της ήδη αποφασισμένης αναστολής φορολογικών οφειλών ΚΑΙ των ρυθμίσεων σε περισσότερες δόσεις.

Ενώ, λοιπόν, μέχρι τώρα μοναχικός σαν την καλαμιά στον κάμπο ο Θόδωρος Σκυλακάκης θύμιζε ότι όλες αυτές οι ρυθμίσεις και ενισχύσεις αντικρίζονται από μελλοντικούς φόρους, ήδη προσήλθε και ο Χρήστος Σταϊκούρας για να ταυτισθεί με το «οι πόροι είναι περιορισμένοι». Και ναι μεν έσπευσε να δείξει ότι άλλες 11 χώρες της Ευρωζώνης είναι πιο φειδωλές σε στήριξη με τις Ελληνικές δράσεις να είναι «πιο γενναιόδωρες», αναγνωρίζοντας βέβαια ότι άλλες (δηλαδή προεχόντως η Γερμανία) δίνουν πολύ υψηλότερη κάλυψη στην απώλεια εισοδήματος εργαζομένων ή/και επιδοτήσεις επιχειρήσεων, ναι μεν επωφελήθηκε για να κάνει την αναμενόμενη αντιπολίτευση «σε όσους πλειοδοτούσαν στην αρχή της κρίσης» –  όμως η ουσιαστική του επισήμανση είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη υπό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας/παρακολούθησης. Καθώς λοιπόν η τωρινή εμπειρία του τρίτου lock-down κάνει τις προβλέψεις για 4,2 % ανάκαμψη μέσα στο 2021 (οι διάφοροι οργανισμοί και τράπεζες είχαν διατυπώσει προβλέψεις στην ψαλίδα 3,5-5% για την Ελλάδα) να χλωμαίνουν αρκετά γρήγορα, τις επιφυλάξεις να πληθαίνουν – γρήγορα. Ακόμη και για ρυθμούς ανάπτυξης 2-2,5% γίνεται ήδη λόγος…

Όμως, και πάλι, αυτό δεν είναι το πιο σημαντικό. Εκείνο που για μια χώρα με δημόσιο χρέος ήδη στο 208% του ΑΕΠ (χρέος Γενικής Κυβέρνησης, μην κοιτάτε καν το ακαθάριστο χρέος) – όσο κι αν οι αγορές την συμπαθούν και την διευκολύνουν την χώρα με ιστορικά χαμηλά γι ‘αυτήν επιτόκια… – είναι το πιο σημαντικό είναι ότι στην διεθνή συζήτηση, όπου το πάγωμα της ορθοδοξίας της δημοσιονομικής λιτότητας και της δαιμονοποίησης του χρέους είχε λειτουργήσει ενθαρρυντικά επί μήνες (Σύμφωνο Σταθερότητας στο ψυγείο, αντανακλαστικά Σόιμπλε ομοίως, Ευρωπαϊκή επαναφορά σε δημοσιονομική χαλαρότητα μετά και την νομισματική διευκόλυνση), τώρα το κύμα γίνεται πάλι αμφίρροπο. Όσο οι Γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου θα πλησιάζουν, τόσο η σκιά της δημοσιονομικής ορθοδοξίας κινδυνεύει να μας ξανασκεπάσει.